Αυτό ήταν το πρώτο ποίημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου που διάβασα:

Ας κάνει κάποιος θεός
να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.
Ας κάνει να μείνει ζωντανός
κάπου μες στο σύμπαν,
για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει
κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.

Το σκέφτηκα συχνά αυτό το ποίημα, τον κιτρινολαίμη περισσότερο. Θυμόμουνα και το όνομα του Χρήστου, επειδή είχε αυτό το μεσαίο «Αρμάντο», για το οποίο ξέχασα να τον ρωτήσω και όταν συναντηθήκαμε. Ο Γκέζος, με τη συλλογή «Ανεκπλήρωτοι φόβοι», πήρε το Κρατικό βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για το 2013 και το 2015 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, τη «Λάσπη». Η ιστορία του 28χρονου Αλέξανδρου, ή Σάντο, που επιστρέφει στην Αθήνα έπειτα από έναν χρόνο στο εξωτερικό, αποφασισμένος να αυτοκτονήσει με κάπως θεατρικό τρόπο μπροστά στη μητέρα του και την αδερφή του. Είναι η ιστορία ενός συνομήλικού του, ο Γκέζος γεννήθηκε το 1988. Και φλεγόμουν από περιέργεια να μάθω ποιος άνθρωπος τον ενέπνευσε, ώστε να μοιράζεται με τον αναγνώστη τόσο σεμνά όλη αυτή την πίκρα και το θυμό του ήρωά του. Ήταν η πρώτη ερώτηση που του έκανα.

Ποιος είναι ο άνθρωπος που θαυμάζετε περισσότερο στη ζωή;
Ένας ήρωας που σκέφτομαι ότι έχω είναι η μητέρα μου, η οποία παρόλο που δε μου έχει δώσει συμβουλές διδακτικές με τη στάση και την πορεία της στη ζωή, την αξιοπρεπή, την αγωνιστική και περήφανη, μου δείχνει εξιδανικευμένα κάποια πράγματα που πρέπει να κάνω κάθε μέρα. Να παλεύω με τα μέσα που διαθέτω να κάνω το καλύτερο και για τους άλλους. Αυτό προσπαθώ να παίρνω από την εικόνα της μητέρας μου, κάτι που δεν έχω, τη στωϊκότητα και τη στιβαρή γενναιότητα απέναντι στα πράγματα.

ΓΚΕΖΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

«Η γραφή είναι ζωή, που σημαίνει ότι είναι συναρπαστικό και σπουδαίο το ότι βρισκόμαστε εδώ και ζούμε και είναι οδυνηρό και θλιβερό και τραγικό ταυτόχρονα».

Από τη Χιμάρα ήρθατε στην Ελλάδα οικογενειακώς;
Στη Χιμάρα γεννήθηκα, αλλά ήρθαμε εδώ το 1991, με την πρώτη φουρνιά, μόλις άνοιξαν τα σύνορα.

Τι γλώσσα μιλούσατε;
Ελληνικά, μια διάλεκτο της Χιμάρας, με προσμίξεις αλβανικές και ιταλικές.

Την Ελλάδα την ήξεραν οι γονείς σας;
Από αφηγήσεις, αλλά είχαν ένα μαράζι ότι ήταν κάτι σαν χαμένη πατρίδα.

Και στη Λακωνία πώς αποφάσισαν να εγκατασταθούν;
Αυτό είναι κάτι που προβληματίζει και εμένα, μάλλον είχαν ακούσει από άλλους, τους είχαν πει ότι υπάρχει δουλειά λόγω των πορτοκαλιών. Δεν υπήρχαν χέρια να τα μαζέψουν. Ο πατέρας μου είχε σπουδάσει γεωπόνος, μάλλον έτσι έγιναν τα πράγματα.

Ενσωματωθήκατε εύκολα;
Σχετικά εύκολα, δεν ήταν κάτι δυσάρεστο. Ήμασταν οικογένεια με τέσσερα παιδιά. Μιλούσαμε τη γλώσσα, πήγαμε σχολείο, κάναμε παρέες. Για αυτούς που φτάνουν μόνοι τους είναι αλλιώς.

Αν σας ρωτήσω ποια είναι η πατρίδα σας;
Δε νιώθω ότι έχω μια πατρίδα συγκεκριμένη, έχω μια ιδιαίτερη σύνδεση με τη Λακωνία και τη Σκάλα. Αλλά δε θα πω ότι είμαι Λάκωνας.

Τι είστε;
Δεν μπορώ να βάλω μια ταυτότητα εντοπίσημη επάνω μου. Έχω γεννηθεί αλλού, έχω μεγαλώσει αλλού και δραστηριοποιούμαι αλλού, με την έννοια της τελικής διαμόρφωσής μου, δηλαδή στην Αθήνα.

«Είμαι σαν ευνοημένος που χωρίς ρίζα μπορώ να ταξιδέψω νοητικά μεταξύ πολλών τόπων και να επωφελούμαι από αυτά που γράφω»

Έχει σημασία η ρίζα;
Κάποιες φορές έχω την ανάγκη της ρίζας ως καταφύγιο, άλλες είμαι σαν ευνοημένος που χωρίς ρίζα μπορώ να ταξιδέψω νοητικά μεταξύ πολλών τόπων και να επωφελούμαι από αυτά που γράφω. Με επηρεάζει και στον τρόπο που αντιμετωπίζω απλά πράγματα.

Δηλαδή;
Έχω μια ευελιξία και ανάλογα με τη διάθεση και την ψυχοσύνθεσή μου επιλέγω μέσα στο μυαλό μου να ταυτοποιηθώ και να ταξινομηθώ. Αυτό είναι άλλες φορές βολικό, άλλες δύσκολο, πάντως είναι μια διαρκής πορεία όσο μεγαλώνεις.

Το σπίτι σάς ενθάρρυνε να μορφωθείτε;
Οι γονείς μου ασχολούνταν με την επιβίωσή μας, έτσι δεν είχα κάποια ιδιαίτερη ώθηση, κινητοποιήθηκα κυρίως μέσω του σχολείου. Ήμουν άριστος μαθητής, αν αυτό λέει κάτι σήμερα, δεν πήγα φροντιστήριο, ό,τι έμαθα, το έμαθα από το σχολείο. Τώρα που τα βλέπω από μακριά, η δαιμονοποίηση του σχολείου, το ότι “οι δάσκαλοι είναι άχρηστοι”, με εξοργίζει. Εγώ που δεν είχα κανέναν άλλο τρόπο να μάθω, υπήρχαν στιγμές που στο σχολείο υπέφερα μέσα σε ένα ορυμαγδό φωνών, καθόμουν στο πρώτο θρανίο για να μπορώ να συγκεντρώνομαι. Αν ένα παιδί φέρεται έτσι, το σχολείο δε θα κάνει τίποτα. Πάλευα με πολύ λίγα βιβλία, εξωσχολικά, έκανα ό,τι μπορούσα σε μια επαρχία, σε μια μικρή κοινωνία με λίγα ερεθίσματα, βιβλιοθήκη ανύπαρκτη.

«H δαιμονοποίηση του σχολείου, το ότι “οι δάσκαλοι είναι άχρηστοι”, με εξοργίζει»

Θυμάστε ένα λογοτεχνικό βιβλίο-σφραγίδα;
Μια νοητή αφετηρία ήταν το «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» του Ιουλίου Βερν. Μου το έκανε δώρο μια δασκάλα και ένα δάσκαλος αργότερα το «Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες». Ήταν τα πρώτα βιβλία που αγάπησα και αγαπώ και έχω συνδέσει με περιόδους ξένοιαστες και ανέμελες με περιπετειώδεις σκηνές και εικόνες.

Το διάβασμα ήταν ένας έρωτας;
Το διάβασμα ήταν για μένα κάτι που αγάπησα αυθόρμητα, χωρίς πιέσεις και καταναγκασμούς. Ήθελα να διαβάζω.

Μπαίνοντας στο Πολυτεχνείο δεν ξεμακρύνατε από τις λογοτεχνικές ανησυχίες;
Αντίθετα, όταν ήμουν στο δεύτερο έτος στο Μετσόβιο, στη σχολή τοπογράφων, ξεκίνησα να γράφω. Το πολυτεχνείο είναι ένα ίδρυμα που προάγει την σκέψη, μου έδωσε κάποια ερεθίσματα.

Όπως το να έχετε κάνει μαθηματικά; Εννοώ, σας βοηθούν στη γραφή;
Ναι και όσο περνά ο καιρός το καταλαβαίνω περισσότερο. Με βοηθά να βλέπω τη γραφή σαν πρόβλημα, το οποίο πρέπει να εκφράσω σαφώς και κατανοητά, έτσι ώστε αυτός που το παίρνει να έχει τα στοιχεία που πρέπει για να μπορεί να το λύσει. Μια άλλη σημαντική επιρροή από τα μαθηματικά είναι μια διάθεση να αφαιρώ πράγματα και να προσπαθώ να κρατάω την πληροφορία, την πυκνότητα στο λόγο. Η μαθηματική προσέγγιση με βοήθησε ως φιλοσοφία.

Η γραφή, τι είδους πράξη είναι για εσάς;
Είναι μια μοναχική πορεία. Όταν βγήκαν τα ποιήματά μου, δεν ήξερα κανέναν και τίποτα και δεν περίμενα να συγκινήσουν άλλους ανθρώπους. Η γραφή μοιάζει με το δίπολο της ζωής επίσης. Περιέχει το παρήγορο τού να μπορεί ο καθένας να κάνει αυτό που θέλει μέσω του γραψίματος και της επικοινωνίας που έπεται μιας έκδοσης και να μπορεί να εξερευνά συναρπαστικές πτυχές και του δικού του εαυτού και άλλων ανθρώπων. Η γραφή είναι και μια πράξη του να ανακαλύπτεις την ομορφιά της ζωής, παρόλο που πρωτίστως είναι μια εγωιστική πράξη. Είναι ζωή, που σημαίνει ότι είναι συναρπαστικό και σπουδαίο το ότι βρισκόμαστε εδώ και ζούμε και είναι οδυνηρό και θλιβερό και τραγικό ταυτόχρονα.

laspi3

Με τη «Λάσπη» πόσο καιρό ασχοληθήκατε;
Περίπου έναν χρόνο. Έγραφα εντατικά, ήταν μια ουσία, ένα υλικό που υπήρχε πολύ καιρό μέσα μου. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που δεν ξέρει πώς να σταθεί μέσα στον κόσμο και πώς να δει τον εαυτό του, είναι κάτι εύθραυστο, αλλά και πολύ δυναμικό ταυτόχρονα το κράμα του όπως διαμορφώνεται. Μέσα σε αυτό ενέταξα την ψυχολογία του, το παρελθόν του, τα κίνητρά του για να καταλάβει και ο αναγνώστης γιατί θέλει να κάνει αυτά που κάνει.

Σκέφτεστε με τον τρόπο του ήρωά σας;
Τον φαντάστηκα πολλές φορές τον ήρωα για να μπορέσω να αποτυπώσω σκέψεις και εικόνες στο χαρτί με έναν πειστικό τρόπο. Πολλές φορές προσπαθώ να σκεφτώ με τον τρόπο που σκέφτεται ο ήρωας. Στον πεζό λόγο είναι πιο αναγκαίο αυτό. Αυτά που γράφω έχουν έντονο και το βιωματικό στοιχείο, πολλά από αυτά τα έχω ζήσει. Αυτό είναι το συναρπαστικό στοιχείο του πεζού λόγου, ζεις στους κόσμους και τους ανθρώπους που δημιουργείς.

«Ζούμε σε μια εποχή που πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για το κάθε τι»

Θέλετε να μου πείτε κάτι για την περίοδο που ζούμε;
Είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος για την οποία δεν ήμασταν προετοιμασμένοι ειδικά οι νέοι άνθρωποι. Είχαμε άλλη προσμονή. Τώρα ζούμε τη γενικότερη αστάθεια και διάψευση πολλών οραμάτων πολλών δεκαετιών. Μας διαψεύδει η Ευρώπη, με δυσάρεστες και ανασφαλείς καταστάσεις που σωρεύονται σε μια δεξαμενή συναισθηματική και σε κάνουν να μην είσαι βέβαιος για τίποτα. Ζούμε σε μια εποχή που πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για το κάθε τι. Είναι λυπηρό και ψυχοφθόρο για εμάς τους νέους ανθρώπους να μη μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα που θέλουμε.