Αυτό το φθινόπωρο ο Τάσος Νούσιας γίνεται «Ριχάρδος Β’» και μας παίρνει μαζί του σε ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο και την αινιγματική ιστορία του έκπτωτου Άγγλου Βασιλιά που μετατράπηκε από τον Σαίξπηρ σε μια συναρπαστική, συγκινητική, μελέτη ενός τραγικού ήρωα. Με αφορμή την πρεμιέρα στις 29 Σεπτεμβρίου, συναντήσαμε τον Τάσο Νούσια και μιλήσαμε μαζί του για την ιδιαίτερη αυτή παράσταση που θα ανέβει στη σκηνή, την αντιπαραβολή της στο σήμερα αλλά και για όλα εκείνα τα ερωτήματα και τις σκέψεις που προκύπτουν όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό

Πείτε μας λίγα λόγια για την παράσταση, ποιες οι ιδιαιτερότητες της;
Η υπόθεση του Ριχάρδου Β’ είναι η ιστορία ενός νεαρού βασιλιά που σχεδόν στα 10 του χρόνια αναλαμβάνει, βεβαία στην αντιβασιλεία και στην εσωτερική πολιτική βρίσκεται ο θείος του ο Γκαντ αυτός τρέχει το βασίλειο μέχρι που ο Ριχάρδος ενηλικιώνεται. Είναι ένας άνθρωπος πολύ αλέγκρος, ποιητικός,  που συντρίβεται καιρό με τον καιρό κάτω από τις αποφάσεις του, εξοντώνει οικονομικά το βασίλειο του, πιάνει πάτο, αν σας θυμίζει κάτι η κατάσταση αυτή.

©Δημοσθένης Γαλλής

©Δημοσθένης Γαλλής

Το αποτέλεσμα είναι να υπερφορολογεί τη βάση του, τους ανθρώπους του, και όλο το κλίμα γυρνάει εις βάρος του. Αρχίζει να γίνεται αντιπαθής, από την βάση μέχρι τους αριστοκράτες. Βρίσκεται στην μέση μιας επανάστασης, επανάσταση την λένε ακόμα οι Άγγλοι από τότε κρατάει η αντιπαλότητά του με τους Ιρλανδούς. Για αυτόν τον λόγο χρειάζεται χρήματα, δεν έχει δεκάρα και αμέσως αρχίζει να νοικιάζει κομμάτια του βασιλείου και να εισπράττει φόρους. Εντέλει χάνει τον θρόνο και βρίσκεται στην φυλακή αποκομμένος από τους πάντες και τα πάντα σε σημείο που σχεδόν πεθαίνει από ασιτία. Αυτή είναι η ιστορία του Ριχάρδου Β’.

Εμείς παρουσιάζουμε την ιστορία αυτή υπό μορφή μονολόγου, υπάρχουν δυο πρόσωπα πάνω στην σκηνή, έχει ξαναγραφτεί το κόμματι του Ριχάρδου σαν ιστορία με τα πιο ουσιαστικά του κομμάτια τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις του, έχουν κρατηθεί τα βασικά πρόσωπα και πιάνουμε την ιστορία από κει που είναι φυλακή και ιδιότυπα τον επισκέπτεται ο σταβλίτης του υπό μορφή σκιάς. Τότε λοιπόν ξεκινά ουσιαστικά να σκάβει τη μνήμη του, βρίσκεται ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του προκειμένου να φτάσει στην αυτογνωσία και να απαντήσει το ερώτημα «τώρα που τα έχω χάσει όλα πια, ποιος είμαι». Πρόκειται για αυτοβιογραφία στην πληρότητά της δια χειρός Σαίξπηρ.

«Το έργο έχει σοβαρότατες αναφορές στο σήμερα»

Μέσα από το έργο αυτό ο Σαίξπηρ θίγει θέματα όχι μόνο υπαρξιακά αλλά και κοινωνικά, πιστεύετε ότι έχουν αντίκρισμα στο σήμερα; Ομοιότητες με την εποχή που διανύουμε;
Το έργο έχει σοβαρότατες αναφορές στο σήμερα, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα κλασικά έργα. Η κλασική ταυτότητα που φέρουν οφείλεται στη διαχρονικότητα τους και για αυτό ταυτίζεται ο κόσμος συνεχώς μαζί τους. Μέσα από αυτά απορρέουν επίσης τα τεράστια ερωτηματικά που έχει ο άνθρωπος σχετικά με τη φύση του, σχετικά με τον θάνατο, με τον Θεό. Πρόκειται για αυτά τα κομβικά πανανθρώπινα κομμάτια που παραμένουν άλυτα. Κάπου κάπου βρίσκει έναν βηματισμό η ανθρωπότητα αλλά δεν έχει ωριμάσει για να τα διαχειριστεί πλήρως και μέσω αυτής της μη-διαχείρισης βρίσκεται και ο Ριχάρδος στην ύστατη στιγμή. Χωρίς αξιώματα και περιουσία, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, ξαναδουλεύει τον εαυτό του.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στον ρόλο σας;
Το κομμάτι του να μπορέσεις να περάσεις στον κόσμο με ακρίβεια αυτή την εμπειρία του Ριχάρδου, που είναι εν δυνάμει ο καθένας από εμάς, ανάλογα με τον διάβα του και με τα αδιέξοδά του. Γιατί στις ύστατες, στις κορυφαίες στιγμές είναι τότε που αρχίζεις να κοιτάς τον εαυτό σου, τις υπόλοιπες στιγμές τον πετάς λίγο στην άκρη, τον ξεχνάς. Ο μεγαλύτερος εχθρός σου και ο καθρέφτης της ύπαρξής σου είναι ο εαυτός σου, τα λάθη σου, οι φοβίες σου.

Είναι μια παράσταση που θα μας βάλει σε σκέψεις…
Αυτό είναι το ζητούμενο, μερικές φορές ξεχνάμε ότι αυτά τα κείμενα π.χ. του Σαίξπηρ, που τώρα σε εμάς φαντάζουν δοκίμια ήταν το λαϊκό θέαμα της εποχής, το ίδιο συνέβαινε και με τη μουσική με τον Μπετόβεν, τον Μπαχ, τον Στράους. Τα έργα δεν ήταν καθόλου ιντελεκτουέλ ή εξειδικευμένα, παίζονταν μέσα στη λάσπη, και στα θεωρεία ήταν οι βασιλείς και οι άρχοντες.

«Είναι πολύ σημαντικό ο άνθρωπος να μην φοβάται να συνδέεται με κομμάτια δικά του»

Είναι θέμα παιδείας, τον τομέα αυτόν πώς τον βλέπετε σήμερα;
Η παιδεία σήμερα είναι στραγγισμένη και είναι και ο άνθρωπος σε τεράστια συναισθηματική αμβλύτητα. Έχει πολύ γρήγορα σινιάλα, χωρίς εμβάθυνση και χωρίς συγκέντρωση. Όλοι μας διακατεχόμαστε από αυτό το σύνδρομο που λέγεται «υπερδραστηριότητα». Και σκέφτεσαι πώς λειτουργούσαν οι κοινωνίες παλιότερα, χωρίς τεχνολογία – που ήταν όμως ζητούμενο για να μπορέσει να προοδεύσει ο άνθρωπος και αντίστοιχα η κοινωνία – και πώς έχουμε φτάσει στο σήμερα που ο άνθρωπος λόγω της τεχνολογίας έχει αποκοπεί πλήρως με αυτή τη συνθήκη. Για αυτό και το να έρθεις σε επαφή με αυτό το κείμενο είναι θείο δώρο και στόχος του υποκριτή είναι να ειπωθεί σωστά και να περάσει αυτό το κομμάτι στο κοινό ως αγωγή ψυχής, ψυχαγωγικά, όχι ως βάρος, άλλωστε ο ίδιος ο Σαίξπηρ έχει φοβερό χιούμορ. Είναι πολύ σημαντικό ο άνθρωπος να μην φοβάται να συνδέεται με κομμάτια δικά του.

Η σχέση σας με τον Ριχάρδο πάει χρόνια πίσω καθώς είχατε δώσει εξετάσεις για την προετοιμασία σας στην σχολή του Κρατικού Θεάτρου, με έναν από τους μονολόγους του Σαίξπηρ, μέσα από τον Ριχάρδο. Ποια η ματιά που είχατε τότε προς το έργο και ποια τώρα;
Ναι, κρατάει πολύ μεγάλο διάστημα η σχέση με τον Ριχάρδο, από τότε που ήμουν 18 χρονών μέχρι σήμερα. Τότε είχα μόνο έναν μονόλογο, το σημαντικότερο όμως της αποτίμησης, της τελικής εξόδου ο οποίος με είχε συγκινήσει πάρα πολύ, με την καθαρότητα που μπορεί να κουβαλά ένας άνθρωπος στα 18 του, που είναι πολύ πιο κοντά στη συνθήκη ζωής – θανάτου επειδή είναι πολύ ανοιχτός στα πρώτα του βήματα. Τώρα έρχονται να συμπληρωθούν πολλά ακόμη κομμάτια του έργου, που για μένα λειτουργούν πολύ αποκαλυπτικά. Όταν αρχίζεις να καταλαβαίνεις το κείμενο και το σωματοποιείς μάλιστα μέσα από την πολύ ευρηματική σκηνοθεσία της Marlene Kaminsky, που βρίσκεται στα όρια του μαγικού ρεαλισμού, όλο αυτό λειτουργεί πολύ αποκαλυπτικά.

Ποια ήταν η στιγμή που αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;
Ήταν εκείνο το σταυροδρόμι της ζωής των 18 ετών που λες «τι θα κάνω;». Με έφερε σε επαφή με το θέατρο ένας πολύ σπουδαίος δάσκαλος ο Γιώργος Νάκο. Πέρασα στη δραματική σχολή του Κρατικού Θεάτρου. Αυτή η τέχνη είναι συγκεραστική, μπορείς να ενσωματώσεις στη θεατρική πράξη όλες σου τις δυνατότητες, οτιδήποτε γνωρίζεις μπορεί να χωρέσει, σε όλα τα επίπεδα, νοητικά, σωματικά, καλλιτεχνικά. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος, ο οποίος στήνεται για ένα οκτάμηνο από την αρχή, από το μηδέν. Αυτό νομίζω είναι και το πιο συγκλονιστικό στοιχείο του θεάτρου που με κρατάει ακόμη.

Φαντάζομαι το θέατρο στέκεται αφορμή για να ανακαλύπτετε συνεχώς κομμάτια του εαυτού σας…
Μέσα από την υποκριτική σου δίνεται μια σπουδαία κρυψώνα, έχεις τη δυνατότητα να κρυφτείς πίσω από τον ρόλο και να μιλήσεις για τα μοίχειά σου. Βρίσκεσαι πίσω από μια μάσκα και προσπαθείς να πράξεις με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια κουβαλάει η ψυχή σου τον ήρωα, και στέκεσαι απέναντι σε έναν άλλο κόσμο που έρχεται είτε να θυμηθεί είτε να αναλογιστεί, είναι κάτι μεγαλειώδες.

Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα θέλατε να υποδυθείτε στο μέλλον;
Νομίζω ότι τους στόχους που βάζω κατά καιρούς τους πετυχαίνω. Δεν έχω ακόμη ελλείψεις μέσα μου. Νομίζω από δω και πέρα θα αρχίσουν να έρχονται και άλλα πράγματα που θα είναι πιο πολύ του «θέλω» του δικού μου, δηλαδή θα τα στήνω εγώ όπως τον Ριχάρδο ή τον Προμηθέα Δεσμώτη το 2015 . Θα αρχίσουν να έρχονται ρόλοι που τους θέλω εγώ πιο πολύ, και θα αρχίσω να δουλεύω μαζί τους από το μηδέν.

«Αναδεικνύονται περισσότερο θέματα που αφορούν την κοινωνία και την πολιτική ζωή»

Πώς βλέπετε τα πράγματα στο χώρο του πολιτισμού;
Υπάρχει μια στροφή της δικής μας δουλειάς σε θεματικές που αφορούν ξανά τον άνθρωπο, που φεύγουν λίγο από την εσωστρέφεια και το αμερικάνικο θέατρο. Τα τελευταία χρόνια επανέρχονται οι πιο οικουμενικές θεματικές και αναδεικνύονται περισσότερο θέματα που αφορούν την κοινωνία και την πολιτική ζωή. Τώρα «ξανακουρδιζόμαστε» με έναν άλλο τρόπο. Το θέατρο είναι ένα εργαλείο που σου επιτρέπει να μιλήσεις ως κοινωνία για τα γεννήματά σου. Για θέματα που αν έθιγες σε ένα δικαστήριο μπορεί να σου έπαιρναν το κεφάλι εδώ τα αναδεικνύεις για να δει η κοινωνία τι παρήγαγε. Το θέατρο, λοιπόν, γίνεται ένας καθρέφτης απέναντι στις νομές μας. Δεν υπάρχει όμως η γενναιότητα σε εμάς, όπως υπήρχε στο αρχαίο θέατρο, με τρανταχτό παράδειγμα την ιστορία της Μήδειας. Πριν λίγα χρόνια με το Εθνικό και το κείμενο του Ξηρού ξέσπασε χάος. Κανείς δεν σκέφτηκε «κάτσε να δω την αξία του κειμένου». Η κοινωνία γεννάει συνεχώς πολιτικές φράξεις, κοινωνικές φράξεις, οπαδικά συστήματα από τα οποία είναι το καθένα επιβιωτικό για τον εαυτό του εις βάρος όλων των υπολοίπων. Μήπως λοιπόν πρέπει να αναρωτηθούμε αν γινόμαστε προοδευτικοί μόνο όταν αυτή η πρόοδος συμφέρει εμάς και διαλύει όλους τους άλλους;

Πείτε μας μία σκέψη για τη νέα καλλιτεχνική χρονιά που ξεκινά.
Πιστεύω ότι η σεζόν θα πάει καλά. Το θέατρο κρατάει καλά, όταν μια παράσταση έχει δύναμη και καθαρότητα τότε έρχεται κόσμος και μαζί με τους θεατές ζούμε και εμείς μέσα από τις παραστάσεις που κάνουμε.

Info:

«Ριχάρδος Β’ – Το Ρέκβιεμ ενός Βασιλιά» | 29 Σεπτεμβρίου – 11 Νοεμβρίου 2018
Θέατρο Αλφα – Ιδέα