Η σκηνοθέτης Μαρία Μαγκανάρη απαντά στις ερωτήσεις μας για την απόφασή της να ανεβάσει το έργο του Τσέχωφ, «Ο θείος Βάνιας», τις ευκολίες και τις δυσκολίες του εγχειρήματός της, τις γυναίκες του έργου, τη σχέση της μαζί τους και τη σημασία του έργου στο σημερινό κόσμο. 

Πώς κάνει κάποιος Τσέχωφ σε μια μικρή παραγωγή;

Είναι πολύ δύσκολο! Ένα τόσο πολυπρόσωπο και απαιτητικό έργο χρειάζεται κανονική παραγωγή και στήριξη. Σε διάφορες φάσεις της προετοιμασίας έχανα το κουράγιο μου. Ωστόσο κάτι μου έλεγε να επιμείνω. Ίσως η βαθιά αγάπη μου για το συγκεκριμένο έργο. Η παράσταση αυτή δεν θα γινόταν χωρίς τον πυρήνα των ανθρώπων που συνεργαζόμαστε χρόνια, στα εύκολα και στα δύσκολα (Σύρμω Κεκέ, Ανθή Ευστρατιάδου, Μαρία Γοζαδίνου, Βασιλική Σκευοφύλαξ και Ανδριάνα Χαλκίδη). Σ’ αυτούς προστέθηκαν και οι καινούργιοι συνεργάτες, ηθοποιοί και συντελεστές που συμμερίστηκαν την ίδια ανάγκη: να γίνει η παράσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η επιχορήγηση απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού, χωρίς να μπορεί να καλύψει όλη την παραγωγή, ήταν σημαντική προϋπόθεση για να ξεκινήσουμε. Απ’ την άλλη μεριά, είναι αντικαλλιτεχνικό να μην κάνουμε τα έργα που θέλουμε επειδή είναι πολυπρόσωπα ή επειδή δεν έχουμε χρήματα για σκηνικό ή κοστούμια. Το να κάνουμε μίζερες παραγωγές θα μας συρρικνώσει σαν καλλιτέχνες και θα εξαφανίσει το ελεύθερο θέατρο.

Γιατί διάλεξες τον «Θείο Βάνια» απ’ τα έργα του Τσέχωφ;

Στην οικογένειά μου είμαστε τρεις αδελφές- εγώ είμαι η μεσαία. Λογικά θα έπρεπε να είχα κάποια ταύτιση με τις «Τρεις αδελφές» (έργο που επίσης αγαπώ πολύ, βέβαια). Ωστόσο, εδώ και χρόνια είχα κολλήσει με τον «Θείο Βάνια». Μου αρέσουν τα πάντα σ’ αυτό το έργο: η ιστορία, όλα τα πρόσωπα, οι συγκρούσεις, ακόμα και ο μπανάλ τίτλος του. Νομίζω πως κι εδώ, την οικογένειά μου συναντώ, αλλά μ’ έναν άλλον, πιο υπόγειο τρόπο. Στον «Θείο Βάνια» φαίνεται πολύ καθαρά πως οι ανθρώπινες σχέσεις (ιδιαίτερα οι οικογενειακές) δεν διέπονται από λογική. Δεν υπάρχει κανενός είδους δικαιοσύνη στον τρόπο που επιλέγουμε συμπεριφορές, αγαπάμε, μισούμε, έχουμε αδυναμία σε πρόσωπα.

«Το να κάνουμε μίζερες παραγωγές θα μας συρρικνώσει σαν καλλιτέχνες και θα εξαφανίσει το ελεύθερο θέατρο»

Εδώ, ας πούμε υπάρχει μια ομαδική, παράλογη θυσία: ο Βάνιας, η Σόνια και η Μαρία (η μητέρα του Βάνια) λατρεύουν επί 25 χρόνια τον καθηγητή Σερεμπριακώφ (πατέρα της Σόνιας), ο οποίος τους περιφρονεί ολοφάνερα. Δουλεύουν γι’ αυτόν. Λίγο πριν την έναρξη του έργου ο Βάνιας, για δικούς του λόγους αποφασίζει ν’ αναιρέσει αυτή τη λατρεία- ταμπού, αμφισβητεί τον Καθηγητή και ερωτεύεται την όμορφη, δεύτερη σύζυγό του. Όλο το έργο στήνεται στη βάση αυτού του θυμού του Βάνια που τώρα έχει απελευθερωθεί: δεν έζησε, δεν έκανε οικογένεια, δεν έγινε μεγάλος συγγραφέας και για όλα αυτά ευθύνεται η αφοσίωσή του στον Καθηγητή. Και τι γίνεται αφού απελευθερώνεται αυτός ο θυμός; Τίποτα. Στο τέλος τα πάντα επανέρχονται στην αρχική τους κατάσταση, σαν να μη μεσολάβησε τίποτα- κι αυτό είναι τόσο τραγικό και αστείο ταυτόχρονα. Πριν μερικά χρόνια συνειδητοποίησα πως είναι εύκολο να περάσεις όλη σου τη ζωή μέσα σε μία εμμονική κατάσταση θυματοποίησης του εαυτού σου- να σκέφτεσαι για παράδειγμα ότι δεν έχεις αγαπηθεί όσο θα έπρεπε, ότι δεν παίρνεις απ’ τη ζωή αυτό που σου αξίζει κ.ο.κ.. Συνηθίζουμε σε τέτοιες στάσεις ζωής και φοβόμαστε να δούμε τον εαυτό μας αλλιώς. Εάν, ας πούμε έχεις περάσει τη μισή σου ζωή θυμωμένος, είναι τεράστιο βήμα να σταματήσεις να είσαι θυμωμένος γιατί εσύ χωρίς αυτόν το θυμό είσαι ένας άλλος. Νομίζω πως ο Βάνιας (όπως οι περισσότεροι από εμάς) δεν αντέχει να δει τον εαυτό του αλλιώς, γιατί θα πρέπει να τον επανεφεύρει. Θα πρέπει να στήσει τη ζωή του απ’ την αρχή, σε νέα βάση, κάτι που απαιτεί ένα ψυχικό σθένος που δεν το διαθέτει. Ο Βάνιας αποτυγχάνει ως άντρας πρωταγωνιστής ικανός για επιτεύγματα και μεγάλες αποφάσεις και αυτόν τον κάνει ένα απ’ τα πιο συγκινητικά πρόσωπα της ιστορίας του θεάτρου.

Με ποιο τρόπο σε απασχολούν οι γυναίκες – ηρωίδες του Τσέχωφ;

Πιστεύω πως στο θέατρο, όπως και στη ζωή οι άντρες και οι γυναίκες αποτελούν δύο διαφορετικούς κόσμους που προσπαθούν να συναντηθούν. Ακούγεται ίσως περίεργο, αλλά όσα χρόνια δουλεύω ανάμεσα σε ηθοποιούς και με ηθοποιούς, διαπιστώνω πως άντρες και γυναίκες έχουν πολύ διαφορετική σκηνική έκφραση και συμπεριφορά, που, πέραν της φύσης, σε μεγάλο βαθμό καθορίζεται από τον κοινωνικό προσδιορισμό του φύλου τους. Για παράδειγμα, όσο εύκολο είναι για έναν άντρα ηθοποιό να «θυμώσει» στη σκηνή και να γίνει βίαιος ή παράφορος, τόσο δύσκολη και λογοκριμένη είναι για τις γυναίκες αυτού του τύπου η έκθεση. Φυσικά, όπως και σε όλα τα πράγματα υπάρχουν εξαιρέσεις και αποχρώσεις. Δε νομίζω πάντως πως αυτή η περιοχή έχει συζητηθεί και αναλυθεί όσο θα έπρεπε. Αντιμετωπίζουμε κάποια πράγματα ως αυτονόητα ενώ δεν είναι. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ολόκληρη τη μυθολογία των παραστάσεων των έργων του Τσέχωφ απ’ το Θέατρο Τέχνης, ενώ έχει καταγραφεί ποικιλοτρόπως η σύγκρουση Τσέχωφ- Στανισλάφσκι και οι καλλιτεχνικές τους διαφωνίες, οι αντίστοιχες διαφωνίες της Όλγας Κνίππερ (συζύγου του Τσέχωφ και πρωταγωνίστριας των έργων του), έχουν ελάχιστα ακουστεί. Οι παρατηρήσεις της και η κριτική της στον Στανισλάφσκι- που σχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό με ζητήματα φύλου, είχαν για χρόνια αποσιωπηθεί.

Προσωπικά, όπως είναι φυσιολογικό, έχω μεγαλύτερη ευκολία στο να καταλάβω τις γυναίκες ηθοποιούς αλλά έχω εξίσου μεγάλη αγωνία να επικοινωνήσω με τους άντρες. Θεωρώ πως ο Τσέχωφ δίνει χώρο στις ηρωίδες των έργων του, τις αγαπάει ιδιαίτερα. Ενώ φαινομενικά ο «Θείος Βάνιας» θεωρείται έργο ανδρών πρωταγωνιστών, οι γυναίκες αποτελούν τη μυστική δύναμη του έργου. Η Σόνια χρίζεται ως «κρυφή» πρωταγωνίστρια, καθώς ο Τσέχωφ την τοποθετεί διακριτικά στον τίτλο του έργου (δικός της θείος είναι ο Βάνιας- εκείνη τον αποκαλεί έτσι) και βέβαια της χαρίζει τον μονόλογο του φινάλε, έναν απ’τους πιο συγκινητικούς και σκληρούς μονολόγους του παγκόσμιου θεάτρου. Η Ελένα αποτελεί το φανερό κέντρο του έργου, καθώς γύρω απ’ αυτήν διαμορφώνεται το αντρικό, θα λέγαμε, τρίγωνο. Σερεμπριακώφ, Βάνιας και Άστρωφ την διεκδικούν, αλλά αυτή δεν δίνεται πραγματικά σε κανέναν τους. Η Μαρία (μητέρα του Βάνια), είναι η προϋπόθεση για να υπάρχει ο ήρωας ως τέτοιος- με άλλη μητέρα θα ήταν σίγουρα ένας άλλος Βάνιας. Ο τυφλός της θαυμασμός για τον Καθηγητή πυροδότησε την ασταθή συναισθηματική βάση του Βάνια, διαμόρφωσε την ανισορροπία του. Ακόμα και στην κορύφωση του συναισθηματικού του ξεσπάσματος, εκείνη θα τον απορρίψει, όπως έκανε πάντα. Τέλος η Μαρίνα, η νένα, είναι η δύναμη της ζωής, το πρόσωπο που τους ακούει, τους φροντίζει, τους καθησυχάζει, ως άλλη μητέρα.

Σε ποια εργαλεία επικεντρώθηκες για να φτιάξεις αυτόν τον σκηνικό κόσμο;

Η ανάγκη της μικρής κλίμακας και της αμεσότητας σε σχέση με την χωροταξία του έργου, φάνηκε από νωρίς. Έτσι αναζήτησα έναν χώρο (το ΚΕΤ) που να μην είναι ένα τυπικό θέατρο (π.χ. ιταλική σκηνή), αλλά να μπορεί να φέρει κοντά ηθοποιούς και θεατές. Πρώιμη ήταν και η ιδέα ότι ο Σερεμπριακώφ προέρχεται από έναν άλλο κόσμο που στην πραγματικότητα σχεδόν ποτέ δεν συναντιέται με αυτόν των υπολοίπων. Εξ’ ου και η απόφαση να ερμηνευτεί ο ρόλος από έναν μη ηθοποιό (Παναγιώτης Καλαντζόπουλος), αλλά και ο χωροταξικός διαχωρισμός του απ’ τους υπόλοιπους ηθοποιούς.

«Ο Βάνιας είναι το πρόσωπο που πάντα θ’ αστοχεί και που πάντα θα βρίσκεται λίγο παραδίπλα απ’ τα αληθινά γεγονότα»

Το στοιχείο μιας κάποιας παρακμής, αλλά και η αίσθηση της επαρχίας καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την αισθητική της παράστασης. Η επιθυμία του κοντινού πλάνου, ήταν επίσης καθοριστική και βοηθήθηκε τόσο απ’ το χώρο, όσο και απ’ τα φώτα. Όσο δούλευα το έργο, πριν την έναρξη των προβών, είχα συχνά στο μυαλό μου εικόνες ξαπλωμένων ανθρώπων που τους κοιτάμε από πάνω, κι έτσι προέκυψαν τα χαλιά. Όλοι οι ήρωες παραπονιούνται ότι δεν κοιμούνται αρκετά, τα σώματά τους φέρουν κούραση και νευρικότητα- είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να καταρρεύσουν ψυχικά και σωματικά. Όλοι τους επίσης, έχουν ανάγκη φροντίδας, και όλο κάτι θέλουν να πιουν και (λιγότερο) να φάνε. Εκτός από τσάι, πίνουν κρασί, κονιάκ και βότκα, οπότε συχνά βρίσκονται σε μεταμεθυσιακή κατάσταση (ιδίως στη Β’ πράξη). Το πιάνο, το σαμοβάρι, τα ανατολίτικα φλυτζάνια τσαγιού (και όχι τα πορσελάνινα αστικά) μπήκαν από νωρίς κι αυτά στο κάδρο. Κατά τη διάρκεια των προβών φάνηκε  ότι θα ήταν ωραίο, τα πρόσωπα που στο φινάλε παραμένουν στο κτήμα, να κλειστούν κάπου, σ’ ένα προστατευτικό, θλιβερό κουκούλι. Εξάλλου, το ίδιο το έργο μας καθοδηγεί: η Α’ πράξη εκτυλίσσεται στον κήπο, και αφού περάσουμε από σαλόνι και τραπεζαρία, το έργο καταλήγει (Δ’ πράξη) να εκτυλίσσεται σε μια μικρή γωνιά του δωματίου του Βάνια.

Ποια πιστεύεις ότι είναι η σκηνή-κλειδί που «ανοίγει» τον κόσμο του έργου;

Η σκηνή που δικαιώνει το έργο είναι αναμφισβήτητα το φινάλε, ο μονόλογος της Σόνιας. Ωστόσο η πιο αποκαλυπτική σκηνή είναι αυτή της μεγάλης σύγκρουσης, στην Γ’ πράξη. Εκεί, έτσι κι αλλιώς πέφτουν οι μάσκες. Ωστόσο υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο -ούτε καν! μια λεξούλα- που μου αποκάλυψε όλο το ύφος του έργου: τη στιγμή που ο Βάνιας αποπειράται να δολοφονήσει τον Καθηγητή, αμέσως μετά τον δεύτερο (και τελευταίο) πυροβολισμό, ο Βάνιας φωνάζει ένα μπαμ. Νομίζω πως αυτό το μπαμ ξεκλειδώνει όλο το έργο. Καταλαβαίνεις τι είδους ήρωας είναι ο Βάνιας και τι είδους απόπειρα δολοφονίας είναι αυτή. Καταλαβαίνεις ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τον πετύχει-τουλάχιστον συνειδητά, νιώθεις την αγάπη του Τσέχωφ γι’ αυτόν, αλλά και το πόσο αστείο τον θεωρεί. Ο Βάνιας είναι το πρόσωπο που πάντα θ’ αστοχεί και που πάντα θα βρίσκεται λίγο παραδίπλα απ’ τα αληθινά γεγονότα.

Πιστεύεις ότι οι γυναίκες-σκηνοθέτες έχουν αρκετές ευκαιρίες στην Ελλάδα;

Το φύλο μας, μας καθορίζει περισσότερο και απ’ την κοινωνική μας τάξη. Στην Ελλάδα εάν είσαι γυναίκα και δεν είσαι και αστή, έχεις να παλέψεις με πολλές δυσκολίες. Θεωρώ πως στα ζητήματα φύλου το θέατρο στην Ελλάδα είναι ένας βαθιά συντηρητικός χώρος, θα έλεγα περισσότερο κι απ’ τον κινηματογράφο. Υπάρχει όλη αυτή η παράδοση των μεγάλων δασκάλων του θεάτρου (που ήταν μόνο άντρες). Οι γυναίκες μπορούν κάλλιστα να είναι μούσες των αληθινών δημιουργών- που είναι οι άντρες. Αυτές οι αντιλήψεις δεν ξεριζώνονται εύκολα, δυστυχώς. Χαίρομαι ωστόσο που στη γενιά μου υπάρχουν πολλές αξιόλογες γυναικείες φωνές που προσπαθούν ν’ ακουστούν. Όπως και στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία, στο θέατρο υπάρχει βαθύς σεξισμός. Και καθώς η σκηνοθεσία θεωρείται πεδίο εξουσίας, αφήνει τις γυναίκες σε δεύτερη μοίρα. Σ’ αυτό πρέπει να συνυπολογιστεί και η λογοκρισία στην οποία υποβάλουμε οι ίδιες τους εαυτούς μας. Έχω βιώσει σεξισμό και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης. Είναι τόσο βαθιά εγγεγραμμένος στους άντρες, που πολλές φορές δεν είναι καν συνειδητός. Ως γυναίκα σκηνοθέτης πρέπει να κοπιάσεις περισσότερο για να πείσεις ή ακόμα και για να επιβάλεις την άποψη σου. Κάθε φορά που ξεκινάω πρόβες, συλλαμβάνω τον εαυτό μου ασυναίσθητα να λογοκρίνει τη γυναικεία φύση μου: η συμπεριφορά μου γίνεται πιο στακάτη, ακόμα και το ντύσιμό μου γίνεται σχεδόν αντρικό, προφανώς γιατί ασυναίσθητα πιστεύω πως αυτό θα μου προσδώσει κύρος. Όταν έρχεται να προστεθεί και η μητρότητα στην ταυτότητά μας, τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Είμαι τυχερή που όλα αυτά τα χρόνια έχω δίπλα μου έναν σύντροφο που δεν με ανταγωνίζεται αλλά με στηρίζει.

Μίλησέ μας για τη σημασία του «Βάνια» σήμερα;

«Ο θείος Βάνιας» είναι, κατά τη γνώμη μου, πρότυπο καλογραμμένου έργου- δεν υπάρχει τίποτα περιττό στη δομή του. Βασίζεται σ’ ένα πρώιμο έργο του Τσέχωφ, το “WoodDemon”, που γράφτηκε δέκα χρόνια νωρίτερα και το οποίο ο συγγραφέας δούλευε και ξαναδούλευε, μέχρι να φτάσει στη μορφή του έργου που γνωρίζουμε. Το να δουλέψει ένα θεατρικό του τόσο εξαντλητικά, δεν φαίνεται να το έχει ξανακάνει ο Τσέχωφ. Ο «Βάνιας» τον απασχολούσε πολύ βαθιά και, θα λέγαμε, ήταν η αφορμή να προχωρήσει εντυπωσιακά ως θεατρικός συγγραφέας. Ο τρόπος που το έργο σπάει σε όλα τα επίπεδα την παράδοση του μελοδράματος που προϋπήρχε είναι εντυπωσιακός. Εδώ όλα είναι σχετικά: οι ήρωες δεν είναι ηρωικοί- συχνά φλερτάρουν με το γελοίο. Τα καταστροφικά πάθη δεν είναι και τόσο καταστροφικά που να συντρίβουν, μα ούτε και τα δημιουργικά πάθη δημιουργούν τίποτα της προκοπής. Στο σύμπαν του «Βάνια» το δραματικό με το κωμικό στοιχείο όχι απλώς συνυπάρχουν- είναι ταυτόσημα. Νομίζω πως δεν θεωρήθηκε τυχαία από πολλούς, ως το πρώτο μοντέρνο θεατρικό έργο.

Info παράστασης:

Ο θείος Βάνιας | 10 Ιανουαρίου – 3 Φεβρουαρίου 2019 | Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων