Μου πήρε ακριβώς δυο μέρες να διαβάσω τη «Ρουθ», (στα ελληνικά ο τίτλος του πρώτου μυθιστορήματος της Μέριλιν Ρόμπινσον “Housekeeping”), που είναι γραμμένο το 1981 και θεωρείται ένα σπουδαίο μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τελείωσα το βιβλίο χθες το βράδυ, σχεδόν μεσάνυχτα, ντύθηκα και βγήκα να περπατήσω γύρω από την Ακρόπολη, στην έρημη Αποστόλου Παύλου. Είναι αυτοί οι περίπατοι που ακολουθούν την ισχυρή εντύπωση ή τη σαγήνη που σου δημιουργεί η ανακάλυψη ενός ποιήματος, ενός τραγουδιού ή μιας αλήθειας που μπορεί να σε βασανίζει πολύ καιρό μέχρι να έρθει στην επιφάνεια. Είναι άνοιξη, αλλά έχει μια μυρωδιά λες και ο χειμώνας έχει γαντζωθεί και δυσκολεύεται να αφήσει τα κλαδιά των δέντρων και τη βαριά τους υγρασία. Η Ρόμπινσον περιγράφει σε άλλο τόπο και άλλο χρόνο, σε άλλες γεωγραφικές συντεταγμένες του μυαλού, αυτή τη μυρωδιά στις καρδιές των ηρώων της. «Όλα μυρίζουν νερό, ανόθευτο από άλλα στοιχεία».

Και με αυτή τη μυρωδιά, που από τις σελίδες του βιβλίου μπήκε στα ρουθούνια μου, με την υγρασία στα μαλλιά μου, προσπαθώ να γυρίσω πίσω, στο μυστηριώδες και απίθανα έρημο μέρος που ονομάζεται Φίνγκερμποουν, στη βορειοδυτική μεριά της Αμερικής και να ανέβω τα μισοσάπια σανίδια της βεράντας, εκεί που έζησαν σιωπηλά οι παρόντες και δεν κατάφεραν να συνδεθούν με έναν σκοπό, μια ρουτίνα ή ένα άλλο πρόσωπο, προσαρτημένοι μοιραία και αινιγματικά στους μεγάλους πρωταγωνιστές, τους απόντες, μοναχικά και εύθραυστα.

«Με λένε Ρουθ. Μεγάλωσα με τη  μικρότερη αδερφή μου, τη Λουσίλ»

«Με λένε Ρουθ. Μεγάλωσα με τη  μικρότερη αδερφή μου, τη Λουσίλ, υπό την κηδεμονία της γιαγιάς μου, της κυρίας Σύλβια Φόστερ. Όταν πέθανε η γιαγιά, μας ανέλαβαν οι κουνιάδες της Λίλι και νόνα Φόστερ και όταν λάκισαν και εκείνες, η κόρη της, η κυρία Σύλβια Φίσερ. Γενιές επί γενεών έζησαν σε ένα και μοναδικό σπίτι, το σπίτι της γιαγιάς μου…»

Έτσι αρχίζει… Γενιές έζησαν και χάθηκαν σε αυτό το σπίτι που μοιάζει λίγο εκκεντρικό και αποκομμένο από την υπόλοιπη κοινότητα, ένα σπίτι που βλέπει στη λίμνη μέσα στην οποία «δραπέτευσε» ο παππούς, όταν το νέο τραίνο άφησε τις ράγες και βυθίστηκε στα υγρά και παγωμένα βάθη της. Τον ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα η μητέρα των κοριτσιών με την πράσινη ή γαλάζια – κανείς δε θυμάται πια – δανεική  Φορντ, όταν απογείωσε το αυτοκίνητο πάνω από το χείλος του γκρεμού για να βρεθεί για πάντα στο σκοτεινά της έγκατα, αφήνοντας τη Ρουθ και τη Λουσίλ στη βεράντα του πατρικού της, με ένα σακουλάκι αλμυρά κράκερς στα χέρια.

Τα δυο κορίτσια που δε θυμούνται πατέρα, θυμούνται αχνά τη μητέρα τους. Μεγαλώνουν παράξενα, βυθισμένα σε σκέψεις που δε μοιράζονται, σε μια ηρεμία που την αναστατώνει η ξαφνική, σαν αμφιβολία, επιθυμία να μάθουν τη ρίζα και το παρελθόν που μοιάζει να τις καθορίζει. Μεγαλώνουν φτιάχνοντας τη δική τους αφήγηση, τη δική τους εκδοχή και τη δική τους εικόνα για απόντες, για αυτούς για τους οποίους δε θα βρουν ποτέ ίχνη αντικειμενικής ιστορίας ή μάρτυρες που θυμούνται πιο καθαρά.

Περιτυλιγμένα μέσα σε μια πανίσχυρη φύση που υπαγορεύει τον κανόνα της επιβίωσής τους, τα δυο κορίτσια δεν καταφέρνουν να διατυπώσουν ποτέ το «μου λείπει», είναι ένα δειλό αίτημα, σχεδόν μάταιο, διατυπωμένο με βιασμένες μικρές νευρικές επιθετικές προτάσεις δυο διαφορετικών χαρακτήρων, που μπαίνουν βάναυσα σε μια εφηβεία με όλο και περισσότερα ερωτηματικά.

H συγγραφέας Μέριλιν Ρόμπινσον

H συγγραφέας Μέριλιν Ρόμπινσον

Μέσα σε αυτή την απεραντοσύνη του τοπίου και τη δραματική αλλαγή των εποχών, τα δυο κορίτσια μοιάζουν ερμητικά κλειδωμένα στο μοναχικό τους κόσμο, μόνο η φύση τα κοινωνικοποιεί, με την παρουσία της εξίσου μοναχικής και σιωπηλής θείας τους, μιας νέας γυναίκας, τρυφερής, ντροπαλής, λίγο αδέξιας και «ξεκούρδιστης», σε μια κοινότητα που της φαίνεται μακρινή και άγνωστη. Είναι αυτή που τους αγοράζει μικρά φανταχτερά στολιδάκια, τους μαγειρεύει τα αγαπημένα τους φαγητά, παίζει μαζί τους «αγωνία», αλλά δεν ανοίγεται ποτέ. Σε άλλα χέρια αυτή η ηρωίδα, θα μπορούσε να είναι μια καρικατούρα, με φαρδύ παλτό που πηγαίνει σε σταθμούς τραίνων, γνωρίζει άγνωστες ιστορίες και επιστρέφει πάντα λίγο πιο αποκαμωμένη. Μια γυναίκα που κρύβει τον παρελθόν της και το χαμένο από χρόνια άντρα της. Εδώ είναι μια ποιητική ηρωίδα, που από το δεύτερο πλάνο κινεί με τρόπο κάπως «αφηρημένο», όσο και αποφασιστικό, το νήμα της ιστορίας.

Όλοι στο σπίτι του Φίνγκερμποουν, μέσα στη μοναχικότητά τους, έχουν τόσα λίγα να πουν. Σαν να πιστεύουν ότι κάθε τους λέξη, κάθε τους σκέψη, θα απογοητεύσει τους άλλους. Η φύση περισσότερο – οι άνθρωποι λιγότερο – σπάζει τη σιωπή. Η ατέλειωτη βροχή, ο απροσδόκητος άνεμος, η αφθονία μιας φύσης που οργιάζει γύρω, γεννιέται, πεθαίνει και σαπίζει σταθερά. Όσο η φύση αδιάκοπα και μονότονα ακολουθεί το ρολόι της, τα κορίτσια χωρίς φαινομενικά φαντασμαγορικές αλλαγές, αποφασίζουν για τη ζωή τους. Οι σκέψεις τους μοιάζουν με το νερό που ύπουλα, «δουλεύει» αδιάκοπα, διαβρώνει την πλάκα μπαίνοντας από μια αδιόρατη ρωγμή. Και θα συνεχίσει να «δουλεύει» ακόμα και όταν οι ζωές τους θα αλλάξουν, όταν η Λουσίλ θα πάρει το δικό της «κανονικό» δρόμο αφήνοντας τη Ρουθ μετέωρη, να αναζητά την παλιά της αδερφή.

«Όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο, θα πει αλλιώς την ιστορία»

«Είμαστε πλάνητες και αν περάσεις αυτό το μονοπάτι δεν υπάρχει επιστροφή», λέει η Ρουθ για τη ζωή της που συνδέεται για πάντα με τη ζωή της Σιλβί, της θείας της, σε μια ατελείωτη, μονότονη και φανταστική περιπλάνηση για να αναρωτηθεί χωρίς απάντηση, «Πότε έγινα τόσο διαφορετική από τους άλλους ανθρώπους;», νοσταλγώντας  τη χαμένη εικόνα της αδερφής της, της μόνης που «διέλυσε την εικόνα της ερείπωσης». Οι τρεις άνθρωποι που έζησαν πολύ κοντά και αβάσταχτα μακριά, περίεργα εξοικειωμένοι με την κατάσταση της μοναξιάς τους, σφραγίζονται με τη σειρά τους αμετάκλητα και από την μεταξύ τους απουσία.

Καμία εικόνα που μεταφέρεται δεν μπορεί να περιγράψει τα βάθη του μυθιστορήματος, την υφή, την πυκνότητα και τις αποχρώσεις, μοιάζει σαν να επιχειρείς να περιγράψεις τις αποχρώσεις μιας λίμνης που, αν και ασάλευτη, ολοένα αλλάζει. Είναι ένα μυθιστόρημα τόσο ήσυχο, ύπουλα χαμηλόφωνο, που σε βγάζει από το σπίτι σου σαν πλανήτης σε μονοπάτια που δεν έχουν επιστροφή, στην αντοχή που μπορεί να έχεις όταν εξερευνάς ή ποθείς το περίπλοκο μυστήριο της ηδονής της μοναξιάς. «Η Λούσιλ», λέει η Ρουθ «θα έλεγε αλλιώς την ιστορία». Όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο, θα πει αλλιώς την ιστορία. Είναι ένα ήσυχο αριστούργημα με μια θλίψη σαν ευλογία.

Info:

Το βιβλίο «Ρουθ» της Μέριλιν Ρόμπινσον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά