Έχω μια φίλη αγαπημένη που όσο μεγαλώνουμε με εθίζει όλο και περισσότερο στο παιχνίδι «σε τι σπίτι μεγάλωσε;». Είναι το πρώτο, το θεμελιώδες ερώτημα όταν, επιχειρούμε να ψυχογραφήσουμε ανθρώπους αλλά και ανθρώπων πράξεις, συνήθειες και συμπεριφορές καλές και κακές. Άνοιξα τα Αμπέλια του Σταύρου Ζουμπουλάκη και  ο συγγραφέας δεν με άφησε να προλάβω και να αναρωτηθώ. Μιλά για τον πατέρα του λέγοντας:

«Θέλω να πω ότι ήταν ένας προκομμένος άνθρωπος, που πίστευε ότι μόνο με τα γράμματα προκόβει κανείς ή, καλύτερα, μόνο αυτή την προκοπή επιδοκίμαζε εκείνος».

Στ’ αμπέλια είναι ένα οικογενειακό χρονικό στην ουσία, ένα ημερολόγιο του θέρους της Λακωνίας άλλοτε κυνικό, κάπως νοσταλγικό, ένα χρονικό αυθόρμητο και ειλικρινές, απογυμνωμένο από κάθε λογοτεχνική, στοχαστική εκλέπτυνση. Μου λέει πολλά για τον άνθρωπο που το έγραψε και δε ζει με το άγχος και το βάσανο να είναι λογοτέχνης.

Στ’ Αμπέλια συναντάς ανθρώπους άγιους και μανιακούς χαρτοπαίκτες και ανεπρόκοπους και άκακες ψυχές, μέσα σε μεγάλη φτώχεια, σε έναν τόπο που εμείς οι πρωτευουσιάνοι αποκαλούμε «σπάνιας ομορφιάς»- καταγγέλλοντας κάθε παρέμβαση πολιτισμού που έχει διευκολύνει τη ζωή των ανθρώπων-  σε ένα σκληρό και γεμάτο σκληρό φως καλοκαίρι, όπως το είδε ο νεαρός Ζουμπουλάκης που έφτανε εκεί για τρίμηνες διακοπές και για να βάλει μια στάλα κρέας πάνω του.

Με το βιβλίο ευφράνθηκα, μπήκα σε μια ζωή που δε γνωρίζω παρά από περιγραφές, έχω κάτι λίγες «αγροτικές αναμνήσεις» από παιδικές διακοπές να ανεβάζω πυρετό όταν με κυνηγούσαν κουνέλια. Εμείς οι άνθρωποι της πόλης όπως σημειώνει ο Ζουμπουλάκης, έχουμε μια αισθητική στάση απέναντι σε αυτή την άγνωστή μας ζωή. Το ανακουφιστικό αυτό βιβλίο σου γνωρίζει μια ζωή που έχεις διαβάσει κυρίως λογοτεχνικά. Εδώ, χωρίς ενοχή ο αναγνώστης ανακαλεί δικές του αναμνήσεις, -πόσο αλλιώτικες ήταν οι ζωές αυτές που δεν υπάρχουν πια, πόσο διαφορετικές αφετηρίες έχουμε όταν προσεγγίζουμε τα κείμενα. Το γράφω αυτό γιατί αυτή η συνομιλία των αισθήσεων και των αισθημάτων που δημιουργεί το βιβλίο οδηγεί πολύ τρυφερά και καθόλου αυτάρεσκα τον αναγνώστη να ανακαλύψει ένα σκασμό λέξεων και εννοιών και συνηθειών που ίσως συναντά για πρώτη φορά, μπορεί και για τελευταία. Μπουκακάδες, μπλέζες, τι σημαίνει «του λιναριού τα πάθη» και «πολλή ύλη λαϊκής θρησκευτικότητας».

Οφείλω να πω ότι μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου κατάλαβα επιτέλους αυτό που μου διαφεύγει όταν διαβάζω Παπαδιαμάντη, δε θα το καταλάβω μάλλον ποτέ αφού δεν έχω περάσει με το φέγγος, το θαύμα και το φόβο μια νύχτα της ζωής μου σε τσαρδί και η φύση που με γοητεύει δε με έχει κάνει ένα με τα σπλάχνα της.

Αυτό το βιβλίο θα το χάριζα σε κάποιον για να διαβάσει μέσα από μια γεμάτη αγάπη ανάμνηση καθόλου μελό ή ωραιοποιημένη, την ιστορία ενός τόπου και ενός κόσμου που έχουν χαθεί και γιατί τα Αμπέλια δεν είναι ένα έργο νοσταλγικά θρηνητικό, είναι ένα βιβλίο χαρούμενο.

Όμως πέρα από την αφήγηση των καλοκαιριών στη Λακωνία αυτό που δεν έχω σταματήσει να σκέφτομαι είναι ο ίδιος ο συγγραφέας και η ηθική του επιλογή να είναι πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων, κάτι που προέκυψε και εξαιτίας της παραμονής του ως παιδί σε αυτό το άγονο χωριό.

Είναι μια σελίδα του βιβλίου λυτρωτική, μια πρόκληση για τον αναγνώστη καθώς ο συγγραφέας βάζει τη βάση και τα όρια στον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε «ψυχική συμφωνία» με τον άλλο. Εδώ ο συγγραφέας, με αυτή την τοποθέτηση στέκεται ψηλά -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- όχι σε βάθρο, αλλά σε ένα ωραίο, στο πιο ωραίο τσαρδί πάνω σε μια μεγάλη ελιά, που μόνο εκείνος θα μπορούσε να ονειρευτεί.