Οι συντάκτες του ελc γιορτάζουν την ποίηση και μοιράζονται μαζί σας ένα αγαπημένο ποίημα ή εκείνο που ξεχωρίζουν αυτή την περίοδο, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης στις 21 Μαρτίου.

Αργυρώ Μποζώνη

Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Γαλαξίας, Αθήνα 1971

Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.
Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπά.
Υπάρχει μια χαράδρα με μια φωλιά με ζώα λευκά.
Υπάρχει μια μητρόπολις που κατεβαίνει και μια λίμνη που ανεβαίνει.
Υπάρχει ένα μικρό αμάξι εγκαταλειμμένο μέσα στο δάσος, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλλες.
Υπάρχει ένας θίασος μικρών θεατρίνων με κοστούμια, διακρίνονται πάνω στο δρόμο ανάμεσα απ’ το δάσος άκρη άκρη.
Υπάρχει, τέλος, όταν πεινά και διψά, κάποιος που σας κυνηγά.

Αρθούρος Ρεμπώ - Σκίτσο του Πικάσο

Αρθούρος Ρεμπώ – Σκίτσο του Πικάσο

old boy

Αγρύπνια, Θανάσης Παπακωνσταντίνου
(Στηριγμένο στο ποίημα «Insomnie» του Tristan Corbière)

Αγρύπνια, αψηλάφητο ζωο!
Δίχως μια στάλα στοργή,
σ’ όσους διψάν για χίμαιρες, γέρνεις
την κούπα σου που ‘ναι πάντα αδειανή. Κι ενώ περνά η νύχτα κατάλευκη,
βροχερή σαν Κυριακή,
ξέρω γιατί, στ’ αυτί που σπαράζει,
χιμάς και γλείφεις σαν το σκυλί. Δεν αγαπάς! Αφήνεις τους ψύλλους σου,
τους ήχους που φτάνουν από μακριά,
αγρύπνια, κακόφωνο όργανο,
που αλέθεις των εκλεκτών το «ωσαννά». Αγρύπνια της κόλασης κήτος,
είναι το φιλί σου φωτιά.
Αφήνει μια γεύση από σίδερο,
που ‘χουν ξηλώσει από καράβια παλιά.

Χρήστος Γραμματίδης

Το φως, Τρίτο μέρος της Κίχλης του Γιώργου Σεφέρη

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν·
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια·
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,
άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου·
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι·
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο σκοτάδι.
Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα δοξάρια
και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο
κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα
ν’ αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι
και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια·
τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.
Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ’ τα μπαστούνια
πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως
μ’ ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,
καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες
πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια·
ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά
προς τα χαλίκια του βυθού
οι άσπρες λήκυθοι.
Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη, μέρα·
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο
βγαίνει απ’ το κύμα δροσερό κλωνάρι
στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης·
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,
στο φως·
και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.
 Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Γκέλυ Γρυντάκη

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Βέρστια», Εκδόσεις [email protected], Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

 Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

 Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Δανάη Κωτσάκη

Το ξερό λουλούδι, Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν

Στα φύλλα ενός βιβλίου ένα λουλούδι
ξερό, λες πως γαλήνια και κοιμάται,
δεν έχει μυρωδιά, χρώμα και χνούδι,
νεκρό είναι κι όμως λες πως συλλογάται…

Η ωχρή του αυτή θωριά, μες στην καρδιά μου
γεννά παλμούς, και μες στο νου τη σκέψη:
ποιου Μάη είναι βλαστός; κι απ’τη γη χάμου
ποιο χέρι αβρό για μένα το’χε δρέψει;

Άντρας, γυναίκα να’ταν δε θυμάμαι.
Τα μάτια του να ζουν; ή να’χουν κλείσει;
Στο θώρι εγώ τ’ανθού τον συλλογάμαι
μ’αγάπη, κι ας τον έχω λησμονήσει.

 Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Άννα Ρούτση

Απόσπασμα από το Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα του Τάσου Λειβαδίτη

…Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου
χάνονταν μυστηριωδώς: σα να ‘σουν κάπου αλλού την ώρα
που τα χρησιμοποιούσες
Ίσως γι’ αυτό οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ,
αφού βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Πού ήσουν λοιπόν;
Και γιατί γύρισες;

Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος,
γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα
τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα
(κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας
για ν’ ανεβάσουμε ένα άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τρένων
για κείνους που άργησαν
ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από
προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους
όπως οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα
Τώρα ανεβαίνω σε μια άμαξα απ΄αυτές που διασχίζουν
τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα
του άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον θεό.

Κι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με
ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
αναζητώντας τη ζωή μου

Κατερίνα Παρρή

Γυναίκες, Γιώργος Βέλτσος, Εκδόσεις Διάττων

«Ξ»

Aφήνει αυτό που αγάπησε
και φεύγει
Δεν θα γυρίσει πίσω να το δει
Τυφλή η ματιά
ειδοποιεί την λήθη να εγκατασταθεί
σ’ ό,τι ευδόκιμο της απομένει

Όμως, δεν γίνονται όλα απ’ την αρχή

Τ’ αφήνει
και παίρνει μόνο αυτό
που μια γυναίκα δεν θα αποχωριστεί
στις τετρακόσιες ογδόντα μιά λέξεις
τού ρόλου της στον Σαίξπηρ:
παίρνει μαζί της την τρελή
και την αβέβαιη φιλοξενία υδάτων

Πνιγμένη η Οφηλία για χιλιοστή φορά
Φαγώθηκε από τα βρύα
και την υδρόβια αρρώστια των γραμμάτων.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: © Kim Welling