Η «Γλυκιά Πατρίδα» διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920, κάποια στιγμή θα εμφανιστεί κι ένα αυτοκίνητο, κάποια στιγμή θα δούμε και την υπαίθρια προβολή μιας ταινίας, ωστόσο ο χρόνος που διαδραματίζεται εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τόπο που διαδραματίζεται: βρισκόμαστε σε ουσιαστικά ερημικές και πάντως ελάχιστα ακόμη κατοικημένες περιοχές της βορειοκεντρικής Αυστραλίας, βρισκόμαστε αρκετές δεκαετίες πίσω στο χρόνο, βρισκόμαστε σε περιβάλλον φαρ ουέστ, σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει λιγότερη προθυμία να εποικιστεί από λευκούς Aγγλοσάξονες απ’ ό,τι το αντίστοιχο της αμερικάνικης άγριας δύσης, σε ένα περιβάλλον όπου οι αυτόχθονες Αβορίγινες κάτοικοί του αντιμετωπίζονται από τους λευκούς λιγότερο ως Ινδιάνοι και περισσότερο ως μαύροι σκλάβοι στις φυτείες του αμερικάνικου νότου. Κι όταν οι εξελίξεις θα φέρουν τους ήρωες σε ακόμη πιο ερημικές περιοχές, είναι σαν να ταξιδεύουμε κι ακόμη πιο πίσω στον χρόνο, μέχρι να φτάσουμε σε μια γη όπου ο χρόνος έχει παγώσει, όπου ο δυτικός πολιτισμός δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι του, όπου ένα κλεμμένο ρολόι θα μπορούσε να έχει αξία μόνο για όποιον θέλει να δει τον εαυτό του ως παιδί αυτού του συγκεκριμένου πολιτισμού.

Όταν ο νεοφερμένος λευκός κάτοικος της περιοχής, βετεράνος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, θα απευθυνθεί στον παλιό, θα τον ρωτήσει ακριβώς πού βρίσκει τα μαύρα «ζωντανά» του. Και θα ζητήσει να δανειστεί την εργατική τους δύναμη. Αλλά όχι μόνο αυτή. Το αρσενικό μαύρο ζωντανό θα προσφέρει απλήρωτη εργασία. Το θηλυκό μαύρο ζωντανό θα προσφέρει το κορμί του. Όχι εκούσια βέβαια. Γιατί ο νεοφερμένος λευκός έχει ανάγκες. Ανάγκες να στήσει το ράντσο του, ανάγκες σεξουαλικές.

© Michael_Corridore

© Michael Corridore

Στην, ίσως, πιο αξιομνημόνευτη ατάκα της ταινίας, όταν ο βιασμός ολοκληρωθεί, αφού o λευκός άντρας εξηγεί στη μαύρη γυναίκα ότι θα γδάρει ζωντανή κι αυτή και τους δικούς της αν πει τι έγινε, της λέει να σηκωθεί και να πλύνει τα σεντόνια από τη βρώμα της. Αν ο ρατσιστής βιαστής ξέρει ότι πριν τον βιασμό «δικαιούται» να χρησιμοποιήσει τη γυναίκα για να εκτονωθεί, αμέσως μετά το βιασμό ξέρει ότι δικαιούται να της πει ότι του βρωμάει κιόλας. Αν δεν ήταν βιασμός, αν ήταν συναινετικό σεξ, θα ήταν αντιφατικό να επιθυμείς κάποιον και αμέσως μετά να τον απαξιώνεις έτσι. Αλλά η απαξίωση και η περιφρονητική, τιμωρητική, εξουσιαστική διάσταση είναι δομικά στο βιασμό.

© Michael Corridore

© Michael Corridore

H ίδια η σκηνή του βιασμού κινηματογραφείται αντισυμβατικά. Όλα τα παράθυρα και τα φώτα κλείνουν. Δεν θα δούμε τίποτα. Και σχεδόν δεν θα ακούσουμε. Σχεδόν δεν ακούμε τη γυναίκα να αντιστέκεται, να παλεύει και να λέει όχι. Μόνο τον άντρα θα ακούσουμε να της λέει να μην κουνιέται. Αν για έναν Αβορίγινα άνδρα είναι σκανδαλώδες να σηκώσει ανάστημα και να αντισταθεί, για μια Αβορίγινα γυναίκα το σκάνδαλο είναι διπλό. H γυναίκα μπορεί να μιλήσει και να αντιμιλήσει το πολύ πολύ στον δικό της άντρα. Που δεν έχει το φύλο της, αλλά έχει τουλάχιστον το χρώμα της. Μπροστά σε άλλους λευκούς, μπροστά σε πλήθος, θα σταθεί σιωπηλή. Μια στιγμή δεν είναι ικανή να αναιρέσει τη βιωμένη γνώση μιας ζωής: δεν της πέφτει λόγος. Ακόμη κι όταν της τον δίνουν. Ακόμη κι όταν της ζητούν να μιλήσει. Ακόμη κι αν θεωρητικά είναι για το καλό της να μιλήσει. Ξέρει ότι στην πράξη δεν θα είναι για το καλό της. Και δεν χρειάζεται καν να ξέρει κάτι ως αποτέλεσμα σκέψεων, διεργασιών στο μυαλό της και απόφασης. Μπορεί απλά να την έχει καθηλώσει το στάτους της: όχι απλά γυναίκα, όχι απλά ιθαγενής, αλλά κι έγκυος σε ένα παιδί που δεν είναι του άντρα της.

© MarkRogers2016

© MarkRogers2016

Μέσα σε αυτό το γενικό περιβάλλον αποικιοκρατίας, ανισότητας, εξουσίας, εκμετάλλευσης και ρατσισμού, δεν είναι όλοι οι λευκοί ίδιοι. Η συμπεριφορά και η στάση των πέντε λευκών πρωταγωνιστών της « Γλυκιάς Πατρίδας» κυμαίνεται. Ο ιεροκήρυκας λέει ότι βλέπει τους Αβορίγινες ως όμοιους του, λέει πως όλοι είμαστε ίσοι στα μάτια του θεού. Ακόμη κι αυτός όμως, ακόμη κι αυτός που ειλικρινά τα λέει και τα πιστεύει και δεν υποκρίνεται, ακόμη κι αυτός που μοιράζεται το τραπέζι του και τρώνε όλοι μαζί, δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς από το γενικότερο ιδεολογικό πλαίσιο. Τους δανείζει στον άλλο λευκό άντρα για να πάνε να του δουλέψουν, να μείνουν στο σπίτι του, τους λέει μόνο όταν λείπει κι αυτό για να το προσέχουν. Ο τρίτος λευκός κάτοικος είναι κι αυτός ρατσιστής, αλλά λίγο πιο ήπιας μορφής. Δεν φτάνει στα άκρα του βετεράνου στρατιώτη, του αρκεί το γενικότερο πλαίσιο, το οποίο ούτως ή άλλως μια χαρά εξουσία του δίνει. Tο ένστολο όργανο της τάξης είναι επίσης φουλ ρατσιστής, αλλά φαίνεται τουλάχιστον ότι δεν αφήνει τον ρατσισμό να είναι το άλφα και το ωμέγα της αντίληψης που έχει για τον κόσμο, φαίνεται τουλάχιστον ικανός να ακούσει την αλήθεια.

Bryan Brown | © Michael Corridore

Bryan Brown | © Michael Corridore

Και πάντως το σημαντικό εν προκειμένω παραμένει το εξής: ότι κάθε εποχή και κάθε κοινωνία διέπεται από ιδεολογίες που σου φυτεύουν στο μυαλό ως δικαίωμά σου κι ως φυσική τάξη των πραγμάτων, πράγματα όχι ακριβώς φυσικά, όπως το να αντιμετωπίζεις τον αυτόχθονα ως κατώτερό σου. Εκεί και τότε ο ρατσισμός σου δεν είναι κάτι που επέλεξες, είναι κάτι που έμαθες ως κανονικό. Εκεί και τότε η επιλογή σου αρχίζει από τη στιγμή που αμφισβητείς τον ρατσισμό, αμφισβητείς την κανονικότητά του. Κι ο Δικαστής έρχεται από άλλα μέρη της χώρας για να δικάσει. Η δική του σπουδαγμένη κανονικότητα, το δικό του πλαίσιο, το δικό του σετ ιδεών, αξιών κι αντιλήψεων έχει υποβάλλει άλλα ως φυσικά.

Ο Θεός και ο νόμος λοιπόν. Όλοι είμαστε ίσοι στα μάτια του Θεού κι όλοι είμαστε ίσοι στα μάτια του νόμου. Οι θεσμοί είναι όμως ένα πράγμα. Η ερμηνεία του λόγου του Θεού, η ερμηνεία του γράμματος και του πνεύματος του νόμου ένα άλλο πράγμα. Υπάρχει ο νόμος ο γραμμένος στους κώδικες και υπάρχει και η πράξη. Η πράξη στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, που θα αποφασίσει αν τα πραγματικά περιστατικά υπάγονται στη μία ή στην άλλη διάταξη. Και θα το αποφασίσει βάσει μιας ερμηνείας όχι νομικής, αλλά βαθύτερης. Ας λέει ο νόμος ό,τι θέλει. Ο τρόπος που ερμηνεύεται και εφαρμόζεται στην πράξη είναι τελικά ο νόμος που ισχύει. Οι άνθρωποι είμαστε γενικώς ερμηνευτές. Είμαστε ο τρόπος που ερμηνεύουμε το τι είπε ο Θεός, το τι λέει ο νόμος, το αν ο άνθρωπος απέναντί μας έκανε έγκλημα ή προσπάθησε να σωθεί. Όχι μόνο αν είμαστε ιεροκήρυκες και δικαστές, όλοι μας διαρκώς, ερμηνεύουμε, κρίνουμε και δικάζουμε, τον εαυτό μας και τους άλλους. Και η ερμηνεία μας και η κρίση μας, δεν βασίζεται ποτέ στο τι λέει η μια ή η άλλη γραφή, η ερμηνεία μας και η κρίση μας βασίζεται εν τέλει στο τι γράφει μέσα μας.

Κι υπάρχει και ένα άλλο είδος πράξης. Η εξουσία του νόμου μπορεί να φτάσει μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο. Γιατί τελικά σημασία δεν έχει αν είσαι ίσος στα μάτια του Θεού, σημασία δεν έχει αν είσαι ίσος στα μάτια του νόμου, σημασία έχει αν είσαι ίσος στα μάτια των άλλων ανθρώπων, σημασία έχει αν είσαι ίσος στα μάτια της κοινωνίας, σημασία έχει αν είσαι ίσος στα μάτια της πράξης και της καθημερινής ζωής.

Βασισμένος σε ένα λιτό, αλλά ιδιαίτερα στέρεο και με ζουμί σενάριο, το οποίο αντλεί την έμπνευσή του από πραγματικά γεγονότα, ο Γουόρικ Θόρντον αξιοποιεί το φυσικό τοπίο για να απλώσει και να αναδείξει πολύ ικανοποιητικά την ιστορία της ταινίας του. Μόνο η επιλογή της ουσιαστικής έλλειψης μουσικής υπόκρουσης θεωρώ ότι τελικά κάνει περισσότερο κακό παρά καλό στη «Γλυκιά Πατρίδα»: τα παρθένα τοπία και οι άγριοι άνθρωποι και τα γουέστερν και γενικά ο κινηματογράφος την χρειάζεται τη μουσική του. Αντίθετα είναι ιδιαίτερα ευρηματικός ο τρόπος χρήσης του μοντάζ, με τις εμβόλιμες σφήνες, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι ή ενίοτε σε παραπλανούν πολύ γόνιμα. Κι επειδή υπάρχουν πολλά είδη ρατσισμού αναλόγως της εποχής και του τόπου που μεγαλώνει κανείς, αντί για τους Αβορίγινες ηθοποιούς, θέλω να μιλήσω για δυο παλιές λευκές καραβάνες από την Ωκεανία, τον Μπράιαν Μπράουν και τον Σαμ Νιλ. Γεννημένοι και οι δύο το 1947, εβδομηντάρηδες πλέον, σημαντικότερος διαχρονικά ηθοποιός ο Νιλ, αλλά ο Μπράουν ακόμη και στα εβδομήντα του καταφέρνει κι εκπέμπει αλφαμεϊλίκι.