«Αφού δεν είμαι ο εραστής, θα γίνω ο κακός. Την έχω στήσει την πλοκή», αποφαίνεται ο Ριχάρδος ο Γ΄ ανοίγοντας το ομώνυμο σαιξπηρικό έργο και από εκεί και πέρα τον παρακολουθούμε σε ρόλο «σκηνοθέτη» αλλά και «περφόρμερ» να καθοδηγεί, δηλαδή να κατευθύνει και να χειραγωγεί, έναν πολυμελή «θίασο» προς όφελος των ιδιοτελών σκοπών του – τουτέστιν την κατάκτηση του θρόνου της Αγγλίας, παραπλανώντας και εξολοθρεύοντας όποιον μπορεί να του σταθεί εμπόδιο.

Η σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό Θέατρο ξεκινά από αυτό το πρίσμα ανάγνωσης, του έργου ως προμελετημένου και (καλο)στημένου σκηνικού κατασκευάσματος, όπου κάθε πρόσωπο παίζει τον ρόλο και τον «ρόλο» του. Με συνεχείς απευθύνσεις στο κοινό, στήσιμο του έργου ως -φαντασμαγορικού- θεάματος, με κόντρα ανάγνωση που δίνει προβάδισμα στον γελοιογραφικό τονισμό, ο Χουβαρδάς δεν δίνει τόσο μια ερμηνεία επί του έργου όσο έμφαση στο γεγονός πως οι πρωταγωνιστές ερμηνεύουν επί σκηνής μια ιστορία, τη δική τους. Και μια και η ιστορία είναι αυτού του καμπούρη, κακόμορφου Δούκα και μετέπειτα Βασιλιά, η σκηνική εκδοχή του Χουβαρδά είναι διογκωμένη και παραμορφωμένη. Επί σκηνής παρακολουθούμε μια κουστωδία στραβοχυμένων «τεράτων», με γκροτέσκα ή κιτς όψη, να παίρνουν μέρος σε ένα τύπου freak show. Η παράσταση -και η παράστασή τους- θα μπορούσε να είναι γοτθική ταινία τρόμου, μεσαιωνικό παραμύθι, σύγχρονο κόμικ, μουσικό σόου με αισθητική glam rock, ταινία του Tim Burton, δείγμα trash κουλτούρας ή όπερα του Νίκου Καρβέλα· στην πραγματικότητα δανείζεται απ’ όλα τα παραπάνω, και καταλήγει να είναι μια πασαρέλα αφόρητων, ως επί το πλείστον, στην όψη ηθοποιών σε ένα σκηνικό αλαλούμ.

ριχαρδος γ 2

Θα μπορούσα να δεχτώ μία εκδοχή προσανατολισμένη στην κατεύθυνση που επιχείρησε ο Χουβαρδάς, δηλαδή το στήσιμο του έργου μέσα από την όψη, κάπως σαν εικονογραφημένο Σαίξπηρ για ενήλικες (κάτι τέτοιο περίπου είχε κάνει και ο Bob Wilson με τον Όμηρο, στην ίδια σκηνή τρία χρόνια νωρίτερα), αν, όμως, ίσχυαν μερικές απαραίτητες προϋποθέσεις. Κατ’ αρχήν στην ίδια την όψη. Μια μεγαλύτερη ομοιογένεια στην ενδυματολογία (Ιωάννα Τσάμη), αντί της ποικιλομορφίας από στιλ και μόδες που προτιμήθηκε, θα έδινε σαφέστερο προσανατολισμό και στίγμα στην παράσταση. Ακόμη σημαντικότερο, να υπήρχε περισσότερη καλαισθησία στην αποτύπωση του κιτς που επιχειρήθηκε στα κοστούμια. Όχι δεν πρόκειται για σχήμα οξύμωρο το να δείξεις με σκηνική καλαισθησία το ζητούμενο ως ακαλαίσθητο και το αποδεικνύει η ίδια η δουλειά αυτής της παράστασης, όπου κάποιοι -λίγοι- ήρωες ήταν χάρμα ιδέσθαι μες στην δυσμορφία τους (ο Ριχάρδος, η Ελισάβετ, η Δούκισσα του Γιορκ), και άλλοι -οι περισσότεροι- ήταν βάσανο για τα μάτια και ανεπανόρθωτο πλήγμα στην αισθητική. Ποιον να πρωτοαναφέρω; τον Ράτκλιφ με το ροζ ελισαβετιανό κοστούμι του; τον Κλάρενς με τη λαμέ ολόσωμη φόρμα και τον Ρίτσμοντ με το κιτς καουμπόικο κοστούμι αλά Elvis Prisley; τον Γκρέυ με τις κόκκινες γόβες και την άσπρη δαντελένια κάπα; τους δύο Δήμιους με τα λουλουδάτα και λαχουρέ κοστούμια τους; (Οι φωτογραφίες στη σελίδα του Εθνικού δεν αποτυπώνουν το σκηνικό αποτέλεσμα παρά ελάχιστα, καθώς κάποια από τα κοστούμια δεν είναι καν αυτά που παίζουν επί σκηνής.) Τουλάχιστον, η Εύα Μανιδάκη, με τα δύο σκηνικά τοπία της, διέσωσε τη (χαμένη) τιμή της αισθητικής της παράστασης.

ριχαρδος γ 1

Και φυσικά, ίσως και κυριότερα, θα δεχόμουν την πρόταση Χουβαρδά, αν ίσχυαν κάποιες προϋποθέσεις στη διαχείριση του έργου. Να δεχτώ, δηλαδή, την ισοπέδωση της πλοκής και τη χρήση της ως όχημα για μια φαντασμαγορική ιστορία ίντριγκας και δολοπλοκιών, αντί της οποιαδήποτε ερμηνευτικής εμβάθυνσης, αν όμως είχε προηγηθεί κάποια ανάλογη -και ουσιαστική ως προς τον στόχο- δραματουργική παρέμβαση. Αυτό που τελικά συνέβη στην παράσταση ήταν ο λόγος να ακούγεται κόντρα σε αυτό που συνέβαινε και φαινόταν επί σκηνής και τελικά να υπονομεύεται εξαιτίας της όψης των ηρώων ή εξαιτίας της επιδερμικής του προσέγγισης· και έτσι το δράμα έγινε φάρσα, αλλά όχι πάντα γκροτέσκα όπως (θα) επιθυμούσε η σκηνοθεσία, και η γελοιογραφική απόδοση απλή γελοιότητα. Σε αυτό ευθύνεται και η υποκριτική καθοδήγηση, που δεν προέκυψε ως μια ενσυνείδητη άσκηση ύφους με αφορμή τη σκηνική ταυτότητα. Αυτό που έγινε ήταν κάποιοι από τους ήρωες να μετατραπούν, μέσω της κίνησης μόνο και όχι και του λόγου, σε καρικατούρες, άλλοι να παίζουν με υπερβολή ή γελοιοποιώντας το ρόλο τους, και άλλοι «φυσιολογικά» – με κυριότερο τον Δημήτρη Λιγνάδη στον κεντρικό ρόλο, στον οποίο οφείλουμε, πάντως, μαζί με δυο-τρεις σκηνές και σκηνικές εικόνες, την όποια επιτυχία της παράστασης.

ριχαρδος γ 3

Έχω πολύ ζωντανή την αίσθηση του περσινού «Άμλετ», που αν μη τι άλλο είχε φανερώσει την ουσιαστική εμπλοκή του Χουβαρδά με το έργο. Σε αυτή την περίπτωση, έχω την αίσθηση πως ο σκηνοθέτης αυτοεγκλωβίστηκε σε μια εξωτερική -και συν τοις άλλοις ακαλαίσθητη- ανάγνωση του έργου, στο οποίο φόρεσε μια τόσο κραυγαλέα, και σε σημεία αστήριχτη, αισθητική σφραγίδα σε σημείο να το εξαφανίσει. Ακόμη αναρωτιέμαι γιατί.

Info παράστασης: «Ριχάρδος Γ’» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου | Τετάρτη έως Κυριακή, στις 20:30 | Είσοδος 10 – 20€