Γεννημένη στη Λακωνία, η σπουδαία υψίφωνος Τζούλια Σουγλάκου θυμάται τον εαυτό της μέσα σε μια οικογένεια καλλίφωνων να τραγουδά από μικρό παιδί. Η απόφασή της να γίνει λυρική τραγουδίστρια, όπως λέει σήμερα, ήταν απόλυτα συνειδητή και το σπίτι της την ενθάρρυνε. Από το 1987, όταν έκανε την πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση με την ΚΟΑ στον «Μεσσία» του Χέντελ, μέχρι την Όρτρουντ στον «Λόενγκριν» του Βάγκνερ, που θα ερμηνεύσει στο Μέγαρο Μουσικής με την Εθνική Λυρική Σκηνή σε σκηνοθεσία Άντονυ ΜακΝτόναλντ, μεσολαβούν τριάντα χρόνια και περισσότεροι από 25 ρόλοι, μια αξιοσημείωτη διαδρομή ενός ανθρώπου που έχει εντυπωσιακή αυτογνωσία και αυτοσυγκράτηση.

Υπάρχει κάτι για το οποίο έχετε μετανιώσει, κυρία Σουγλάκου;
Τίποτα δεν υπάρχει. Δεν έχω μετανιώσει ούτε λεπτό για αυτήν τη διαδρομή που ξεκίνησε από εμένα για να με επιστρέψει σε εμένα. Νομίζω έτσι κάνουμε όλοι τις δουλειές μας, όταν έχουμε επιλέξει συνειδητά και αν δεν έχουμε κάνει λάθος επιλογή, κάτι που μπορεί να δούμε στην πορεία. Ούτε αυτό πειράζει. Γιατί η συνειδητοποίηση εμπεριέχει και το λάθος. Δεν έχω μετανιώσει, παρόλο που υπήρξαν πολύ δύσκολες στιγμές και εποχές.

Τι είναι λοιπόν δυσκολία;
Το τι είναι δυσκολία είναι προσωπική υπόθεση. Αλλιώς το αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος. Για μένα η δυσκολία υπάρχει στο να υπερβείς τα κεκτημένα σου, να υπερβείς αυτό που είσαι και να πας εκεί όπου καλείσαι να πας. Πολλές φορές βάζουμε – ξέχωρα από τα εμπόδια που έχει η δουλειά, το επάγγελμα, η κοινωνικοποίηση, η γνώση και οι απαιτήσεις – τα δικά μας εμπόδια. Η δυσκολία είναι πολλές φορές η αφορμή.

Η Τζούλια Σουγλάκου ως Όρτρουντ, στις πρόβες της όπερας «Λόενγκριν»

Η Τζούλια Σουγλάκου ως Όρτρουντ, στις πρόβες της όπερας «Λόενγκριν»

Προσωπικά, τι σας έχει φανεί ανυπέρβλητο, πείτε μου μια μεγάλη σας δυσκολία.
Είναι κάτι πολύ προσωπικό, δεν ξέρω πώς θα ακουστεί. Περνούσα πολύ δύσκολα σε ακροάσεις στο εξωτερικό.

Νομίζω αυτή είναι μια δυσκολία που έχουν πολλοί καλλιτέχνες, μου λέτε κάτι που έχω ακούσει πολλές φορές για την ψυχική πίεση στις ακροάσεις, όπως και το ότι ήταν πάντα κακοί, δε μπορούσαν τη δοκιμασία.
Με ανακουφίζει αυτό που λέτε. Για μένα η δυσκολία ήταν ασύλληπτη. Δε θέλησα ούτε να το μάθω, ούτε να συνεχίσω να το κάνω. Κατάλαβα ότι δεν πρέπει να εκτεθώ άλλο σε αυτό, γιατί μου έκανε κακό. Επενέβαινε αρνητικά. Όμως, εν τω μεταξύ το Μέγαρο, εκείνη την ίδια εποχή, εδώ, «έβραζε» κυριολεκτικά. Όσοι ήμασταν υπότροφοι ήμασταν με έναν τρόπο προνομιούχοι. Ο Λαμπράκης μάς φρόντιζε, είχαμε δουλειές, δεν είχα λόγο να τρέχω έξω. Έβλεπα κάτι παλιές ατζέντες τις προάλλες σε μια εκκαθάριση και εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε ένα τόσο δα κενό.

«Ήμουν ευτυχισμένη εκείνα τα χρόνια γιατί ζούσα στη μήτρα, στη χώρα μου»

Ήταν όντως μια μοναδική περίοδος αυτή, όταν άνοιξε το Μέγαρο;
Ήταν μια φοβερή περίοδος μέσα σε μια γενικότερα εξαιρετική ατμόσφαιρα, από τις αρχές του ’90, όχι μόνο στο Μέγαρο. Νομίζω πως είναι σημαντικό κάποια στιγμή να αναζητήσουμε το ρόλο του Μεγάρου, αν ολοκλήρωσε τον παιδευτικό του ρόλο, για τον οποίο δημιουργήθηκε. Σε προσωπικό επίπεδο, ήμουν ευτυχισμένη εκείνα τα χρόνια γιατί ζούσα στη μήτρα, στη χώρα μου, στην οποία μπορούσα να εργάζομαι, να μιλώ τη γλώσσα μου. Ειλικρινά, δε θα ήθελα να έχω πουθενά αλλού ένα συμβόλαιο, έτσι αισθανόμουν.

Ποιες είναι οι δουλειές που σας δημιουργούν ικανοποίηση;
Πρωτίστως, το να δουλεύω, αυτό μου δίνει απέραντη χαρά. Τα πολύ δύσκολα είναι όταν δεν υπάρχει δουλειά, αυτό νομίζω ισχύει για όλους, ειδικά σήμερα. Αλλά έμαθα όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από τις δυσκολίες, ότι όλα μεταβάλλονται. Πιστεύω στο «ευ» της μεταβολής, αρκεί να είσαι εκεί να το παρακολουθήσεις.

Τι χρειάζεται για να είσαι εκεί;
Να μη φοβάσαι. Να μη φοβάσαι τον εαυτό σου. Αυτό βέβαια ακούγεται λίγο τσιτάτο, αλλά είναι οδηγία χρήσεως. Μου αρέσουν τα τσιτάτα, όταν ήμουν παιδί θυμάμαι στο σχολείο είχε μια ταμπέλα «έσο ευπρεπής, καθαρός και τίμιος». Δεν έχω καλύτερα σαν οδηγίες χρήσεως.

Η Τζούλια Σουγλάκου ως Όρτρουντ

Η Τζούλια Σουγλάκου ως Όρτρουντ

Εσείς φοβόσασταν;
Πολύ. Και εξακολουθώ να φοβάμαι, αλλά προσπαθώ να μη φοβάμαι πια τον ίδιο το φόβο. Τον χαρτογραφώ και ορμάω κατά πάνω του, τον διαχειρίζομαι.

Ανάμεσα στους φόβους μιας καριέρας υπάρχει και ο φόβος του ανταγωνισμού, ειδικά στον κόσμο της όπερας. Εκεί πώς τον διαχειρίζεστε;
Σε αυτό το παιχνίδι δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να μπει. Όταν έβλεπα τον ανταγωνισμό από την άλλη πλευρά να έρχεται προς το μέρος μου, δεν έπαιζα το παιχνίδι και όταν με άγγιζε δε μου δημιουργούσε καν δυσφορία, αδιαφορία καλύτερα θα έλεγα. Επίσης, ήξερα πολλές φορές, ότι ο ανταγωνισμός είναι ανασφάλεια και τίποτα παραπάνω. Όταν πλησιάσεις τον άλλο με αληθινό ενδιαφέρον, ακόμα και αυτόν με τον οποίο μοιράζεσαι ένα ρόλο, η ατμόσφαιρα αυτή διαλύεται. Οφείλω να σας πω επίσης ότι πιο παλιά ήταν πιο δύσκολα, με τις πιο παλιές γενιές.

«Να μη φοβάσαι. Να μη φοβάσαι τον εαυτό σου»

Θέλετε να πείτε ότι και ο μύθος της ντίβας κατέρρευσε σήμερα;
Σήμερα, δύσκολα μπορεί κάποια να είναι ντίβα ή να την παίξει. Πολύ γρήγορα ξεκαθαρίζει το περιβάλλον.

Το περιβάλλον της όπερας ευνοεί τη δημιουργία αυτών των μύθων;
Το περιβάλλον βοηθά τον προσωπικό μύθο του καθενός. Εννοώ και στον ιατρικό κόσμο και στους αρχιτέκτονες υπάρχουν ντίβες. Αν θέλει να μπει κάποιος στο παραμύθι ας το κάνει, αν δεν πειράζει και τους άλλους, γιατί όχι;

Υπάρχουν ντίβες στην εποχή μας;
Αν εννοούμε μεγάλες τραγουδίστριες στις μεγάλες σκηνές, στους μεγάλους ρόλους, για πολλά χρόνια, υπάρχουν. Ελάχιστες. Όχι εδώ στον ελληνικό χώρο, ούτε σε μικρά θέατρα. Έχει αλλάξει και η αντιμετώπιση του τύπου, δεν τους αντιμετωπίζουν σαν θεούς, όπως παλιά στη δεκαετία του ’60.

Το ότι ο κόσμος δε γοητεύεται και αυτός όπως παλιά, σημαίνει ότι έχουν αλλάξει οι θεοί του;
Έχουν αλλάξει ή έχουν πληθύνει ή δεν έχει ανάγκη από θεούς. Όλα αλλάζουν, όπως είπαμε.

Ποιον ρόλο σας αγαπάτε περισσότερο;
Αυτός που περιμένω είναι αυτός που θα τραγουδήσω αύριο, ο επόμενος ρόλος, δεν εννοώ μόνο την Όρτρουντ. Αυτό που με εμπνέει, με εμψυχώνει και με ενθαρρύνει, είναι αυτός που περιμένω να έρθει.

Στις πρόβες της όπερας «Λόενγκριν»

Στις πρόβες της όπερας «Λόενγκριν»

Θα μου μιλήσετε για την Όρτρουντ;
Σε ένα πρώτο ξεφύλλισμα του έργου,  η Όρντρουντ που υποδύομαι είναι η «κακιά της παρέας». Εγώ βέβαια, ούτε για αστείο δεν της αποδίδω κακία. Είναι η τελευταία απόγονος της μεγάλης γενιάς που έδινε Βασιλείς. Θέλει αυτό που πιστεύει ότι της ανήκει, δηλαδή το θρόνο και κάνει το καθετί. Αυτό είναι το πρόβλημα με όλες αυτές τις κακές γυναίκες, ο τρόπος με τον οποίο απαιτούν. Είναι ένας συνεπέστατος χαρακτήρας σε αυτά που εκείνη επιλέγει να θέλει.

Πόσο σας γοητεύει να μπαίνετε σε ένα στοίχημα αναμέτρησης με μια ακραία προσωπικότητα;
Με γοητεύει όσο λίγα πράγματα. Δε μου είναι εύκολο, μου είναι απαραίτητο. Ο καθένας μας είναι ακραίος και αυτός ο χαρακτήρας είναι πολύπλοκος, αυτό είναι και το πιο ελκυστικό κομμάτι της ηρωίδας. Αυτό με βάζει σε εγρήγορση και ως προς τα εκφραστικά μου μέσα.

«Δυσκολίες υπάρχουν σήμερα στις όπερες σε όλο τον κόσμο»

Το ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που παρουσιάζεται η όπερα τα τελευταία χρόνια, σας έχει δυσκολέψει;
Εμένα όχι. Μάλιστα είναι ωραίο να δουλεύει κανείς με σκηνοθέτες που παρακολουθούν τη θεατρική έκφραση και όχι μόνο αυτή του συναισθήματος, να εκφραζόμαστε για παράδειγμα μόνο με τα χέρια μας. Είμαι τυχερή, έχω δουλέψει με σκηνοθέτες, από τους οποίους έχω διδαχθεί πολλά πράγματα. Εμένα, μου είναι ανακουφιστικό να ακολουθώ μια υποκριτική γραμμή, όπως νομίζω και πολλοί συνάδελφοί μου θα συμφωνούσαν.

Πόσο προχωρά η όπερα σήμερα; Γράφονται νέα έργα;
Ακούστε, υπάρχουν νέες όπερες και γράφονται νέα έργα, απλώς ανεβαίνουν με δυσκολία, όπως δύσκολα γίνονται και γνωστά. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, ακόμα και στη δική μας Λυρική, υπάρχει πειραματική σκηνή και έχει δώσει βήμα σε νέους δημιουργούς, σε νέες φωνές. Απλώς, αυτά τα πράγματα πρέπει να έχουν συνέχεια και συνέπεια. Δυσκολίες υπάρχουν σήμερα στις όπερες σε όλο τον κόσμο. Αν δε λειτουργούν οι θεσμοί, όσα θέατρα και να έχει μια χώρα και όσες όπερες και να έχει, αν δεν έχει στόχο να ανεβαίνουν τέτοια έργα, με επιμονή και υπομονή για να πέσει ο σπόρος και να καρπίσει, δε γίνεται τίποτα.

Στις πρόβες της όπερας «Λόενγκριν»

Στις πρόβες της όπερας «Λόενγκριν»

Υπάρχει κάτι που θέλετε να κάνετε ή κάτι που έχετε φόβο ότι δε θα προλάβετε να κάνετε;
Επειδή περνούν τα χρόνια, υπάρχουν φόβοι, αλλά να, σκέφτομαι, δεν πίστευα ότι θα ερχόταν η ώρα να τραγουδήσω Βάγκνερ. Έρχονται τα πράγματα που ζητάμε, άρα είναι πιο θετικό να ζητάς να σου έρθει κάτι παρά να σκέφτεσαι «αχ! δε θα προλάβω». Σε αυτό θέλω να μείνω. Γιατί αυτό συμβαδίζει με την αυτογνωσία που μου είναι απαραίτητη, να συμβαδίζω με την ηλικία μου και να ξέρω τι ακριβώς μπορώ να κάνω. Αυτό το ίδιο πράγμα με κάνει να αισθάνομαι πλήρης με την καριέρα μου γιατί ήταν επιλογή μου, μου έφερε κόπο, πόνο, όλα όσα μεταφράζονται με αυτές τις λέξεις, όμως και μια ανεπανάληπτη ευδαιμονία και πληρότητα.

Ιnfo: Λόενγκριν | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών | 27 Ιανουαρίου – 05 Φεβρουαρίου