Στη Σαντορίνη πήγα πρώτη φορά στη δεκαετία του ’80. Τα καράβια έκαναν εκατό ώρες και όταν πλησιάζαμε βγήκα στο κατάστρωμα σχεδόν νεκρή από κούραση και βαρεμάρα. Έβλεπα ένα βράχο, ένα βράχο και ξαφνικά -το θυμάμαι σαν να είναι χθες- σχεδόν απροειδοποίητα για το σοκ που θα ακολουθούσε, το πλοίο μπήκε στην καλντέρα. Και έμεινα στον τόπο.

Μέσα μου, πολύ βαθιά, ακούστηκε ένα ωχ! Μου βγήκε με ένα βαθύ αναστεναγμό που δεν έχω ξανανιώσει ποτέ για μέρος. Για την ακρίβεια έχω νιώσει τέτοια ωχ!, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού και είναι λύπης και χαράς αλλά για τόπο ποτέ δε το ξανάνιωσα. Ορκίζομαι έχω δει σπουδαία μέρη, αλλά αυτός ο λυγμός της ψυχής, που μοιάζει με τις πρώτες νότες στην άνοιξη του Βιβάλντι, την Κάλλας στο O Mio Babbino Caro, ένα ρεμπέτικο από ένα ραδιοφωνάκι που κάτι σου θυμίζει και σου ραγίζει την καρδιά, η πρώτη φορά που είδες Ρέμπραντ, τη Νυχτερινή περίπολο. Βάζω παραδείγματα της τέχνης όχι γιατί είμαι ψώνιο, αλλά γιατί αυτό τον τόπο τον συγκρίνω με ποίημα της τέχνης. Αλλιώς δεν εξηγείται. Φαντάζομαι σε μια θεϊκή μονομαχία, όλα τα μέρη του κόσμου θα έσκιζαν τις σάρκες τους για να είναι η Σαντορίνη και ξέρουν ότι δε θα γίνουν ποτέ.

Σαντορίνη

Όπου ηφαίστειο και καταστροφή. Από την καταστροφή εξαιτίας του πολλά βλέπουμε στον κόσμο, σαν την περιλάλητη Πομπηία, αλλά αυτό το θαύμα της γέννησης ενός τόπου, ένα γέννημα θρέμμα του ηφαιστείου με τόση ομορφιά, από όπου και να το δεις, από τα ψηλά προς τα κάτω, χαμηλά κοντά στην άβυσσο, δεν υπάρχει.

Οι κάτοικοι της εποχής του Χαλκού αυτή την ομορφιά τη σημερινή δεν την είχαν, αλλά είχαν πλούτο, καλό γούστο, μας το φανερώνουν οι λεπτομέρειες στις τοιχογραφίες. Οι γυναίκες έβαφαν κοκέτικα τα χείλη τους και κοίταζαν με λαχτάρα τα κοσμήματα στα χέρια μιας δούλης και τα ρούχα που φορούσαν δεν ήταν λινά. Ο Χρήστος Ντούμας, αυτός ο σπουδαίος αρχαιολόγος, ένας εθνικός μας θησαυρός και ανασκαφέας της Σαντορίνης, λέει ότι βρήκαν στις ανασκαφές και ένα κουκούλι μεταξοσκώληκα. Και μόλις το άκουσα αυτό, πήγα πάλι πίσω στις εικόνες των γυναικών της Σαντορίνης που φορούν διάφανα πέπλα και ρούχα. Μεταξωτά είναι τα ρούχα τους, γι’ αυτό ακούμε το θρόισμά τους μέσα στους αιώνες.

Σαντορίνη

Η Σαντορίνη είναι μια πηγή ευτυχίας, τη λέει κανένας και νησί αισιόδοξο και ας συναντά την άβυσσο στην πρώτη του βουτιά, το μαύρο σκοτάδι, σαν πηγή μυστηρίου. Τη Σαντορίνη τη λες και νησί κόσμημα, αρχιτεκτόνημα σπάνιο και μοναδικό. Υπάρχει ο γαλάζιος ουρανός και ο ήλιος που τη βάφει με σκληρά και τρυφερά χρώματα, τα πετρώματα που αλλάζουν τόνους χρωμάτων, τα υπόσκαφα σπίτια τεκμήρια της λαϊκής σοφίας των κατοικιών που δεν υπάρχουν πια.

«Στη Σαντορίνη ήθελα να ρίξω μια ματιά που να περικλείει όσο το δυνατόν περισσότερα», λέει ο αρχισυντάκτης του ντοκιμαντέρ «Ελλάδα από το Α ως το Ω», Κωστής Ζαφειράκης. «Ήθελα μια αφήγηση που να ξεκινά από το Ακρωτήρι, την πρώτη γνωστή κατοικία των Σαντορινιών και να καταλήγει στο σήμερα. Θέλαμε να αποτυπώσουμε τη ματιά που έχουμε ακολουθώντας μια μακρά διαδρομή, με πληροφορίες και μαρτυρίες γνωστές ή λιγότερο γνωστές, μιλώντας με τους ανθρώπους που είναι συνδεδεμένοι με μακρά εμπειρία με τον τόπο. Η Σαντορίνη έχει έναν πολύ ισχυρό μύθο, αυτόν της Ατλαντίδας και ακόμα και αν δεν ισχύει, πράγμα που μάλλον συμβαίνει, μας αφήνει να ονειρευόμαστε και το τοπίο του, το επιτρέπει.

Όμως για ‘μένα η Σαντορίνη, εκτός από τον αρχιτεκτονικό, αρχαιολογικό και παραγωγικό της πλούτο είναι ένα νησί σύγχρονο που προσπαθεί να μη χάσει τη γραφικότητά του και να ακολουθήσει το ρυθμό της εποχής, να είναι τουριστικά στους κορυφαίους προορισμούς, αλλά και να μην καταστραφεί. Έτσι κρατάμε μια κριτική ματιά που θα βοηθήσει τον ίδιο τον επισκέπτη που πηγαίνει για πρώτη φορά, αλλά και τον επισκέπτη που πηγαίνει ξανά και ξανά, να ερμηνεύσει όλα όσα συμβαίνουν. Πατώντας σε γνωστά μονοπάτια και αποκαλύπτοντας άγνωστα, αυτό που καταλαβαίνει κανείς είναι ότι η Σαντορίνη έχει μια πελώρια ιστορία και θα έχει πάντα μέρη και ιστορίες να ανακαλύψει κανείς, ιστορίες μικρές και μεγάλες, πάντα σημαντικές ακόμα και όταν είναι καθημερινές και πάντα συγκινητικές».

«Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη…», λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στην  Ωδή στη Σαντορίνη. Η Σαντορίνη με την αγριάδα να παντρεύεται την ηρεμία, είναι ένας μοναδικός συνδυασμός. Η καλντέρα πρασινίζει και παίρνει το χρώμα της γης, τα σταφύλια πατιούνται και τα ντοματάκια λιάζονται, η πέτρα και η λάβα μαλακώνουν καθώς γέρνουν στη γη, στα σταφύλια, τα άνυδρα αμπέλια, τα γλυκά κρασιά.

Η Σαντορίνη είναι και η καλντέρα και η κατεβασιά με την πρωϊνή υγρασία από το βουνό του Προφήτη Ηλία, που αγκαλιάζει τον Πύργο και σκεπάζει σιγά σιγά ολόκληρη τη Σαντορίνη. Είναι ο τόπος που θαύμασε ο Λε Κορμπιζιέ για τις αρχιτεκτονικές καμπύλες της. Τα παλιά σπίτια της αναπνέουν σε μια θερμοκρασία ήπια σε ένα περιβάλλον δροσερό.

Το περιβάλλον της σε ξεπερνάει, ξεπερνάει ακόμα και τον φωτογράφο που θα προσπαθήσει να αποτυπώσει την ομορφιά της, το δημοσιογράφο που θα βάλει τα δυνατά του να την περιγράψει, τον ταξιδιώτη που θα έρθει από την άλλη άκρη του κόσμου. Κρατώντας στα χέρια σου την κληρονομιά με το αρχαίο βουητό, τη βυζαντινή ομορφιά, τη γη που δίνει καρπούς, δεν μπορείς σήμερα παρά να κοιτάξεις τη Σαντορίνη με ένα τρυφερό βλέμμα και λίγη ανησυχία. Αυτό το μέρος πολύτιμο σαν κόσμημα πρέπει να σωθεί και να ανθίζει πάντα.

Ιnfo: «Ελλάδα από το Α ως το Ω», το επόμενο επεισόδιο είναι αφιερωμένο στη Σαντορίνη και προβάλλεται την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου στις 21:00, στο κανάλι του ΟΤΕ TV, ΟΤΕ History