Το 1949, ο δεκαπεντάχρονος Καναδός, Λέοναρντ Κοεν, θα ανακαλύψει δυο πράγματα: την ποίηση του Λόρκα και τη μαγεία της κιθάρας. Θα πει ότι ο Λόρκα τον εκπαίδευσε, του δίδαξε την αξιοπρέπεια της θλίψης και τον εξοικείωσε με το ρομαντισμό και τη γενναιότητα. Την κιθάρα την αγόρασε δεύτερο χέρι. Ήταν ένα θηριώδες όργανο με μεταλλικές χορδές που κατάφερε να το τιθασεύσει. Μια λεπτομέρεια που αφορά εκείνη την εποχή, είναι ότι η κιθάρα ήταν ένα ανυπόληπτο όργανο ταυτισμένο με τους κομμουνιστές. Την επόμενη χρονιά, ο Κοέν θα αρχίσει να γράφει ποίηση. Δεκάδες σελίδες κάθε μέρα, προσπαθώντας να κατανοήσει την τέχνη του έρωτα.

«Ποτέ δεν σκέφτηκα μια γυναίκα σαν γιατρικό στην μοναξιά. Έχω αγαπήσει μια γυναίκα γιατί δεν ήταν όμορφη κι ήμασταν δυο άνθρωποι σ’ένα δάσος ή σε μια λίμνη σκοτεινή. Έχω αγαπήσει μια γυναίκα γιατί δεν ήταν όμορφη κι ήμασταν δυο άνθρωποι που βαδίζαμε ανάμεσα σε κτίρια και καταλαβαίναμε κάτι για τον πόνο και την οδύνη. Έχω αγαπήσει μια γυναίκα γιατί πολλοί την αγάπησαν ή γιατί πολλοί δεν τη νοιάστηκαν ή για να την κάνω να πιστέψει ότι είμαι ένας άγιος και ότι έχει από έναν άγιο αγαπηθεί»

Τέσσερα ποιήματα του Λέοναρντ Κοεν, που ξεχωρίσαμε:

– Η Σουζάνα σε κατεβάζει
Η Σουζάνα σε κατεβάζει
στο τσαρδάκι της στην ποταμιά,
μπορείς κι ακούς τις βάρκες που περνάνε
μπορείς να μείνεις τη νύχτα μαζί της
και το ξέρεις ότι είναι μισότρελη
αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι που πήγες
και σε ταΐζει τσάι και πορτοκάλια
που ήρθανε κατ’ ευθείαν από την Κίνα.
Και τότε ακριβώς που θες να της πεις
πως δώρα δεν έχεις να της δώσεις,
σε μπάζει στη δικιά της γλώσσα
κι αφήνει το ποτάμι ν’ απαντήσει
πως ήσουνα ο εραστής της πάντα.

Και θες να ταξιδέψεις μαζί της,
τυφλός θες να ταξιδέψεις
και ξέρεις πως μπορεί να σ’ εμπιστευτεί
γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της
με το μυαλό σου.

Ο Χριστός ήτανε ναύτης
σαν περπατούσε πάνου στο νερό
κι ώρα βιγλίζοντας πολλή περνούσε
από ένα πύργο ξύλινο μοναχικό
κι όταν στα σίγουρα έμαθε
πως μόνο οι πνιγμένοι να τον δουν μπορούσαν
είπε πάντες ναύται γενέσθων
έως αν η θάλασσα αυτούς ελευθερώσει
αλλά ο ίδιος πολύ πριν ανοίξει
ο ουρανός έγινε κομμάτια
εγκαταλειμμένος, σχεδόν ανθρώπινος,
βυθίστηκε κάτω απ’ τη σοφία σου σαν πέτρα.

Και θες να ταξιδέψεις μαζί του,
τυφλός θες να ταξιδέψεις
και σκέφτεσαι να τον εμπιστευτείς
γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου
με το μυαλό του.

Η Σουζάνα σε παίρνει απ’ το χέρι
στην ποταμιά κάτω σ’ οδηγεί
φοράει κουρέλια και φτερά
από παλιατζίδικα του Στρατού της Σωτηρίας.
Χύνεται ο ήλιος σαν το μέλι
στην Παναγιά του λιμανιού
και σου δείχνει πού να κοιτάξεις
μέσα στα σκουπίδια, μέσα στα λουλούδια
υπάρχουν ήρωες μες τα φύκια
υπάρχουνε το πρωϊνό παιδιά
που σκύβουνε για αγάπη
θα σκύβουν έτσι πάντα
ενώ κρατά η Σουζάνα τον καθρέφτη.

Και θες να ταξιδέψεις μαζί της
και θες τυφλός να ταξιδέψεις
κ’ είσαι βέβαιος πως μπορεί να σ’ έβρει
γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου
με το μυαλό της.

– Ο λόγος που γράφω
Ο λόγος που γράφω
είναι να κάνω κάτι
τόσο ωραίο όπως εσύ.

Όταν είμαι μαζί σου
θέλω να ’μαι ήρωας τέτοιος
όπως πάσχιζα να γίνω
όταν ήμουνα εφτά χρονώ:
ένας τέλειος άνδρας
που σκοτώνει.

– Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας
Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας
θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι,
ένα πρόσωπο που δεν τρώει κρέας
θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι άλλο.
Αν σ’ ενδιαφέρουν αυτές οι σκέψεις
έστω και για ένα λεπτό,
είσαι χαμένος.

– Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,
έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου
πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.

Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν
μετά τι τους απομένει;
Έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,
γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.

Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες
χωρίς φεγγάρι ή άστρο
έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε
αν φύγει ο ένας μας μακριά.

Η μετάφραση των ποιημάτων είναι του Ανδρέα Αγγελάκη.

Σχετικά άρθρα:

– Έφυγε από τη ζωή ο Λέοναρντ Κοέν

– Ο Λέοναρντ Κοέν γιορτάζει την αιωνιότητα, του Βλάση Κωστούρου