Ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ, υποψήφιος για Όσκαρ για την ταινία «Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα», μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τη ζωή και το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ σε μια αριστουργηματική βιογραφία για τον ρόλο του δημιουργού και τη ζωγραφική τέχνη.

Λίγα λόγια για την ταινία

Η ταινία σκιαγραφεί τα χρόνια που ο κορυφαίος Ολλανδός ιμπρεσιονιστής Βίνσεντ Βαν Γκογκ έζησε στην Αρλ της Γαλλίας, τότε που μαγεμένος από το γαλλικό τοπίο και φως δημιούργησε μερικά από τα πιο εμβληματικά έργα του, όπως η «Έναστρη Νύχτα», το «Υπνοδωμάτιο στην Αρλ» και η σειρά «Ηλιοτρόπια», μεταξύ εκατοντάδων άλλων. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Γουίλεμ Νταφόε, σε έναν ρόλο που του απέφερε το Βραβείο Ερμηνείας στο 75ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας αλλά και υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα Α’ Ανδρικού Ρόλου σε Δράμα.

Το σενάριο

Η ιδέα της ταινίας γεννήθηκε μέσα σε ένα μουσείο. Ο σκηνοθέτης και ζωγράφος Τζούλιαν Σνάμπελ μαζί με τον ηθοποιό, συγγραφέα και βραβευμένο με τιμητικό Όσκαρ για τη δουλειά του ως σεναριογράφος Ζαν Κλοντ Καριέρ («Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας», «Η Ωραία της Ημέρας») επισκέφθηκαν το Musée d’Orsay στο Παρίσι για να δουν την έκθεση “Van Gogh/Artaud: The Man Suicided by Society”.

Περπατώντας ανάμεσα στα έργα, η ιδέα τους άρχισε να παίρνει μορφή. Το ίδιο κιόλας απόγευμα ο Σνάμπελ άρχισε να σκέφτεται τη δομή της ταινίας. «Όταν στέκεσαι μπροστά από ένα έργο σου προκαλεί κάτι. Έχοντας σταθεί μπροστά από 30 έργα, η εμπειρία γίνεται κάτι ακόμα μεγαλύτερο. Όλα σου τα συναισθήματα συσσωρεύονται. Αυτή είναι η αίσθηση που επιχείρησα να δημιουργήσω στην ταινία», εξηγεί ο Σνάμπελ. «Βρέθηκα με τον Τζούλιαν και τον Βαν Γκόγκ στο ίδιο μουσείο. Ο Τζούλιαν μου είπε να πλησιάσω στον πίνακα που ήταν μια αυτοπροσωπογραφία και άρχισε να μου μιλάει για τεχνικές. Γιατί έχει χρησιμοποιήσει τρία διαφορετικά μπλε, γιατί έχει προσθέσει κόκκινες γραμμές. Ήμουν 20 εκατοστά από τον πίνακα και ένιωθα ότι ο Βαν Γκογκ είναι εκεί. Άκουγα την καρδιά του να χτυπάει, ένιωθα ότι ακούει όσα λέει γι’ αυτόν ένας άλλος ζωγράφος», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Ζαν Κλοντ Καριέρ.

Η ταινία δεν είναι μια κλασική βιογραφία αλλά πολλά παραπάνω. Είναι η ταινία ενός ζωγράφου που μας δίνει πρόσβαση σε όλη την καλλιτεχνική διαδικασία.

Χρώματα, τεχνικές και κάμερες

«Κοιτώντας τους πίνακες του Βαν Γκογκ παρατηρείς ότι είναι ένας άνθρωπος μακριά από την κοινωνία αλλά μέσα στη φύση. Για να δούμε όσα έβλεπε, έπρεπε να ακολουθήσουμε τα μονοπάτια του. Η ησυχία είναι εξίσου σημαντική με τον διάλογο, τα τοπία εξίσου σημαντικά με τα πορτραίτα. Είναι κυρίως πρωτοπρόσωπη αφήγηση και ελπίζω ότι θα έχετε την ευκαιρία να ζήσετε για λίγο μέσα του», λέει η Λουίζ Κούγκελμπεργκ, συν-σεναριογράφος και μοντέρ, της οποίας ο ρόλος ήταν εξαιρετικά σημαντικός στην παραγωγή της ταινίας.

Αν και έχουν γίνει πολλές ταινίες, τηλεταινίες, ντοκιμαντέρ και σειρές για τον Βαν Γκογκ, καμία δεν μπόρεσε να αγγίξει την εικαστική πλευρά του Σνάμπελ. Για τον ίδιο ήταν σημαντικό η ταινία να περιστρέφεται γύρω από την πράξη της ζωγραφικής και τις αληθινές σκέψεις και σχέσεις ενός ζωγράφου. Αναπόφευκτα η ιστορία μας συμπεριλαμβάνει έναν ακόμα σπουδαίο ζωγράφο, τον Πολ Γκωγκέν, ο οποίος συνάντησε τον Βαν Γκογκ στην Αρλ. Πολλά έχουν ειπωθεί για τη σχέση των δύο αντρών αλλά αυτό που ιντρίγκραρε περισσότερο τους Σνάμπελ, Καριέρ και Κούγκελμπεργκ ήταν ο τρόπος που τους διαμόρφωσε ως ζωγράφους, οι συζητήσεις που μπορεί να είχαν μεταξύ τους για τεχνικές και φιλοσοφία που κανείς δεν άκουσε ποτέ.

Στον ρόλο του Βαν Γκογκ είναι ο τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ, Γουίλεμ Νταφόε (“The Florida Project”, «Ο Τελευταίος Πειρασμός»). «Γνωρίζω τον Τζούλιαν χρόνια και όταν έμαθα ότι θα έκανε μια ταινία για τον Βαν Γκογκ ήθελα τον ρόλο. Διάβασα πολλά για τον ίδιο και συνειδητοποίησα ότι, ενώ όλοι νομίζουμε ότι τον ξέρουμε, στην ουσία δεν γνωρίζουμε τίποτα. Με γοήτευσε φοβερά», αναφέρει ο Νταφόε και συνεχίζει: «Η μεγαλύτερη πρόκληση για εμένα ήταν να μάθω να ζωγραφίζω. Ξεκινήσαμε με τα απλά, τα υλικά και τον τρόπο που έπρεπε να κρατάω τα πινέλα. Σιγά σιγά ο Τζούλιαν μου ζήτησε να ζωγραφίσω μόνος μου. Δεν λέω ότι έγινα ζωγράφος αλλά ένιωσα ελεύθερος μέσα από αυτή τη διαδικασία».

Όταν ο Όσκαρ Άιζακ (“Inside Llewyn Davis”, “Star Wars: Οι Τελευταίοι Jedi”) έφτασε στο set για να υποδυθεί τον Γκωγκέν, η δυναμική άλλαξε ακριβώς όπως έγινε και στην πραγματικότητα. «Μέχρι να εμφανιστώ ο Τζούλιαν ήταν πιο χαλαρός, περιπλανιόταν με τον Γουίλεμ στη φύση και ζωγράφιζαν καθώς γύριζαν την ταινία. Ξαφνικά όταν έφτασα ξεκίνησαν οι σκηνές που είχαν διάλογο. Ένιωσα ότι η παρουσία τον Πωλ θα ήταν έτσι ακριβώς», σχολιάζει ο Άιζακ. «Ο χρόνος που πέρασαν οι δυο τους στην Αρλ έχει πάρει μυθικές διαστάσεις. Η αγαπημένη μου σκηνή είναι όταν οι δυο τους είναι καθισμένοι δίπλα δίπλα και ζωγραφίζουν. Ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει αυτό που κοιτάει με τον δικό του τρόπο και ο Γκωγκέν επινοεί κάτι καινούριο», συμπληρώνει ο βραβευμένος με Χρυσή Σφαίρα ηθοποιός. Για τις ανάγκες τις ταινίες ετοιμάστηκαν πάνω από 130 πίνακες.

Η μίνιμαλ αισθητική του διευθυντή φωτογραφίας Μπενουά Ντελόμ («Η Θεωρία των Πάντων») ταίριαξε απόλυτα στην αισθητική του Σνάμπελ. Ο Ντελόμ άντλησε έμπνευση από τα γράμματα του Βαν Γκογκ: «Εμπνεύστηκα από τις σκέψεις του για τη ζωγραφική και την ευθύνη που θεωρεί ότι έχουν οι καλλιτέχνες για τον κόσμο. Πέρασα τρεις μέρες σε ένα λιβάδι με στάχυα γιατί θέλαμε τη σκιά του Βαν Γκογκ σε κάποιες σκηνές προς το τέλος της ταινίας. Ντύθηκα με τα ρούχα και το καπέλο του και περιπλανιόμουν στα χωράφια. Ένα μεγάλο μέρος της ταινίας έχει γυριστεί με την κάμερα στο χέρι. Ήθελα να μπορώ να τρέξω μαζί με τον Γουίλεμ, να μπορεί η κάμερα να είναι στο έδαφος και ξαφνικά να σηκώνεται στον ουρανό», σχολιάζει ο ίδιος.

Η αθέατη πλευρά του Βαν Γκογκ

Έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, η ζωή του Βαν Γκογκ παραμένει γνωστή και ταυτόχρονα άγνωστη. Ξέρουμε ότι ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ζωγράφους που υπήρξαν ποτέ και ότι γεννήθηκε στην Ολλανδία στις 30 Μαρτίου 1853. Ξέρουμε ότι άρχισε να ζωγραφίζει στη δύση της δεκαετίας των 20 χρόνων του και ότι πέθανε σε ηλικία 37 ετών στις 29 Ιουλίου 1890. Ξέρουμε ότι άφησε πίσω του 800 πίνακες και 1.200 ζωγραφιές από τα οποία πούλησε μόνο έναν πίνακα όσο ζούσε. Τα περισσότερα από όσα γνωρίζουμε για τον ίδιο προέρχονται από τα εκατοντάδες γράμματα που αντάλλαζε με τον αδελφό του Τεό και τους υπόλοιπους καλλιτέχνες. Ακόμα όμως το τελευταίο κομμάτι της ζωής του παραμένει υπό αμφισβήτηση, από το περιστατικό της κοπής του αυτιού του μέχρι τον ταραγμένο του ψυχισμό και το ξαφνικό βίαιο τέλος της ζωής του.

Ο Βαν Γκογκ άφησε το Παρίσι τον χειμώνα του 1888 και ταξίδεψε στην γαλλική επαρχία. Τον Οκτώβριο του 1888 συνάντησε τον Πωλ Γκωγκέν. Οι δυο τους εμπνεύστηκαν από τις αντιθέσεις της μοντέρνας εποχής και την αναζήτηση της ανθρώπινης αυθεντικότητας. Και οι δύο πέθαναν νέοι με τη φήμη τους να φτάνει στο απόγειό της μετά τον θάνατό τους. Ο αμοιβαίος σεβασμός έχει καταγραφεί όπως επίσης και η ιστορία του τέλους της φιλίας τους. Ο ρόλος του Γκωγκέν στο μοιραίο βράδυ που ο Βαν Γκογκ έκοψε το αυτί του, γνωρίζει πολλές εκδοχές. Η πιο γνωστή είναι ότι οι δυο τους διαφώνησαν και σε μια στιγμή απόγνωσης, νιώθοντας συντετριμμένος από την ανακοίνωση του Γκωγκέν ότι θα εγκαταλείψει την Αρλ, ο Βαν Γκογκ έκοψε το αυτί του και περπάτησε μέχρι ένα κοντινό πορνείο όπου και το παρέδωσε σε κάποια νεαρή πόρνη. Ύστερα από αυτό νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο και οι κάτοικοι της Αρλ, θεωρώντας τον επικίνδυνο, μάζεψαν υπογραφές για να τον διώξουν.

Οι εκδοχές για την ψυχική του κατάσταση είναι πολλές, από διπολική διαταραχή, σχιζοφρένεια, επιληψία μέχρι δηλητηρίαση από τις μπογιές, σύφιλη και θρησκευτική έκσταση. Αφού νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική με τη θέλησή του, συνέχισε να δουλεύει τα έργα του μέχρι το τέλος της ζωής του. Από όλα τα μυστήρια που καλύπτουν τη ζωή του, εκείνο του θανάτου του είναι ίσως το μεγαλύτερο. Στις 29 Ιουλίου 1890 ο Βαν Γκογκ πέθανε από τραύμα σφαίρας και για 100 χρόνια η ιστορία τον ήθελε να έχει στρέψει ο ίδιος το όπλο στον εαυτό του, μέχρι τη στιγμή που οι βραβευμένοι με Πούλιτζερ βιογράφοι Στίβεν Νάιφε και Γκρέγκορι Γουάιτ Σμιθ έδωσαν μια νέα εκδοχή των περιστατικών. Κατέληξαν ότι ο Βαν Γκογκ, που δεν είχε πρόσβαση σε κάποιο όπλο, είναι πιθανότερο να πυροβολήθηκε κατά λάθος από μια ομάδα εφήβων που τον κορόιδευαν και εκείνος αποφάσισε να σώσει τις ζωές τους αφήνοντας το σημείωμα στο κρεβάτι του που έλεγε «Μην κατηγορήσετε κανέναν. Ήμουν εγώ που ήθελα να με σκοτώσω». Αυτή είναι μια εκδοχή που μετατρέπει τον άνθρωπο που παραδίνεται στο ανυπόφορο, σε κάποιον που αντιμετωπίζει την τυχαιότητα της μοίρας με αποδοχή και θάρρος.

Δείτε το τρέιλερ:

Στοιχεία για την ταινία:

Σκηνοθεσία: Τζούλιαν Σνάμπελ
Σενάριο: Τζούλιαν Σνάμπελ, Ζαν Κλοντ Καριέρ, Λουίζ Κούγκελμπεργκ
Παραγωγή: Τζον Κίλικ
Ηθοποιοί: Γουίλεμ Νταφόε, Όσκαρ Άιζακ, Ρούπερτ Φρεντ, Μαντς Μίκελσεν, Εμανουέλ Σενιέ, Ματιέ Αμαλρίκ, Νιλς Άρεστρουπ
Φωτογραφία: Μπενουά Ντελόμ
Μοντάζ: Λουίζ Κούγκελμπεργκ, Τζούλιαν Σνάμπελ
Διεύθυνση Παραγωγής: Στεφάν Κρεσέντ
Μουσική: Τατιάνα Λισόφσκαγια

Διάρκεια: 111’
Διανομή: ΟDEON, AUDIO VISUAL
Είδος: Βιογραφία

Info: Από τις 17 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους από την ODEON και την AUDIO VISUAL