Παίζει αριστοτεχνικά την πολίτικη λύρα, την οποία διδάχθηκε από τον Ross Daily τη δεκαετία του ‘80, αλλά και ακούγοντας σχεδόν εμμονικά παλιές ηχογραφήσεις μέχρι να πετύχει τον «σωστό» ήχο, όπως άλλωστε έμαθαν να παίζουν όλοι οι μουσικοί της γενιάς του, που ήταν εκείνοι οι οποίοι επανέφεραν την παραδοσιακή μουσική στα αστικά κέντρα. Γεννημένος το 1974, ο Σωκράτης Σινόπουλος είναι ο άνθρωπος που αναγέννησε το παίξιμο της πολίτικης λύρας στην Ελλάδα, προχωρώντας το κι ένα βήμα πιο πέρα, με μουσικούς πειραματισμούς σε τελείως διαφορετικούς δρόμους.

Αυτή την περίοδο τον συναντάμε να κλείνει έναν πρώτο κύκλο συναυλιών μαζί με το κουαρτέτο του σε Ελλάδα και εξωτερικό παρουσιάζοντας το δίσκο Eight Winds”, που ηχογραφήθηκε στη σπουδαία ECM, φέρνοντας κοντά τον παραδοσιακό ήχο της πολίτικης λύρας με τους τζαζ αυτοσχεδιασμούς, ενώ ετοιμάζεται να μπει ξανά στο στούντιο για να ηχογραφήσει πάλι για την ECM.

Παράλληλα, διδάσκει πολίτικη λύρα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στο τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης, η διδασκαλία άλλωστε είναι η άλλη μεγάλη του αγάπη, ενώ αυτή την περίοδο είναι Πρόεδρος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής των Μουσικών Σχολείων, στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών υποχρεώσεών του.

Ξεκινώντας την κουβέντα μας με αφορμή το επερχόμενο live του στο GazArte στις 9 Φεβρουαρίου, μου αναφέρει πως του κάνει εντύπωση το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν γράφονται πολλές δισκοκριτικές, κι ότι ο ίδιος είναι ανοικτός ακόμα και στην αρνητική κριτική, την οποία συχνά βρίσκει χρήσιμη ως τροφή για σκέψη, ενώ δεν δίνει καθόλου σημασία στα σχόλια που γράφονται στο YouTube.

Στη συζήτηση σχετικά με τη συνθετική απλότητα ενός έργου, σε αντιδιαστολή προς το πιο περίπλοκο, δεξιοτεχνικό παίξιμο, πού στέκεστε;
Εγώ έρχομαι από τις παραδοσιακές μουσικές όπου η δεξιοτεχνία και η περιπλοκότητα είναι ένα ζητούμενο, καθώς είναι ο τρόπος να δείξεις τι μπορείς να κάνεις. Εκεί όμως χάνουμε οι μουσικοί συχνά την ουσία, καθώς προσπαθούμε να δείξουμε ό,τι περισσότερο μπορούμε να κάνουμε.

«Το απλό είναι το ζητούμενο, που είναι και δύσκολο να το καταφέρεις»

Μπορεί στο πλαίσιο της παράδοσης αυτό να έχει νόημα, αλλά όταν αυτό σε ακολουθεί και σε ένα δικό σου μονοπάτι, πιο δημιουργικό, συχνά βγαίνει κάτι φορτωμένο. Αυτό είναι το σύνδρομο των μουσικών της γενιάς μου, που όταν πάμε να κάνουμε κάτι δικό μας θέλουμε να τα βάλουμε όλα, σαν να βγαίνουμε έξω βόλτα και να φοράμε όλα μας τα μπιχλιμπίδια. Δεν ταιριάζουν όλα αυτά. Το απλό είναι το ζητούμενο, που είναι και δύσκολο να το καταφέρεις. Το υλικό που παρουσιάζουμε με το κουαρτέτο είναι πολύ συνειδητά απλό, πολύ δουλεμένα όμως, καθώς είναι κομμάτια που τελειοποίησα τα τελευταία 15 χρόνια.

Ακούγοντας το “Eight Winds”,  η λύρα με τους παραδοσιακούς της δρόμους φαίνεται να ταιριάζει πολύ ομαλά με τα τζαζ μονοπάτια. Σαν να ενώνονται πολύ φυσικά δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Είναι φυσικό αυτό, ή είναι αποτέλεσμα της δουλειάς που κάνατε μεταξύ σας;
Δεν είναι φυσικό δυο πράγματα τόσο διαφορετικά στην αφετηρία τους να δουλέψουν μαζί. Πριν ξεκινήσουμε να παίζουμε, ο καθένας μας στο κουαρτέτο έχει ήδη κάνει τη μετουσίωση αυτή πρώτα μέσα του, αυτό το πάντρεμα έχει ήδη ολοκληρωθεί εντός μας, και μετά συναντιόμαστε. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι όλοι οι μουσικοί του κουαρτέτου έχουν ευρύτερη μουσική παιδεία, κανείς δεν παίζει αποκλειστικά σε ένα στιλ. Ο Δημήτρης Εμμανουήλ (τύμπανα) έπαιζε σε ικαριώτικα γλέντια, ο μπασίστας μας ο Δημήτρης Τσεκούρας παίζει με τους Encardia, ο Γιάννης Κυριμκυρίδης (πιάνο) παίζει μεσανατολίτικες μουσικές, εδώ είναι ο χώρος μας δηλαδή.

Τι διαφοροποιεί τη δυτική μουσική από τη μουσική τη ανατολής και της λεκάνης της μεσογείου, ως προς τη φιλοσοφία της μουσικής; Υπάρχει διαφορετική προσέγγιση στο παίξιμο, στην ερμηνεία, στην αντίληψη μιας παύσης ή στην τελειοποίηση μιας νότας;
Βρίσκομαι σε μια φάση στη ζωή μου όπου αναζητώ τις ομοιότητες. Σε όλες τις μουσικές τις ίδιες νότες παίζει και ο τζαζίστας και ο Ινδός. Φυσικά υπάρχουν διαφορετικές τεχνικές και εκφραστικότητες. Έχουμε συνηθίσει για παράδειγμα οι λαϊκές μουσικές της περιοχής μας να είναι μουσικές λειτουργικές. Λειτουργούν στο πλαίσιο μιας κοινότητας, ως μουσικές ενός δρώμενου, ενός γλεντιού, κλπ. Στη Δύση έχουμε μουσικές που ξεκίνησαν ως λειτουργικές μουσικές, ή θρησκευτικές, αλλά είναι πλέον σκηνικές μουσικές, όπου εκεί οι όροι είναι άλλοι, εκεί θα αντιληφθείς διαφορετικά για παράδειγμα μια παύση, καθώς στη σκηνή η παύση δίνει μουσικό περιεχόμενο. Σε ένα δρώμενο, αντιθέτως, μια παύση δεν έχει καμία λειτουργία, μάλλον μειώνει την καλλιέργεια της έκστασης.

Προσπαθώ όμως πλέον να βλέπω το ενιαίο της παγκόσμιας μουσικής. Οι «Οκτώ άνεμοι» ας πούμε, αυτό ακριβώς περιγράφουν, την προσπάθεια να βρούμε το κέντρο μας μέσα σε όλους αυτούς τους ανέμους, στα διάφορα μουσικά στιλ που φυσούν από διαφορετικές πλευρές και είσαι ανοιχτός να τους δεχτείς από όπου κι αν προέρχονται.

Αυτή την περίοδο ολοκληρώνετε έναν μεγάλο κύκλο περιοδειών με το “Eight Winds”, που κράτησε σχεδόν δυο χρόνια. Παίζοντας συνέχεια αυτό το υλικό, το εξελίσσετε; Έχετε σχεδιάσει το επόμενο βήμα σας;
Μετά από τόσο καιρό που παίζουμε πλέον μαζί, φυσικά γνωριζόμαστε πολύ καλύτερα και ο καθένας μας νιώθει ελεύθερος να «πειράξει» πράγματα. Ο πυρήνας των κομματιών φυσικά παραμένει ο ίδιος, αλλά στο αυτοσχεδιαστικό κομμάτι πάντα υπάρχει αυτή ελευθερία. Τώρα ετοιμάζουμε καινούργιο υλικό για την ECM, με τους ίδιους ανθρώπους, την ίδια αισθητική, ίσως όμως κάποια πράγματα να είναι λίγο πιο πειραματικά. Είναι κομμάτια που αυτή την περίοδο δουλεύουμε, κάποια από αυτά θα παίξουμε και στο Gazarte στις 9 Φεβρουαρίου και την άνοιξη ευελπιστούμε να μπούμε στο στούντιο.

Πάμε στην πολίτικη λύρα, ένα όργανο που κυριολεκτικά ανασύρατε από την αφάνεια. Ποια είναι η σχέση της με τις άλλες γνωστές λύρες και πώς ξεκινήσατε εσείς να την μαθαίνετε;
Η κρητική, η ποντιακή και η πολίτικη λύρα, είναι τρία όργανα αδερφάκια, καθώς κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο που είναι απαράλλακτος ήδη από το 1000 μ.Χ. για να μην πάμε και πιο πίσω, όπου σε αρχαίες απεικονίσεις βλέπουμε μια λύρα. Η πολίτικη λύρα ανήκει σε μια ομάδα οργάνων με τα οποία είμαστε πολύ εξοικειωμένοι σήμερα, όπως το κανονάκι και το ούτι. Αυτή είναι η κατηγορία των ανατολικών οργάνων, της Μικράς Ασίας, τα οποία πάντα παίζονταν σε εκείνη την περιοχή. Δεν υπήρχαν μουσικοί στην Ελλάδα που να παίζουν αυτά τα όργανα. Με τη Μικρασιατική καταστροφή ήρθαν εδώ εκείνοι οι μουσικοί, οι ρεμπέτες, που απορροφήθηκαν περισσότερο στα σαντουροβιόλια.

«Οι κορυφαίοι μουσικοί είναι άνθρωποι οδηγοί, πρωτεργάτες, τραβάνε μπροστά»

Οι τελευταίοι μουσικοί που παίζανε τα πολίτικα όργανα, οι πρόσφυγες δηλαδή, έφυγαν από τη ζωή τη δεκαετία του ‘50 και του ‘60. Εγώ γεννήθηκα το 1974 και από τη γενιά μου άρχισε πάλι το ενδιαφέρον για αυτά τα όργανα. Πράγματι εγώ πρωτοέπαιξα το όργανο αυτό στην Ελλάδα μετά τον τελευταίο Πολίτη Ρωμιό μουσικό που πέθανε στην Αθήνα το 1960, τον Λάμπρο Λεονταρίδη που ηχογράφησε με τους παλιούς ρεμπέτες, την Εσκενάζυ κλπ.

Υπήρξε μια έντονη στροφή τη δεκαετία του ‘80 προς τις παλιές μουσικές, τα μουσικά σχολεία επίσης υποστήριξαν αυτή την τάση κι έτσι αναγεννήθηκε στα αστικά κέντρα ως σκηνική τέχνη πια. Όλο αυτό ξεκίνησε από 2 – 3 ανθρώπους όπως ο Ross Daily, από τον οποίο κι εγώ αρχικά διδάχθηκα τη λύρα, ή οι Δυνάμεις του Αιγαίου. Τώρα υποδέχομαι στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία, όπου διδάσκω πολίτικη λύρα,  εγγονάκια μου μουσικά, μαθητές μαθητών μου.

Έχετε συνεργαστεί με πολλούς κορυφαίους μουσικούς από όλο τον κόσμο. Υπάρχει κάτι που τους διακρίνει, κάποια ποιότητα κοινή σε όλους;
Επιμονή μέχρι του σημείου να γίνουν ενοχλητικοί στους συνεργάτες τους, επιμονή μέχρι να βγει το αποτέλεσμα όπως το έχουν φανταστεί. Το εκτιμώ αυτό, είναι δύσκολο για τους συνεργάτες τους, αλλά απολύτως κατανοητό. Επίσης οι άνθρωποι αυτοί έχουν μια αυτοπεποίθηση και ηρεμία, ότι αυτό που κάνουν είναι ακριβώς αυτό που θέλουν να κάνουν, τους εκφράζει τόσο πολύ που μοιάζει σαν να είναι η συνέχεια του σώματός τους, δεν προσποιούνται τίποτα, έχουν λιώσει για αυτό. Αυτό το ένιωσα πάρα πολύ έντονα από την πρώτη νότα που έπαιξε ο Charles Lloyd, ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς τζαζίστες με τον οποίο είχα τη χαρά να συνεργαστώ ηχογραφώντας για τη Blue Note. Επίσης, είναι άνθρωποι οδηγοί, πρωτεργάτες, τραβάνε μπροστά, τους ακολουθείς και ξέρεις ότι αισθάνονται πάντα πού βρίσκεσαι κι εσύ σε αυτή την πορεία.

Ο Σωκράτης Σινόπουλος στο Gazarte, Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου, 22:00