– «Κυρία Μπέλλου; Πάλι τα ίδια;», ακούγεται η τρυφερή επίπληξη μιας Νοσοκόμας στην πιο αναρχική ασθενή της.

– «Σωτηρία με λένε» …η απάντηση.

Λένε πως, όταν αρρωσταίνει κανείς, όλα τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του μεγεθύνονται. Δεν λειαίνονται. Σαν να γράφονται αδρά πάνω στα χέρια και τα μάτια και να εκπνέουν μέσα από τη φωνή. Η Σωτηρία Μπέλλου σε αυτό –και ίσως μόνο σε αυτό– δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Γιατί, κατά τα άλλα, υπήρξε αδιαμφισβήτητα μια προσωπικότητα θηριώδης, ακραία και συναρπαστική. Μια γυναίκα-σπασμένο γυαλί που κόβει από όλες τις πλευρές. Που ποτέ δεν λύγισε, ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ποτέ δεν είπε ούτε ένα τραγούδι που δεν της μίλησε. Και που ήταν ταγμένη αδιαπραγμάτευτα και ολοκληρωτικά στην ίδια της την ελευθερία.

 Η παράσταση Σωτηρία με λένε σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χατζηβασιλείου, που κατηφορίζει στην Αθήνα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, μετά τη μεγάλη της επιτυχία στη Θεσσαλονίκη και το ΚΘΒΕ–, βασίζεται στη βιογραφία της σπουδαίας λαϊκής τραγουδίστριας, που έγραψε η Σοφία Αδαμίδου. Στον ρόλο της Σωτηρίας Μπέλλου, η Έφη Σταμούλη. Η παράσταση συγκροτεί ό,τι ορίζει μια πλήρη θεατρική βραδιά: έχει μαγεία, έχει συγκίνηση, έχει χιούμορ, έχει μέθεξη και έχει και μια πολύ μεγάλη, καθηλωτική ερμηνεία. Η ιδιότητα όμως που της δίνει την ιδιαίτερη θερμοκρασία της, είναι η ανθρωπιά της. Ξεχειλίζει αγάπη για τον άνθρωπο αυτή η δουλειά, για τις νίκες και τις ήττες του, κυρίως τις τελευταίες, και φυσικά για την ίδια τη ζωή. Μέσα σε ένα ψυχρό, άγριο, κατάλευκο δωμάτιο νοσοκομείου λαμβάνει χώρα η πιο συγκλονιστική μαρτυρία-κατάφαση στη ζωή.

Βρισκόμαστε στο «Σωτηρία», όπου νοσηλεύεται η Μπέλλου. Πάσχει από καρκίνο του λάρυγγα. Αδυσώπητο, κάτω από τη μέση χτύπημα για μια τραγουδίστρια. Την επομένη, σε λίγες μόνο ώρες, θα χάσει τη φωνή της σε εγχείρηση, στην οποία πρέπει να υποβληθεί. Η απώλεια της φωνής ισοδυναμεί εδώ με την απώλεια της ίδιας της ζωής:

«Εμένα η φωνή μου ήταν η ζωή μου», λέει στη Νοσοκόμα, τη μοναδική της συντροφιά στην ανελέητη μοναξιά της. Η δραματουργία της παράστασης αποκτά κόψη, καθώς εστιάζει στο βράδυ της βασανιστικής αναμονής πριν την επέμβαση. Η αναμονή γίνεται υποφερτή μόνο μέσα από την αφήγηση. Ανάμεσα σε διαρκείς αρνήσεις υποταγής στους κανόνες νοσηλείας και τις οδηγίες των γιατρών –πετάει τους ορούς, κατεβάζει τα κάγκελα του κρεβατιού, αρνείται τις μάσκες με τα εισπνεόμενα– κι έναν ταξιτζή που τη στήνει στο ραντεβού της απόδρασης από το νοσοκομείο-φυλακή, η Μπέλλου αφηγείται και ξαναζεί με μάρτυρες τη Νοσοκόμα που τη φροντίζει και εμάς τους θεατές, κομμάτια της μυθιστορηματικής ζωής της. Αιρετικά, σταράτα και ανερυθρίαστα, όπως μόνο εκείνη ξέρει.

Έτσι, μαθαίνουμε για το γάμο της –17 χρονών κοριτσάκι ήταν– με τον Βαγγέλη που, επειδή την απατούσε και τη χτύπαγε, του έριξε βιτριόλι και φυλακίστηκε για ένα χρόνο γι’ αυτό. Για την αναχώρησή της για την Αθήνα, μια μέρα πριν την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, το 1940, όταν ρέστη από οικογένεια και φίλους και λεφτά, ξεκίνησε για την πρωτεύουσα με την ακλόνητη πεποίθηση ότι θα γίνει τραγουδίστρια. Για τη συνάντησή της με τον Τσιτσάνη, για τον Χατζιδάκι, για την ατρόμητη άρνησή της να πει τραγούδι-παραγγελιά από Χίτες, για τις δύο φορές που νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρείο, για τη σχέση της με την Τασία, που της τα έφαγε όλα, για το πάθος της για τα ζάρια.

Η σκηνοθεσία παρουσιάζει τη μορφή της Μπέλλου αφτιασίδωτα, χωρίς εξωραϊσμούς ή περιττές γιρλάντες. Και πώς αλλιώς; Κάθε άλλη προσέγγιση θα εκτροχίαζε το εγχείρημα, αφού ο σπαραγμός για τη βασανισμένη ζωή της κατάγεται από μια ωμή ορμή του χαρακτήρα της, από μια ξεροκεφαλιά, από ένα πείσμα της, που δεν ησύχαζε ποτέ.

«Είναι φανερό ότι η ηθοποιός έχει περάσει ώρες μελέτης και “σκαναρίσματος” της Μπέλλου»

Αυτό φαίνεται να είναι και το πρώτο στοιχείο, στο οποίο στηρίζεται η Σταμούλη για να πλάσει την ηρωίδα της. Γιατί η εντυπωσιακή εξωτερική ομοιότητα –μνεία εδώ στην ενδυματολόγο Όλγα Χατζηιακώβου- είναι αποτέλεσμα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κυρίως ενδελεχούς παρατήρησης. Είναι φανερό ότι η ηθοποιός έχει περάσει ώρες μελέτης και «σκαναρίσματος» της Μπέλλου: ο τρόπος με τον οποίο κουνάει τα δάχτυλά της, ένα σφίξιμο στο στόμα, το βλέμμα διαγωνίως προς το εκάστοτε «θέμα», τα αργά αλλά σταθερά βήματα, η δύναμή της, ακόμη κι όταν είναι – παίζει πλάτη.

Κι έτσι, καθώς κυλά η παράσταση, ξεχνιέσαι και νομίζεις ότι δεν είναι η Σταμούλη που παίζει την Μπέλλου, αλλά η Σταμούλη που είναι η Μπέλλου: ο θρίαμβος μιας μεταμόρφωσης. Δίπλα στη δωρική πρωταγωνίστρια στέκεται επάξια η Νοσοκόμα Έλλη Χατζεϊπίδου, που διανύει μια …υπόγεια διαδρομή από την τυπική επαγγελματία στην ανθρώπινη, τρυφερή συνοδοιπόρο της ασθενούς.

Η παράσταση είναι καλοκουρδισμένη, δουλεμένη και στην τελευταία λεπτομέρεια, δεμένη. Τίποτα περιττό. Και υπάρχουν πολλά σημεία ποιητικής έξαρσης: όταν όρθια στο κρεβάτι με τους ορούς στα χέρια η Μπέλλου-Σταμούλη μετατρέπει το δωμάτιο του νοσοκομείου σε πάλκο, όταν με τη συνένοχη Νοσοκόμα προ-ετοιμάζει την «έξοδό» της με μια λάμπα σε εμβρυακή στάση στην αγκαλιά –το είχε καημό που δεν απέκτησε παιδί–, η τελική εικόνα κάθαρσης, όπου η Νοσοκόμα ξεστρώνει τα σεντόνια του δωματίου.

Η σκηνή όμως που κρατώ σαν φυλακτό είναι εκείνη που βάζει και ακούει η Μπέλλου το «Μην κλαις» και το κοινό αρχίζει και σιγοψιθυρίζει «τα σπίτια είναι χαμηλά…», αρχικά δειλά, πιο μετά όλο και πιο τελετουργικά, σε μια στιγμή σπάνιας θεατρικής κατάνυξης. Όπου οι θεατές μοιάζει να παρηγορούν την απαρηγόρητη ψυχή της μεγάλης ερμηνεύτριας.

Σταματώ εδώ. Τα υπόλοιπα θα τα ζήσετε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Έχει πολύ νοσοκομείο αυτή η παράσταση. Αλλά έχει ακόμη μεγαλύτερη αγάπη για τη ζωή. Και το θέατρο, φυσικά.

Info παράστασης:

Σωτηρία με λένε | Θέατρο του Νέου Κόσμου