Στη στήλη “οld boy talks cinema” καταγράφω την τελευταία δεκαετία σκέψεις και συναισθήματα που μου προκαλούν ταινίες και σπανιότερα τηλεοπτικές σειρές. Ο λόγος που θα κάνω μία και μοναδική εξαίρεση αυτή τη φορά για ένα θεατρικό έργο, είναι επειδή βλέποντάς το θεώρησα ότι το «Στέλλα Κοιμήσου» δεν μπορεί να λογιστεί ως κάτι διαφορετικό από το υπόλοιπο έργο του Γιάννη Οικονομίδη, δεν μπορεί να λογιστεί ως κάτι ξένο, αλλά πρέπει να μπει ακριβώς δίπλα στη φιλμογραφία του. Το «Στέλλα Κοιμήσου» είναι μεν θέατρο και μόνο θέατρο, είναι θέατρο «καθαρό» -αν και ο όρος είναι αδόκιμος- χωρίς τη χρήση προβολών οπτικοακουστικού υλικού, αλλά στο μυαλό μου τουλάχιστον είναι ταυτόχρονα  -όσο παράδοξο κι αν ακούγεται- και η πέμπτη ταινία του Οικονομίδη. Μετά το «Σπιρτόκουτο»,  την «Ψυχή στο Στόμα», τον «Μαχαιροβγάλτη» και το «Μικρό Ψάρι», το «Στέλλα Κοιμήσου».

Το «Στέλλα Κοιμήσου», το οποίο μετά από δυο εξαιρετικά επιτυχημένες εμπορικά σεζόν στο Εθνικό, συνεχίζει σε μια τρίτη εξαιρετικά επιτυχημένη εμπορικά σεζόν στο θέατρο Τζένη Καρέζη, είναι εμπνευσμένο ως προς τη κεντρική του ιδέα από την «Στέλλα Βιολάντη» του Γρηγόρη Ξενόπουλου, αλλά από εκεί και πέρα ο κόσμος τον οποίο ο Οικονομίδης δημιουργεί στη σκηνή, είναι ο κόσμος που ο Οικονομίδης δημιουργεί και στις ταινίες του, είναι ένας κόσμος που πριν τον Οικονομίδη δεν είχε αποτυπωθεί ποτέ με το δικό του ακριβώς τρόπο και από τη στιγμή που αποτυπώθηκε, η ακρίβεια του τρόπου του έχει κάτι το αδιαπραγμάτευτα προσωπικό: ούτε μπορεί να κοπιαριστεί από άλλους χωρίς να φτάσουμε σε γκροτέσκο αποτελέσματα, ούτε υπάρχει περίπτωση να δεις κάτι δικό του και να μην αναγνωρίσεις ότι είναι δικό του. Ταυτόχρονα αυτό το τόσο δικό του δεν είναι βγαλμένο ούτε από το κεφάλι του, ούτε από εφιάλτες του, ούτε από καλλιτεχνικές ενδοσκοπήσεις, αντίθετα αντανακλά και μεταγράφει καλλιτεχνικά πλευρές της πραγματικότητας, οι οποίες ήταν πάντα παρούσες, αλλά αν μας ήταν σε ένα βαθμό αόρατες ήταν επειδή δεν είχε βρεθεί ο δημιουργός εκείνος που θα τις καθιστούσε ορατές, αν ήταν σε ένα βαθμό απωθημένες, ο Οικονομίδης ήρθε, τις έβαλε σε πρώτο πλάνο, φρόντισε και να ανεβάσει την ένταση των ήχων και των καταστάσεων στη διαπασών, κι έτσι τώρα ο κόσμος του -η συγκεκριμένη πλευρά της πραγματικότητας μέσα από το βλέμμα του- αποτελεί τμήμα της συλλογικής πρόσληψης του έξω κόσμου· όχι όλων μας, αλλά ίσως όλων όσων έχουν δει ταινίες του ή όλων όσων πρωτοείδαν Οικονομίδη στο θέατρο. Για αυτούς τους τελευταίους η επίδραση της παράστασης θα ήταν ίσως εντονότερη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και για τους υπόλοιπους η επίδραση δεν είναι μεγάλη.

Το «Στέλλα Κοιμήσου» χωρίζεται σε δύο ίσης διάρκειας μέρη. Στο πρώτο δεσπόζει μια απουσία, στο δεύτερο μια παρουσία. Το πρώτο χτίζει την αναμονή και το φόβο για την επικείμενη παρουσία του δεύτερου. Διαδραματίζεται όλο στο σαλόνι μιας πολύ πλούσιας και πολύ προβληματικής οικογένειας. Η οικογένεια Γερακάρη έχει πάρα πολλά λεφτά γιατί ο πάτερ φαμίλιας, ο Αντώνης Γερακάρης, είναι μαφιόζος. Μαφιόζος, πιστολάς, παρακράτος, έμπορος ναρκωτικών, αλλά και επιχειρηματίας. Ίσως συνέβαινε σε όλες τις εποχές, πάντως σίγουρα συμβαίνει στη δική μας: κανείς μαφιόζος δεν εξαντλεί τις δουλειές του μόνο στις παράνομες δραστηριότητες. Το νόμιμο σκέλος των δραστηριοτήτων τρέχει παράλληλα με το παράνομο, άλλοτε προς τον σκοπό επίτευξης νόμιμων καπιταλιστικών κερδών, άλλοτε προς το σκοπό ξεπλύματος του βρώμικου χρήματος. Και ο Αντώνης Γερακάρης, γιος βοσκού που τον πήγαινε να βλέπει σαν μικρό παιδί τη σφαγή των ζώων για να σκληραίνει, ήρθε στην Αθήνα κι έμαθε «να παίζει το παιχνίδι» της δύναμης και της επιβολής. Όταν του επιτίθενται με σφαίρα, έμαθε να απαντάει με κανόνι. Και τα δικά του γεννητικά όργανα δεν είναι χαμηλά, αλλά στο κεφάλι του.

Δεκαετίες αργότερα λοιπόν είναι έτοιμος να κάνει το επόμενο βήμα, είναι έτοιμος να ξεπλύνει μετά από τα λεφτά του και το όνομά του, είναι έτοιμος ως παρακράτος να παντρευτεί το κράτος, είναι έτοιμος «να πάει να πάρει το μαγαζάκι» κι όλα αυτά μέσω του γάμου της μεγάλης του κόρης με το γιο μιας ξακουστής πολιτικής οικογένειας της χώρας. Σε μια εβδομάδα γίνεται ο αρραβώνας. Αλλά η μεγάλη κόρη ερωτεύτηκε ξαφνικά άλλον, έναν ηθοποιό τηλεστάρ. Κι ο ηθοποιός την πήρε τηλέφωνο πανικόβλητος, λέγοντας ότι ξύπνησε το πρωί και στον καναπέ του σπιτιού του βρήκε να τον περιμένουν δυο μπράβοι του μπαμπά της με κρουασάν και κουλουράκια. Και τον τσουβάλιασαν σε ένα αυτοκίνητο και τώρα τον φέρνουν σπίτι της.

Στο πρώτο μέρος της παράστασης όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (η μικρότερη αδελφή της που θαυμάζει τον πατέρα τους και προσπαθεί να κρατά την οικογένεια σε μια τάξη όπως εκείνος θα ήθελε, ο μικρότερος αδελφός της που είναι γουαναμπί μουσικός, καπνίζει περισσότερο χασίσι από ό,τι θα έπρεπε και κυκλοφορεί σαν λέτσος, η διαρκώς μεθυσμένη αλκοολική μάνα της, η αδελφή του πατέρα της που προσπαθεί να λειτουργεί ως δεξί του χέρι, ο άντρας της που είναι ένα είδος απρόσωπου και άχρηστου κονσιλιέρε) μαθαίνουν φρικαρισμένοι τα καθέκαστα. Η μεγάλη κόρη είχε κρατήσει κρυφό από εκείνους τον -ούτως ή άλλως φρέσκο χρονικά- μεγάλο έρωτά της και κρυφό από τον μεγάλο έρωτά της το γεγονός ότι θεωρητικά αρραβωνιάζεται σε μια βδομάδα. Αναγνωρίζει ότι τα έχει κάνει σκατά, δηλώνει όμως αποφασισμένη να φτιάξει τώρα τα πράγματα, δηλώνει αποφασισμένη να διαλύσει τον αρραβώνα και να ζήσει με τον τρόπο που της υπαγορεύει ο έρωτάς της, να ζήσει με τον τρόπο που την έχει αλλάξει ο έρωτάς της.

Άλλοι θα πάρουν το μέρος της, οι περισσότεροι θα προσπαθήσουν να την μεταπείσουν, εξηγώντας της ότι άλλο πράγμα ο έρωτας και άλλο πράγμα ο αρραβώνας και ο γάμος με τη συγκεκριμένη πολιτική οικογένεια, εξηγώντας της ότι κανείς δεν της είπε να είναι πιστή ή αφοσιωμένη, να παντρευτεί μόνο της ζητήθηκε, άπαντες όμως τρέμουν για αυτό που πρόκειται να συμβεί, τρέμουν για τον τρόπο που θα αντιμετωπίσει ο μπαμπάς Γερακάρης τον ηθοποιό, ο οποίος φτάνει στο σπίτι κατατρομαγμένος.

Έχει χτιστεί τόσο δυσοίωνα το πορτρέτο του Γερακάρη που ο ηθοποιός που θα εμφανιστεί επιτέλους στη σκηνή να τον υποδυθεί έχει να σηκώσει μεγάλο βάρος. Ο Στάθης Σταμουλακάτος εμφανίζεται και αμέσως πριν ακόμη απευθύνει τον λόγο σε κανένα είναι σαφές ότι θα το σηκώσει με άνεση. Για τα επόμενα τρία τέταρτα θα παραδώσει μια σαρωτική ερμηνεία που δύσκολα ξεχνιέται. Είχαν δίκιο όσοι έλεγαν στην κόρη ότι αποκλείεται ο πατέρας της να αφήσει να γίνει το δικό της κι ότι αυτός ο γάμος είναι απόλυτα σημαντικός για την οικογένεια, ώστε να ματαιωθεί; Είχε δίκιο η κόρη όταν τους έλεγε πως αν του εξηγήσει πως νιώθει πραγματικά, εκείνος θα κάνει πίσω, γιατί στην τελική ανάλυση είναι κόρη του και την αγαπάει αληθινά και άνευ όρων, όπως κι εκείνη τον αγαπά αληθινά και άνευ όρων; Ό,τι από τα δύο κι αν συμβεί ο Γερακάρης του Σταμουλακάτου είναι μια δύναμη της φύσης. Και ταυτόχρονα μια δύναμη της κοινωνίας, μια δύναμη της κοινωνικής συνθήκης. Όπως και η φύση έτσι και η κοινωνία υποκλίνεται στη δύναμη, υποτάσσεται στη δύναμη, προσκυνά τη δύναμη, ενίοτε λατρευτικά, ενίοτε τρομαγμένα.

Και αν η δύναμη της πολιτικής οικογένειας είναι λιγότερο εξατομικευμένη, είναι ένα εξουσιαστικό πλέγμα σχέσεων στο οποίο μαθαίνεις να αναπνέεις από μικρό παιδί, λειτουργώντας μέσα του σαν το ψάρι στο νερό, γιατί αυτός είναι ο μόνος κόσμος και ο μόνος τρόπος που γνώρισες, η δύναμη του Γερακάρη είναι εκατό τοις εκατό δική του, ο Γερακάρης δεν είναι γόνος οικογένειας είναι ο ιδρυτής οικογένειας, η πολιτική οικογένεια παίζει το παιχνίδι γενιές τώρα, είναι μέσα στο μαγαζάκι, ο Γερακάρης για να φτάσει στο κατώφλι του έπρεπε να έχει μια άλλου τύπου δύναμη, μια δύναμη η οποία δεν φοβόταν να λερώσει τα δικά της χέρια, μια δύναμη η οποία δεν φοβόταν κανενός είδος λέρωμα γιατί από τα λερωμένα ξεκίνησε, μια δύναμη η οποία αν δεν ήταν κτηνώδης δεν θα ήταν δύναμη.

Βλέπεις το «Στέλλα Κοιμήσου» και ίσως το πιο γόνιμο πεδίο για διερεύνηση είναι η σχέση του Γερακάρη με την οικογένειά του, τα συναισθήματά του απέναντι στο κάθε μέλος της ξεχωριστά και συνολικά απέναντί της, ίσως το πιο γόνιμο πεδίο για διερεύνηση είναι και η έννοια της οικογένειας γενικότερα, έτσι όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από τη συγκεκριμένη εκδοχή οικογένειας. Ίσως όλα αυτά είναι και το πιο γόνιμο πεδίο για διερεύνηση επειδή επιτρέπουν και διαφορετικές αναγνώσεις, λιγότερο προφανείς, περισσότερο σύνθετες. Αλλά είναι και η συγκυρία τέτοια που θα μείνω λίγο στο πιο μονοσήμαντο. Στο ότι θα ήθελα πάρα πάρα πολύ να έβλεπα στην απεικόνιση ενός μαφιόζου κάτι μακρινό, κάτι που να διαδραματίζεται σε μακρινά σκοτάδια, κάτι που να μην αφορά την καθημερινότητά μας. Δυσκολεύομαι να το κάνω. Δυσκολεύομαι να μην δω στην καθημερινότητά μας τους στενότατους δεσμούς της πολιτικής ισχύος με την οικονομική, δυσκολεύομαι να μην δω στην καθημερινότητά μας μαφιόζικες πρακτικές για τις οποίες σφυρίζουμε αδιάφορα, δυσκολεύομαι να μην δω στην καθημερινότητά μας πόσο η οικονομική ισχύς είναι η μεγαλύτερη δύναμη απ’ όλες, πόσο κλείνουν παντού τα στόματα είτε από φόβο είτε επειδή μπουκώθηκαν αρκετά. Ας πάμε να φάμε δίπλα στην πισίνα. Σήμερα έχει κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες.

Info παράστασης:

Στέλλα κοιμήσου | Έως 23 Απριλίου 2019 | Θέατρο «Τζένη Καρέζη»