Η φετινή εναρκτήρια παράσταση του Εθνικού Θεάτρου (που σηματοδοτεί και την έναρξη μιας σεζόν «χρεωμένης» αποκλειστικά στον νυν Καλλιτεχνικό Διευθυντή) έμελλε να ανήκει σε έναν καλλιτέχνη με πολλούς θαυμαστές, αλλά πρωτοεισερχόμενο στο θεατρικό χώρο. Η παράσταση «Στέλλα κοιμήσου» δια χειρός του κινηματογραφιστή Γιάννη Οικονομίδη είναι μια απολύτως signature παράσταση, που χρωστάει μονάχα την κεντρική ιδέα του story στην Ξενοπουλική «Στέλλα Βιολάντη» (αν και αρχικά είχε παρουσιαστεί ως σύγχρονη μεταγραφή της) και η οποία κατάφερε ήδη από την πρεμιέρα της να φέρει το Εθνικό δυναμικά στο προσκήνιο των συζητήσεων.

Στέλλα κοιμήσου, ©Μυρτώ Αποστολίδου

©Μυρτώ Αποστολίδου

Ο Οικονομίδης δημιούργησε και βασίστηκε σε έναν βασικό -άκρως δημοφιλή- καμβά όσον αφορά την πλοκή: η κόρη μιας πλούσιας οικογένειας αρνείται να παντρευτεί το γιο του υπουργού τον οποίο της προορίζουν και, παρά τη σύγκρουση μαζί τους, αναγκάζεται, ηττημένη, να οπισθοχωρήσει υπό το βάρος της απόλυτης πατρικής εξουσίας. Στην εκδοχή του Οικονομίδη, βέβαια, η οικογένεια δεν είναι κάποιοι ευυπόληπτοι μεγαλοαστοί, αλλά αυτή ενός αρχιμαφιόζου της νύχτας, βίαιου και τραμπούκου, που έχει την οικογένειά του «σούζα» και που δεν μπορεί να περιμένει την ώρα που, επιτέλους, θα ανέλθει από τον υπόκοσμο στον στίβο της πολιτικής και θα αποκτήσει τον πολυπόθητο σεβασμό των άλλων (χρήματα ήδη έχει μπόλικα). Ακόμη κι έτσι, πάντως, η συνταγή ακούγεται στερεοτυπική, βγαλμένη θαρρείς από σαπουνόπερα της κακιάς ώρας. Και οι ίδιοι οι χαρακτήρες μπορούν να περιγραφούν στερεοτυπικά (η τσαμπουκαλού Στέλλα, ο χαραμοφάης αδερφός, η basse classe μητέρα, η μεγαλοπιασμένη θεία Βάσω, ο άβουλος σύζυγός της).

Στέλλα κοιμήσου, ©Μυρτώ Αποστολίδου

©Μυρτώ Αποστολίδου

Προφανώς, η πρόθεση του Οικονομίδη δεν είναι να μείνει εκεί. Η ιστορία, επί τούτου σχηματοποιημένη, είναι η αφορμή, και δεν επιθυμεί να πείσει ούτε ως love story (για παράδειγμα, ο αγαπημένος της Στέλλας παρουσιάζεται μάλλον άχρωμος και αδιάφορος μπροστά στη δική της δυναμική παρουσία, ενώ γίνεται σαφές πως και ο γιος του υπουργού υπήρξε δική της σχέση και όχι «με το ζόρι προξενιό»), ενώ οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων υφίστανται μονάχα ως πεδία συγκρούσεων. Η οικογένεια Γερακάρη μάς ενδιαφέρει ως κομμάτια μιας πληγής που στάζει χολή και μίσος, κεφάλια ενός τέρατος που αλληλοσπαράσσονται. Είναι πολύ χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, πως ακόμη και η Στέλλα, η ηρωίδα που διαφοροποιείται από τον οικογενειακό της περίγυρο, σκιαγραφείται σκηνικά με τα ίδια αδρά και βίαια χαρακτηριστικά.

Πόσα ντεσιμπέλ φωνών και υβρεολογίου να αντέξει κανείς και για πόση ώρα;

Το ιδιάζον χαρακτηριστικό της παράστασης, πάντως, -όπως συνάγεται από την «εξωτερική» και εξαιρετικά έντονη εντύπωση- δεν είναι το μήνυμα που μεταφέρει. Ακόμη κι αν συμφωνήσουμε, μάλλον ομόφωνα, πως πρόθεση του σκηνοθέτη είναι να αποτυπώσει μια εικόνα -μεμονωμένη, ακραία, φανταστική ή όχι τόσο, δεν έχει σημασία- της ελληνικής (οικογένειας και) κοινωνίας, αυτό που χαρακτηρίζει την παράσταση είναι το ύφος της: η σαρωτική επικράτηση της ασυγκράτητης λεκτικής βίας που κυριεύει τη σκηνή και που, αδιαμφισβήτητα, επιθυμεί να δοκιμάσει τα όρια του κοινού. Πόσα ντεσιμπέλ φωνών και υβρεολογίου να αντέξει κανείς και για πόση ώρα; Συχνά στην παράσταση γίνεται φανερό πως ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται καν για το αν ή ποια λόγια θα ακουστούν, έτσι όπως οι φωνές καλύπτουν η μία την άλλη καταλήγοντας σε ένα αφόρητο κρεσέντο, και, άλλωστε, έχει επισημανθεί πως το έργο, αν και συγκεκριμένο ως προς τα βασικά σημεία του, αυτοσχεδιάζεται μέχρι κάποιο βαθμό επί σκηνής. Δεν έχει τόση σημασία ποιες λέξεις χρησιμοποιούνται, αρκεί να πληγώνουν.

Στέλλα κοιμήσου, ©Μυρτώ Αποστολίδου

©Μυρτώ Αποστολίδου

Παραδόξως (ή όχι και τόσο), αυτό το χαρακτηριστικό της παράστασης, που την κάνει αυτό που είναι, αποδεικνύεται και μειονέκτημά της, καθώς η φόρμα υπονομεύει, τουλάχιστον σε σημεία, την πρόθεση. Μια οργάνωση της σκηνικής αναρχίας, μια σκηνοθετική διευθέτηση της υποκριτικής ελευθερίας, ένα «μάζεμα» είναι απαραίτητο, θεωρώ.

Είναι αληθινά εύστοχος ο τρόπος με τον οποίο ο Οικονομίδης δοκιμάζει τα αντανακλαστικά του κοινού

Από την άλλη, είναι αληθινά εύστοχος ο τρόπος με τον οποίο ο Οικονομίδης δοκιμάζει τα αντανακλαστικά του κοινού. Παίζοντας με τις αισθητικές αντιθέσεις, ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα πρώτο μέρος ωμής μεν γλώσσας, αλλά κανενός ρεαλισμού, όπου οι οι ηθοποιοί επιδίδονται σε ένα επιτηδευμένο παίξιμο, στα άκρα της σαπουνόπερας που προαναφέρθηκε· δεν νομίζω πως κανείς μπορεί να πάρει στα σοβαρά, ως συμβολισμό, υπονοούμενο ή σχολιασμό, αυτά που βλέπει επί σκηνής. Γι’ αυτό και το δεύτερο μέρος, όπως ορίζεται από την είσοδο του πατέρα, όπου οι τόνοι μεταστρέφονται και η σκηνή πλημμυρίζει με μια ανησυχητικά απειλητική αληθοφάνεια, ξεγυμνώνει την παράσταση από κάθε συνθήκη ψεύδους και αποκαλύπτει τη σκηνοθετική πρόθεση. Ούτε το φινάλε προσφέρει την ψευδαίσθηση οποιασδήποτε λύτρωσης· εδώ, η Στέλλα δεν θα ξεφύγει δια του θανάτου.

Στέλλα κοιμήσου, ©Μυρτώ Αποστολίδου

©Μυρτώ Αποστολίδου

Όσον αφορά τις ερμηνείες, οι ηθοποιοί υπακούουν συνολικά στη σκηνοθετική συνθήκη, αν και κάποιοι εμφανίζονται επαρκέστεροι ως προς τον απαιτούμενο αυτοέλεγχο. Ενστάσεις υπάρχουν για την απόδοση κάποιων ρόλων -όπως αυτός της Στέλλας (την ερμηνεύει η Ιωάννα Κολιοπούλου) ή της μητέρας της (Καλλιρόη Μυριαγκού), που διατηρούν σε όλη τη διάρκεια μια αίσθηση εξωτερικότητας-, όμως είναι πιθανό να ορίζονται από το σκηνοθετικό ζητούμενο. Ο Στάθης Σταμουλακάτος, με την ερμηνεία του στον ρόλο του πατέρα, αποτελεί αδιαμφισβήτητα το σημείο τομής της παράστασης.

Εντέλει, στην περίπτωση αυτής της «Στέλλας», έχουμε να κάνουμε με μια παράσταση που μετράει περισσότερο ως παραστασιακό συμβάν, παρά ως αυτοτελές κείμενο (ενδεχόμενα, μια βαθύτερη εργασία επ’ αυτού να παρέδιδε και ένα αξιόλογο νέο έργο)· με μια παράσταση με δυναμική και δυναμικές, αλλά όχι χωρίς ατέλειες. Περισσότερο, πάντως, έχουμε να κάνουμε με μια παράσταση που ναι μεν γεννιέται μέσα στην ένταση, αλλά αποκαλύπτεται πληρέστερα αφού αυτή κατακάτσει.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Πέτρος Ζερβός

Info παράστασης: Στέλλα κοιμήσου | Νέα Σκηνή – Εθνικό Θέατρο | 13 Οκτωβρίου – 11 Δεκεμβρίου| Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00 & Κυριακή στις 19:30 | Είσοδος: 5€ – 15€

Σχετικά άρθρα:

– Ο Γιάννης Οικονομίδης για το σκοτεινό νανούρισμα «Στέλλα κοιμήσου», συνέντευξη στην Αργυρώ Μποζώνη