‘Ενα χειμωνιάτικο Σάββατο βράδυ, όταν το κρύο είχε φτάσει πια για τα καλά πάνω από την Αθήνα, βρέθηκα  να παρακολουθώ την άνοδο και την πτώση μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς μου και των υπόλοιπων σημερινών 30άρηδων. «Ο Κούκος» είναι η δεύτερη συγγραφική και σκηνοθετική απόπειρα του Poka-Yio (Πολύδωρου Καρυοφύλλη) για το θέατρο, μετά το F*ART του 2007 και ανεβαίνει μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου στη σκηνή του Bios.

Ο κεντρικός ήρωας, έχοντας χάσει πλέον τη δουλειά, τα υπάρχοντα και την ψυχική του ηρεμία, κάνει τον προσωπικό του απολογισμό κλεισμένος σε ένα ίδρυμα αναπολώντας την επιφανειακή ζωή του.Την εμπειρία της παράστασης ακολούθησε μια εξίσου σημαντική εμπειρία, αυτή της κουβέντας με αφορμή το κείμενο ή καλύτερα με αφορμή την εποχή που ζούμε. Τα σημαντικότερα σημεία της συζήτησης αυτής παρατίθενται παρακάτω. Τα υπόλοιπα θα κρατηθούν σε ηχητικό αρχείο με την ελπίδα, άλλη μια φορά,να χρησιμεύσουν στον ιστορικό του μέλλοντος.

Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον Poka-Yio, προέρχεται από το χώρο των εικαστικών και της ζωγραφικής, ενώ είναι ένας εκ των τριών συνιδρυτών της Biennale της Αθήνας, μαζί με την Ξένια Καλπακτσόγλου και τον Αυγουστίνο Ζενάκο. Δε μπορώ λοιπόν να μην τον ρωτήσω πώς προέκυψε η ανάγκη του να εκφραστεί μέσα από το κείμενο, το θεατρικό λόγο. Μου εξηγεί πόσο αμεσότερος είναι ο λόγος όταν υπάρχει ανάγκη να μιλήσεις, να πεις πράγματα. Και συμπληρώνει «συμβαίνει κάτι που είναι ιστορικό για τη γενιά μας αυτά τα χρόνια και θέλω με κάθε τρόπο να το καταγράψω, να το μεταφέρω, να το μεταπλάσω. Κάτι να κάνω με αυτό».

«Οι ώρες ζωγραφικής είναι πολύ μοναχικές ώρες, ενώ το να δουλεύεις μαζί με κάποιον είναι σημαντικό, είναι υπέροχο» μου εξηγεί και αφηγείται πώς προέκυψε το κείμενο, αλλά και η συνεργασία με το Μάκη Μπογέα, τον πρωταγωνιστή του έργου.

Βασισμένο στους χαρακτήρες του έργου «Στη Φωλιά του Κούκου» του Ken Kesey ο «Κούκος» περιγράφει τη ζωή του ψυχικά διαταραγμένου πρώην μεγαλοστελέχους, που υποδύεται χωρίς στόμφο και θεατρινισμούς ο Μάκης Μπογέας. Η συνεργασία του με τον πρωταγωνιστή προέκυψε σχεδόν ταυτόχρονα με τη συγγραφή του κειμένου: «Είχα ξεκινήσει να γράφω το κείμενο ενώ είχα ήδη γνωρίσει τον Μάκη. Πιστεύω πολύ σε αυτόν. Είναι ένας άθρωπος ο οποίος δοκιμάζεται πάρα πολύ. Υπάρχει μεταξύ μας αμοιβαία εμπιστοσύνη. Και ήθελα  έναν άνθρωπο να μου δείξει απόλυτη εμπιστοσύνη, ώστε να πάμε πολύ βαθιά και να δουλέψουμε».

Ενώ γνωρίζουμε καλά ότι ο Poka-Yio είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους εικαστικούς καλλιτέχνες της χώρας μας, αυτό που ίσως αγνοούμε, είναι ότι το πρωί εργάζεται για βιοποριστικούς λόγους, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος, ως σύμβουλος επιχειρήσεων, εξερευνώντας τον «Πολιτισμό της Επιθυμίας». Η ενασχόλησή του αυτή, αποτέλεσε σαφώς πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή του έργου. Ο ίδιος μου περιγράφει την εμπειρία του σε σχέση με αυτή την πτυχή της ζωής του: «Οι οριακοί άνθρωποι είναι δίπλα μας, εμείς οι ίδιοι είμαστε οριακοί. Από την άλλη, στον κόσμο των επιχειρήσεων, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι κάνοντας καριέρα, ανάλογη με του ήρωα της ιστορίας μας, κατέχουν τη ζωή. Δεν αντιλαμβάνονται ότι περπατάνε στην κόψη του ξυραφιού και ότι ο γκρεμός είναι δίπλα τους. Κατέγραφα και καταγράφω ακόμα την εμπειρία των ανθρώπων αυτών που ζουν και παράγουν τον πολιτισμό της επιθυμίας».

Ο Poka-Yio έχει κρατήσει ως αφετηρία κάποιες κεντρικές φιγούρες από την ομότιτλη ταινία του Μίλος Φόρμαν, περισσότερο ως συμβολισμούς απαραίτητους για να προχωρήσει η πλοκή του δικού του έργου. Στο σημείο αυτό έρχεται στην παρέα μας και ο Μάκης Μπογέας, ο πρωταγωνιστής του. Ο Μάκης έχει σπουδάσει Οικονομικά, δεν εργάστηκε ποτέ όμως στο χώρο των επιχειρήσεων. Η συνεργασία τους ξεκίνησε την περασμένη χρονιά, όταν η παράσταση ανέβηκε στο στούντιο του Poka-Yio. Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μού επισημαίνουν πόσο βασικό ρόλο παίζει το σενάριο και ο ρυθμός στο ανέβασμα ενός δύσκολου μονολόγου για να κρατήσεις το ενδιαφέρον του θεατή. Ωστόσο ο Poka-Yio παραδέχεται ότι νιώθει την ελευθερία να στραπατσάρει, όπως λέει χαρακτηριστικά, κάποιες συμβάσεις του θεάτρου επειδή προέρχεται από άλλο καλλιτεχνικό χώρο.

Και συμπληρώνει: «Ήθελα να το κάνω όσο πιο δωρικό γίνεται, τα σκηνικά, η μουσική. Θέλω ο θεατής να το γεμίσει και με δικά του βιώματα». Με τον ίδιο άλλωστε τρόπο που και ο ηθοποιός του έψαξε μέσα του, μέσα από ανθρώπους του περιβάλλοντός του να βρει στοιχεία για να χτίσει τον χαρακτήρα του. Επισκέφθηκε ψυχιατρεία, για να γυρίσει στη σκηνή και να δείξει την αναμέτρηση του ήρωα με τον εαυτό του. Η οδηγία του σκηνοθέτη άλλωστε είναι σαφής: «Δε θέλω να παίξει, θέλω να είναι. Να μπει μέσα του και να βρει αυτά τα κομμάτια που θα αναδεικνύουν τον ήρωα. Στηρίζομαι στο σώμα του ηθοποιού για να μας πει πώς θα ήταν αν ήταν εκείνος οριακός. Το σημαντικό ρίσκο είναι να παρουσιάσεις έναν ήρωα που έχει ξεπεράσει τα όριά του, χωρίς να τον κάνεις καρικατούρα, δίχως να προκαλεί τη λύπηση του θεατή. Ο θεατής, ούτως ή άλλως, παίρνει θέση σε αυτό που βλέπει, κρίνει τον ήρωα».

Παρότι το κείμενο είναι κωμικοτραγικό και σε πολλά σημεία προκαλεί το γέλιο, συζητάμε ότι οι θεατές ενίοτε νιώθουν ενοχή, θεωρούν politically incorrect να γελάσουν με κάποιον που πάσχει, μου λέει ο Poka-Yio.«Πάντως», ξεκαθαρίζει, «δεν ήθελα να είναι διδακτικό το κείμενο, δεν ήθελα να βγάλω ένα ηθικό δίδαγμα. Ο κάθε θεατής μπορεί να πάρει διαφορετικά πράγματα από την παράσταση. Ο ήρωας μοιάζει με έναν σύγχρονο Φαέθωντα, που ανέβηκε πολύ ψηλά και κάηκε. Ζήσαμε δεκαετίες κοιτάζοντας τα λάθος πράγματα, τους λάθος στόχους». Ωστόσο, του λέω, δεν μπορεί να μην παίρνεις θέση απέναντι σε αυτό που περιγράφεις και επιβεβαιώνει, λέγοντάς μου ότι «η καταγραφή δεν είναι ποτέ ουδέτερη».

Λίγο πριν κλείσουμε την κουβέντα μας, αναρωτιέμαι αν μετά από όλα αυτά υπάρχει τελικά ελπίδα στο τέλος της διαδρομής, ή έστω ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Η απάντηση αποστομωτική: «Βλέπω αλλαγή και μετατόπιση στα αξιακά μας πρότυπα. Και αυτό με προβληματίζει και θετικά και αρνητικά. Γιατί αυτή η αλλαγή έχει γίνει βίαια, γίνεται με μορφή καταστολής και έρχεται από το εξωτερικό. Και το ”αγοράζουμε” όλο αυτό, δεν το αγοράζουν μόνο οι φιλελεύθεροι αλλά και οι προοδευτικοί. Γινομάστε καταγγελτικοί και αυτό από τη μια έχει κάτι το καθαρτήριο από την άλλη όμως, είναι εκδικητικό. Είναι πολύ βίαιο αυτό που συμβαίνει εκεί έξω».

Τη μουσική της παράστασης υπογράφει ο σπουδαίος ILIOS ενώ το αφαιρετικό σκηνικό είναι της Μαριλένας Μπατάλη. Η παράσταση οριοθετείται σκηνικά από τα φώτα του Νύσου Βασιλόπουλου. Ο Poka-Yio δουλεύει αυτήν την εποχή πάνω σε δύο νέα θεατρικά κείμενα.

Ιnfo παράστασης: «Ο Κούκος» σε σκηνοθεσία Poka-Yio στο Bios | Από 4 έως 28 Φεβρουαρίου 2016, στις 20:30 | Είσοδος: 10€