Μια επιλογή από 12 ομοιοκατάληκτα ποιήματα που αγαπήσαμε, ξεχάσαμε και έφυγαν από τη μόδα της ανάγνωσης.

Γιατί προσεύχομαι / Γεώργιος Βιζυηνός

Ἄν ἤμουν φτερωτὸ πουλί,
μὲ τὴ λαλιὰ τὴν πιὸ καλὴ
τὸ Σύμπαν θὰ ξυπνοῦσα.
Ἄν ἤμουνα μιὰ λουλουδιά,
τὴν πιὸ γλυκειά μου μυρωδιὰ
στὸ Σύμπαν θὰ σκορποῦσα.

Εἶμαι παιδάκι γνωστικὸ
κι ἔχω ψυχὴ καὶ λογικὸ
κι ἔχω καρδιὰ μὲ πίστι.
Γι’ αὐτὁ πλαγιάζω ἢ ξυπνῶ,
προσεύχομαι καὶ ἀνυμνῶ
τοῦ Σύμπαντος τὸν Κτίστη.

Πρώτη Μαΐου /Διονύσιος Σολωμός

Τοῦ Μαγιοῦ ροδοφαίνεται η μέρα,
που ὡραιότερη ἡ φύση ξυπνάει,
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες, ἀχτίνες, νερά.
Ἄνθη κι ἄνθη βαστοῦνε στο χέρι
παιδιά κι ἄντρες,γυναῖκες και γέροι
ἀσπροεντύματα, γέλια και κρότοι,
ὅλοι οἱ δρόμοι γεμάτοι χαρά.
Ναί, χαρῆτε τοῦ χρόνου τη ‘νιότη,
ἄντρες, γέροι, γυναῖκες, παιδιά

Κωνσταντίνος Παρθένης, Μεγάλο γυμνό (1911-18)

Tσιριτρό / Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Σέ μια ρώγα από σταφύλι
έπεσαν οχτώ σπουργίτες
και τρωγόπιναν οι φίλοι.
Τσίρι – τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!

Έχτυπούσανε τις μύτες
και κουνούσαν τις ουρές
κι είχαν γέλια και  χαρές.
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!

Πώ πω πώ πω σε μια ρώγα
φαγοπότι και φωνή!
την αφήκαν αδειανή.
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!

Και μέθυσαν κι ολημέρα
πάνε δώθε, πάνε πέρα,
τραγουδώντας στον αέρα:
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!

Φεγγαράκι / Τέλλος Άγρας

Φεγγαράκι ἀληθινὸ
βγαίνει πίσω ἀπ᾿ τὸ βουνό.
Μιὰ φωνὴ τραγουδιστὴ
στὰ σοκάκια κελαηδεῖ,
κάποιο ἀγόρι περπατεῖ,
καὶ γλυκὰ τὸ τραγουδεῖ.

«Φεγγαράκι μου λαμπρό,
φέγγε μου νὰ περπατῶ.
Φεγγαράκι μου καλό,
χαϊδεμένο κι ἁπαλὸ
φέγγε μέσα στὴν αὐλή,
φέγγε στ᾿ ἄσπρα μας σκαλιά,
τοῦ τζαμιοῦ μας τὸ γυαλί,
στοῦ παπποῦ τ᾿ ἄσπρα μαλλιά,
φεγγαράκι μου λαμπρό,
χαρωπό, λυπητερό».

Φεγγαράκι ἀληθινό,
συργιανᾶ στὸν οὐρανό.
Τὸ τραγούδι τὸ γλυκὸ
σβήνει μὲς τὴ γειτονιά.

Τὸ παιδί, περαστικό,
θἄχει στρίψει ἀπ᾿ τὴ γωνιά.
Φεγγαράκι μου λαμπρό,
σ᾿ ἀγαπῶ σὰ θησαυρό.

Νίκος Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο

Μοναξιά / Ναπολέων Λαπαθιώτης

Εἶμαι μόνος. Βραδυάζει. Τί νὰ κάνω…
Τὰ χέρια μου εἶναι τόσο ἀπελπισμένα!
Τὰ χέρια μου εἶναι τόσο κουρασμένα!
Τ᾿ ἀφήνω καὶ γλιστροῦν, ἀργὰ στὸ πιάνο…

Παίζω στὴ τύχη κάτι ἀγαπημένο,
κάτι παλιὸ καὶ γνώριμο καὶ πλάνο…
Καὶ πάλι σταματῶ. Δὲν ἐπιμένω.
Θὰ προτιμοῦσα μᾶλλον, νὰ πεθάνω…

Τῆς κοπέλλας τὸ νερό / Γεώργιος Δροσίνης

Μιὰ κοπέλλα λυγερὴ
τὸ ψηλὸ βουνὸ διαβαίνει
ἡ χαρὰ τὴν καρτερεῖ
στ᾿ ἀκρογιάλι ποὺ πηγαίνει.

Καὶ τὸ κάμα εἶναι βαρὺ
κι εἶν᾿ ἡ κόρη διψασμένη
βρῆκε βρύση δροσερή,
ἦπιε, ἀρρώστησε πεθαίνει.

Μὰ ἡ φωνή της πρὶν νὰ σβήσει
καταράστηκε τὴ βρύση
κι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ
ἔρμη ἡ βρύση ἔχει ἀπομείνει
καὶ κανεὶς ποτὲ δὲν πίνει
τῆς κοπέλλας τὸ νερό.

Όνειρο / Μαρία Πολυδούρη

Ἄνθη μάζευα γιὰ σένα
στὸ βουνὸ ποὺ τριγυρνοῦσα.
Χίλια ἀγκάθια τὸ καθένα
κι᾿ ὅπως τἄσφιγγα πονοῦσα.

Νὰ περάσης καρτεροῦσα
στὸ βορηὰ τὸν παγωμένο
καὶ τὸ δῶρο μου κρατοῦσα
μὲ λαχτάρα φυλαγμένο

στὴ θερμὴ τὴν ἀγκαλιά μου.
Ὅλο κοίταζα στὰ μάκρη.
Ἡ λαχτάρα στὴν καρδιά μου
καὶ στὰ μάτια μου τὸ δάκρι.

Μέσ᾿ στὸν πόθο μου δὲν εἶδα
μαύρη ἡ Νύχτα νὰ σιμώνη
κ᾿ ἔκλαψα χωρὶς ἐλπίδα
ποὺ δὲ στἄχα φέρει μόνη.

Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, Δυο παιδιά στην παραλία,1919

Κυριακή / Κώστας Καρυωτάκης

O ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει
σήμερα που ‘ναι Kυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιά στο λόφο εκεί.

Tα γιορτινά θα βάλουν, κι όλοι
θα ‘χουν ανάλαφρη καρδιά:
κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,
κοίταξε τ’ άνθη στο περβόλι.

Tώρα καμπάνες που χτυπάνε
είναι ο Θεός αληθινός.
Πέρα τα σύννεφα σκορπάνε
και μεγαλώνει ο ουρανός.

Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω,
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου.

Φαντασία /Κωστής Παλαμάς

Φαντασία δέσποινα, ἔλα,
τρέξε πρωτοστάτη Νοῦ,
σύρτε ἀδάμαστες δουλεῦτρες,
ὦ νεράιδες τοῦ Ρυθμοῦ,
κι ἀπ᾿ τοῦ πόθου τὰ βαθιά,
τὰ ψηλὰ τοῦ λογισμοῦ
φέρτε, φέρτε, τοῦ μαρμάρου
τ᾿ ἄνθια καὶ τοῦ χρυσαφιοῦ,
τὰ λαμπρόηχα λόγια φέρτε,
καὶ ρυθμίστ᾿ ἕνα παλάτι
καὶ στυλῶστε μέσα ἐκεῖ
τοῦ Ἡλίου τὸ εἴδωλο, καὶ κεῖνο
ὑπερούσια καμωμένο
ἀπὸ ἡλιοφεγγοβολή.

Κωνσταντίνος Μαλέας, Ακρόπολη 4

Πορτραίτο /Ρώμος Φιλύρας

Στο δρόμο, που το πλήθος τρέχει αδιάφορο
για κάθε ωραίο, αγάλι επερπατούσες,
έμοιαζες σα να σε ύψωνε πνοή
και τίποτα σα να μην εμισούσες.

Το βήμα σου απαλό σαν Απολύτρωση
κι η όψη σου ολόασπρη σαν κρίνο
κι έπεφτε η λάμψη της ματιάς κι εφάνταζε
το γαληνό χαμόγελό σου εκείνο!

Ένας ιερεύς κάποιας θρησκείας απόκοσμης
ή από του Βελασκέζ το θείο χρωστήρα
ζωγραφισμένος Ανδαλούσιος άρχοντας,
πρόβαινες μέσ’ την ανθρωποπλημμύρα.

Στον πολυθόρυβο το δρόμο ένα πρωί σ’ αντίκρυσα
όραμα πράο, άυλο, της αγιωσύνης
και στην ψυχή μου απόμεινες σαν είδωλο
μιας αιθερίας, ονειρευτής αλήνης.

Χαμένα χρόνια /Ιωάννης Πολέμης

Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν, νά᾿ ρχονταν πίσω
τὰ χρόνια ποὺ ἔζησα πρὶν σ᾿ ἀγαπήσω!
Χρόνια ἀμνημόνευτα σὰ νά ῾ταν ξένα
τὰ χρόνια ποὺ ἔζησα χωρὶς ἐσένα.

Ποτάμι ποὺ ἔτρεξε μὲς σὲ λιθάρια
καὶ δὲν ἐπότισε μηδὲ χορτάρια,
κι᾿ ἡ γῆ τὸ ρούφηξε στ᾿ ἄφωτα βάθη
κι᾿ ὡς καὶ τ᾿ ἀχνάρι του γιὰ πάντα ἐχάθη.

Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν νὰ διπλοζήσω,
ἀγάπη ἀδιάκοπη νὰ σοῦ χαρίσω,
καὶ νά ῾σαι ἡ πρώτη μου, ἐσὺ ἡ στερνή μου,
ἀπὸ τὴ γέννα μου κι᾿ ὡς τὴ θανή μου.

Μισὴ σοῦ χάρισα ζωὴ μονάχα.
Ζωὲς ἀμέτρητες ἤθελα νά ῾χα,
ἔτσι ὅπως πρέπει σου νὰ σ᾿ ἀγαπήσω.
Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν τὰ χρόνια πίσω!

Γεράσιμος Στέρης, μυθικό τοπίο

Νοσταλγίες /Κώστας Ουράνης

Μοιάζω τοὺς γέρους ναυτικοὺς μὲ τὶς ρυτιδωμένες
καὶ τὶς σφιγγώδεις τὶς μορφές, ποὺ εἶδα στὴν Ὁλλανδία,
παράμερα στῶν λιμανιῶν τοὺς φάρους καθισμένους
νὰ βλέπουνε, ἀμίλητοι, νὰ φεύγουνε τὰ πλοῖα.

Τὰ μάτια τους, ποὺ εἴχανε δεῖ κυκλῶνες καὶ ναυάγια,
λαχταριστά, νοσταλγικὰ τὰ παρακολουθοῦσαν,
καθὼς σηκώναν τὶς βαριὲς ποὺ τρίζαν ἄγκυρές τους
καὶ μπρὸς στοὺς φάρους ἤρεμα, πελώρια περνοῦσαν.

Σὲ λίγο τὴν ἀπέραντη τὴ θάλασσα ἀλαργεύαν
καὶ χάνονταν, ἀφήνοντας στὴν πορφυρὴ τὴ δύση
ἕναν καπνό, ποὺ αὐλάκωνε τὸν οὐρανὸ πρὶν σβήσει:
κι ὅμως οἱ γέροι ναυτικοί, ἀκίνητοι στοὺς φάρους,
μὲ τὴ μεγάλη πίπα τους σβησμένη πιὰ στὸ στόμα,
πρὸς τὰ καράβια πού ῾φυγαν ἐκοίταζαν – ἀκόμα…