Ο εικαστικός Μιχαήλ Καρίκης είναι Έλληνας καλλιτέχνης που ζει και εργάζεται μεταξύ Λονδίνου και Λισαβόνας. Η δουλειά του αποτελείται κυρίως από οπτικοακουστικές εγκαταστάσεις γύρω από τις δυνατότητες της φωνής και του ήχου γενικότερα ως γλυπτικό υλικό. Η καλλιτεχνική του έρευνα επικεντρώνεται σε μη προνομιούχες ανθρώπινες ομάδες και σε εναλλακτικές προσεγγίσεις της κοινωνικότητας, της αλληλεγγύης και της δράσης. Έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες διεθνείς μεγάλες εκθέσεις μεταξύ άλλων και στη 54η Μπιενάλε της Βενετίας, ενώ ηχητικές του δουλειές έχουν συμπεριληφθεί σε άλμπουμ καλλιτεχνών όπως η Bjork και ο DJ Spooky. Εργάζεται ως καθηγητής και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Brighton και στο Royal College of Art του Λονδίνου. Με αφορμή την παρουσίαση της δουλειάς του No ordinary protest στη Whitechappel Gallery του Λονδίνου μιλήσαμε για τη δουλειά του, τα παιδιά, τον ακτιβισμό στην τέχνη, και τη διαφορετικότητα.

1.

Το φιλμ “No ordinary Protest” βασίστηκε στη συνεργασία σου με μια ομάδα εφτάχρονων μαθητών για μια ακαδημαϊκή χρονιά. Τι ακριβώς εμπεριείχε αυτή η συνεργασία;

Συνεργάστηκα με το Year 3 ενός δημοτικού σχολείου του ανατολικού Λονδίνου κοντά στην Whitechapel Gallery το οποίο μου πρότεινε η γκαλερί. Πρόκειται για ένα σχολείο με παιδιά πολλών εθνικοτήτων και ως επί το πλείστον μη προνομιούχων οικογενειών. Επί μία ακαδημαϊκή χρονιά πήγαινα 2 φορές την εβδομάδα, στην αρχή μόνο για να παρατηρήσω τη διαδικασία της διδασκαλίας, την ύλη και τις σχέσεις δασκάλων-μαθητών.

Μέσα από τη διδακτέα ύλη ήταν που ανακάλυψα το βιβλίο Iron Man του Ted Hughes και στη συνέχεια το ‘σίκουελ’ του, το Iron Woman με το οποίο βρήκα ότι η δουλειά μου συνδέεται ποικιλοτρόπως, όπως για παράδειγμα πάνω στα θέματα του ήχου και του περιβάλλοντος. Ο ήχος στο βιβλίο αυτό λειτουργεί ως μια ανεξήγητη υπερφυσική δύναμη και ως στοιχείο σύνδεσης μεταξύ των παιδιών. Η σιδερένια γυναίκα υπερ-ηρωίδα μπορεί να ακούει τον ήχο που παράγεται από τα πλάσματα της γης που υποφέρουν από την περιβαλλοντική μόλυνση και να μεταφέρει αυτό τον ήχο στα παιδιά μέσω αγγίγματος. Τα παιδιά συναισθάνονται τον πόνο της φύσης και επαναστατούν απέναντι στους ενήλικες που τον προκαλούν.

Μέσα από την εμπειρία μου από τα μαθήματα που παρακολούθησα οργάνωσα δύο σειρές από εργαστήρια. Στα  πρώτα σκοπός ήταν να διευρυνθεί η γνώση που είχαν αποκτήσει τα παιδιά από διάφορα μαθήματα μέσω διαφορετικών γνωστικών και δημιουργικών πεδίων, όπως μουσική, εικαστικές τέχνες, δημιουργική γραφή και θέατρο, με κεντρικό άξονα πάντα το βιβλίο Iron Woman.

«Αυτό που με νοιάζει είναι να δυναμώσω την ένταση της φωνής εκείνων από τους οποίους έχει μειωθεί ή τελείως αφαιρεθεί»

Έτσι υπήρχαν εργαστήρια πάνω στο πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα υλικό από τον ήχο του, που οδήγησαν σε ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς. Άλλα εργαστήρια αφορούσαν την επινόηση και την κατασκευή χαρακτήρων μέσα από τα οποία κάναμε κατασκευή μασκών. Καθώς το βιβλίο αφορά το περιβάλλον και την καταστροφή του, μαζέψαμε σκουπίδια και συζητήσαμε για την ανακύκλωση και τους τρόπους χρήσης τους δημιουργικά. Εντέλει όλες οι μάσκες προέκυψαν από ανακύκλωση σκουπιδιών.

Η δεύτερη σειρά εργαστηρίων ήταν ένα είδος εκπαίδευσης των παιδιών πάνω στη συζήτηση και την επιχειρηματολογία μέσα από την παιδαγωγική μέθοδο του Matthew Lipman που λέγεται Φιλοσοφία για Παιδιά. Πρόκειται για μια μέθοδο που βασίζεται στο να δίνεις ερεθίσματα σε μικρά παιδιά -ένα αντικείμενο ή ένα θέμα- και να τα εκπαιδεύεις να φτιάχνουν ερωτήσεις που δεν απαντώνται με ένα ‘ναι’ ή ‘όχι’ αλλά ανοίγουν διάλογο. Στην προκειμένη περίπτωση τα ερεθίσματα τα λάβαμε από το βιβλίο. Αυτό που αναδείχθηκε από όλη αυτή τη διαδικασία ήταν το ότι αν προσφέρει κανείς στα παιδιά χρόνο, χώρο και τα σωστά εργαλεία για να διατυπώσουν τη γνώμη τους, αναπτύσσουν λόγο μέσα από τον οποίο εκφράζεται μια βαθιά αίσθηση δικαιοσύνης και μια ενστικτώδης πολιτική σκέψη. Τα παιδιά αντιδρούν στο άδικο και αυτό ακριβώς είναι η ρίζα κάθε ακτιβισμού.

2.     

Στην καλλιτεχνική σου πορεία έχεις δουλέψει συχνά με παιδιά. Τι είναι αυτό που σε ιντριγκάρει/ενδιαφέρει στην καλλιτεχνική σου διάδραση με τα παιδιά;

Όλες οι δουλειές μου παρουσιάζουν θέματα που είναι επείγοντα. Αυτά τα θέματα, πολιτικά ή οικολογικά, όταν αντικατοπτρίζονται μέσα από την οπτική γωνία των παιδιών τα βλέπουμε διαφορετικά. Κατά πρώτον λοιπόν δουλεύω με παιδιά και τα παρουσιάζω στη δουλειά μου γιατί έτσι δίνω την ευκαιρία στο κοινό να έχει μια τέτοια απόσταση, ώστε να μην ταυτίζεται μεν με αυτά, αλλά να βλέπει τα πράγματα μέσα από τα μάτια τους, σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά. Κατά δεύτερον γιατί έτσι θέτω το ερώτημα ‘τι κληρονομιά αφήνουμε στις επόμενες γενιές;’ και καταδεικνύω το πόσο υπεύθυνοι πρέπει να νοιώθουμε απέναντί τους. Και ο τρίτος λόγος, και πιο σημαντικός, είναι ότι τα παιδιά, όπως και μια ευρύτερη ομάδα ανθρώπων με την οποία έχω κατά καιρούς ασχοληθεί στη δουλειά μου, δεν έχουν φωνή στις κοινωνίες μας. Το ίδιο συμβαίνει και στους ανθρώπους με αναπηρίες, τους μη προνομιούχους οικονομικά και φυλετικά, στους άνεργους και στους πολύ ηλικιωμένους. Αυτό που θέλω να κάνω με τα παιδιά εδώ λοιπόν είναι να τους δώσω την ευκαιρία να ακουστούν γιατί είναι πολύ έξυπνα, έχουν πραγματική ενσυναίσθηση για το τι υπάρχει γύρω τους, και οφείλουμε να τα ακούσουμε και να τα λάβουμε υπόψη μας. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου να δείξω ό,τι έχει ήδη λάβει προβολή. Δεν θεωρώ πολιτική πράξη το να ασχοληθώ με το τι κάνει ο τάδε ή ο δείνα πολιτικός που προβάλλεται μέσα από social media, τηλεόραση κτλ. Αυτό που με νοιάζει είναι να δυναμώσω την ένταση της φωνής εκείνων από τους οποίους έχει μειωθεί ή τελείως αφαιρεθεί.

3.    

Στο “No Ordinary Project” η πλοκή της ιστορίας ενεργοποιείται από έναν συγκεκριμένο ήχο. Μίλησέ μας για τη χρήση του ήχου ως γλυπτικό υλικό. Πόσο σημαντική είναι η μουσική στη ζωή σου; Τραγουδάς; Γράφεις μουσική;

Σπούδασα πιάνο από μικρή ηλικία και πάντα με ενδιέφερε η μουσική και είχα μια ιδιόμορφη σχέση με τον ήχο. Μια ιστορία που μου λέει συχνά η μητέρα μου είναι ότι όταν ήμουν μωρό και η δίδυμη αδερφή μου έκλαιγε για πολύ ώρα εγώ αντιδρούσα χορεύοντας στον ήχο του κλάματος. Όταν ήρθα στο Λονδίνο αντέδρασα στη γερμανική παιδεία που κυριαρχούσε στη μουσική μου εκπαίδευση, την κλασική και τόσο ανδροκρατούμενη και σταμάτησα να παίζω πιάνο. Τότε άρχισα να ακούω πειραματική μουσική και αποφάσισα να ασχοληθώ με την αρχιτεκτονική μέσα από την οποία μπόρεσα να αντιληφθώ τη μουσική πιο δομικά, και μετά άρχισα να πειραματίζομαι με μέσα καταγραφής της μουσικής. Για χρόνια δούλευα με μουσική από κασέτες και μελετούσα τους τρόπους χειρισμού του ήχου μέσω των υλικών καταγραφής του. Αντιμετώπιζα τον ήχο με υλικούς, γλυπτικούς όρους.

«Η φωνή λειτουργεί ως συναισθηματικό βαρόμετρο»

Τα αποτελέσματα ήταν συναρπαστικά γιατί ήταν απροσδιόριστα δεν ήξερα πού να τα κατατάξω, στο θόρυβο, στον ήχο ή τη μουσική. Τελικά όλα αυτά τα πειράματα με οδήγησαν στην ανθρώπινη φωνή κι έτσι αποφάσισα ότι δεν χρειαζόταν πια να καταφεύγω στην τεχνολογία και σε ηλεκτρονικά μέσα αφού έχω το δικό μου ευέλικτο ηχητικό εργαλείο, τη φωνή μου. Το πλεονέκτημα τού να χρησιμοποιείς τη φωνή ως γλυπτικό υλικό είναι ότι δεν είναι κάτι αφηρημένο, έχει συγκεκριμένες αναφορές και μπορεί να στραφεί από το νόημα στο μη νόημα, από τη γλώσσα στην αφαίρεση και από το θόρυβο στη μελωδία. Σύμφωνα με τη φεμινιστική ηχητική θεωρία το θέμα δεν είναι μόνο το τι εκφωνείται αλλά κυρίως το από ποιον εκφωνείται. Δεν μπορείς να ακούσεις μια φωνή χωρίς να αναρωτηθείς από πού προέρχεται, ποιος είναι, ποιο είναι το σώμα του, ποια είναι η ψυχολογική και πολιτιστική κατάστασή του, ή τι πολιτικές πιέσεις δέχεται. Η φωνή είναι ανεξάντλητο υλικό, δεν πλάθεται απλώς πλαστικά και δομικά αλλά ανήκει σε ένα σώμα που έχει διαμορφωθεί σε μια συγκεκριμένη κουλτούρα. Η φωνή λειτουργεί ως συναισθηματικό βαρόμετρο. Εγώ προσωπικά για λίγο καιρό μετά το πτυχίο της αρχιτεκτονικής έχασα τη φωνή μου από το άγχος μου, επίσης ένιωθα χωρίς φωνή όταν ήρθα στην Αγγλία πρώτη φορά και δεν μιλούσα τη γλώσσα. Ίσως γι’ αυτό και με ενδιαφέρει τόσο ο κόσμος που έχει χάσει κατά κάποιον τρόπο τη φωνή του.

4.

Οι θεματικές που επανέρχονται στα έργα σου αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα, σε περιθωριοποιημένες μειονότητες, στη βιομηχανοποίηση και την επίδρασή της στην ανθρώπινη εργασία σε όλο τον κόσμο (Αγγλία, Ιταλία, Κορέα, Ιαπωνία). Θεωρείς τον εαυτό σου πολιτικό/ ακτιβιστή καλλιτέχνη; Μπορεί η τέχνη να μην είναι πολιτική;

Η δουλειά μου γενικότερα αφορά στο πώς οι άνθρωποι συνδέονται ή διαμορφώνουν ταυτότητα, επαγγελματική ή ομαδική μέσα από κοινή παραγωγή ήχου (communal noise making), όπως για παράδειγμα μέσα από το κοινό τραγούδι ή τη μαζική παραγωγή ενός θορύβου. Ένα άλλο στοιχείο που επανέρχεται στη δουλειά μου είναι το περιβάλλον, ο προβληματισμός πάνω στην περιβαλλοντική καταστροφή. Δεν θεωρώ τη δουλειά μου ακτιβισμό αν και τον σέβομαι βαθιά. Αν και αποστασιοποιούμαι από την υιοθέτηση των ακτιβιστικών πρακτικών αντιλαμβάνομαι τη σημαντικότητά τους. Ο ακτιβισμός δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης, πρέπει να είναι άμεσος και απόλυτος για να είναι δραστικός. Εγώ δουλεύω με τη γλώσσα του ακτιβισμού προκειμένου όμως να θέσω ερωτήματα, για να εξερευνήσω εσωτερικές δομές, την πολυπλοκότητά τους, να βρω αυτό που έχει ‘παραπέσει’ ή ‘ξεχαστεί’. Πέραν από την αμεσότητα του σλόγκαν και των πλακάτ με ενδιαφέρει περισσότερο η ακτιβιστική φαντασία. Στο No Ordinary Protest έχω υιοθετήσει την πρακτική της μάσκας που είδαμε στο occupying movement, τη μάσκα του Γκάι Φωκς. Είναι η καλλιέργεια αυτής της ακτιβιστικής φαντασίας που μπορεί να παράγει νέους τρόπους αντίστασης, διαδήλωσης, σαμποτάζ και ανατροπής του συστήματος. Φυσικά δεν πιστεύω ότι η τέχνη μπορεί να μην είναι πολιτική.

5.   

Το “The Iron Woman”, στο οποίο βασίζεται το script του “No Οrdinary Protest” είναι ένα οικολογικό φεμινιστικό παιδικό βιβλίο επιστημονικής φαντασίας (γραμμένο από έναν ποιητή). Ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία, τα στερεότυπα αρρενωπότητας σε έχουν ξανα-απασχολήσει στη δουλειά σου. Ποια η ανάγκη για μια ουσιαστική gender education στις μέρες μας και πώς μπορεί αυτό να πραγματωθεί μέσω της τέχνης;

Η εμπειρία μου με τις νέες γενιές μέσα από τις συνεργασίες μου και τις διδασκαλίες μου με κάνουν να είμαι αισιόδοξος. Οι νέες γενιές σκέφτονται διαφορετικά από εμάς και, μπορεί μεν να πάρει χρόνια, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι τελικά θα αλλάξει τόσο η πολιτική, όσο και η ιδρυματική δομή όσον αφορά στο gender. Το ‘μέσω της τέχνης’ είναι πολύπλοκη ερώτηση, είναι από τη μία τα Ινστιτούτα από την άλλη οι καλλιτέχνες. Πέραν από τις δράσεις μεμονωμένων καλλιτεχνών θα πρέπει να υπάρξει δραστηριοποίηση μέσω των ιδρυμάτων μέσω πολυσυλλεκτικότητας και επικέντρωσης σε αυτά τα θέματα. Η τέχνη παράγει αναπαραστάσεις και χρειαζόμαστε αναπαραστάσεις της κοινωνίας που προωθούν την ισότητα, που προοιωνίζονται μια κοινωνία ισότητας.

6.    

Λίγα λόγια για το πώς αντιλαμβάνεσαι την ελληνική πραγματικότητα λείποντας τόσο καιρό από την Ελλάδα και πόσο σε έχει επηρεάσει η καταγωγή σου στη δουλειά σου.

Θα ήμουν εντελώς διαφορετικός καλλιτέχνης αν δεν ήμουν από την Ελλάδα και αν δεν είχα λάβει την παιδεία που έλαβα εκεί. Η εκπαίδευσή μου με προίκισε με τη δύναμη της αφήγησης μέσω του μύθου, της ιστορίας, του λογισμού. Πρόκειται για ένα στοιχείο που ξαναβρήκα μόνο στην Ιταλία. Εκεί, όπου έκανα έρευνα ένοιωθα σαν αρχαιολόγος μύθων και γεγονότων. Αυτό ήταν το μεγάλο δώρο που μου έχει κάνει η Ελλάδα, το ότι μπορείς να σκεφτείς κάτι και να αναδυθεί ένας ολόκληρος κόσμος γύρω του μέσα από την Ιστορία, την επιστήμη και τη φιλοσοφία. Το άλλο πράγμα που με καθόρισε ως Έλληνας ήταν η έντονη αίσθηση της πατριαρχικής τάξης ενάντια στην οποία έπρεπε να επαναστατήσω. Με καταπίεζε και με έβαζε σε ένα συγκεκριμένο κουτί ως ομοφυλόφιλο. Εγώ εξακολουθούσα να είμαι εγώ ανεξάρτητα από το τι ονόματα μου έδινε η πατριαρχική κοινωνία.

«Η πατριαρχία αποδυναμώνεται κάθε φορά που αντιστρέφουμε τον καθρέφτη να δει τον εαυτό της»

Ο James Baldwin είχε πει σε μια συνέντευξή του ‘δεν είμαι νέγρος, δεν είμαι γκέι, είμαι ένας άνθρωπος, εσύ με έκανες νέγρο και γκέι γιατί το έχεις ανάγκη’. Είχε δίκιο. Η πατριαρχία, όπως κάθε σύστημα που αναπαράγει ανισότητα, δημιουργεί κατηγορίες και ονόματα για όποιον θέλει να αποκλείσει για να τον κατακτήσει και να τον κυβερνήσει (το ζώο, το παιδί, τη γυναίκα, τον ξένο, τον μαύρο, τον ανάπηρο, τη λεσβία κτλ.). Η διεστραμμένη αφέλεια της πατριαρχίας είναι ότι θεωρεί ότι είναι το νορμάλ και κάθε τι άλλο είναι άρρωστο και επικίνδυνο. Ταξινομεί τους ανθρώπους με στερεότυπα τα οποία εξυπηρετούν τα προνόμιά της και καλύπτουν τις ανασφάλειές της, και στη συνέχεια περιμένει να παρουσιάσουν αυτά τα στερεότυπα, τα οποία ουσιαστικά δεν τους ανήκουν. Η πατριαρχία αποδυναμώνεται κάθε φορά που αντιστρέφουμε τον καθρέφτη να δει τον εαυτό της, κάθε φορά που αρνούμαστε να τηρούμε τις κατηγορίες της. Αυτή η συνειδητοποίηση όταν μεγάλωνα ήταν μια πολύ διαμορφωτική εμπειρία. Όσον αφορά στο σήμερα, αγαπώ την Αθήνα γιατί έχει ένα συνδυασμό ενεργειών που έχω ξανασυναντήσει μόνο στο Σάο Πάολο και στη Ρώμη. Από τη μία είναι το μεγαλείο που είδα στη Ρώμη, η σημαντικότητα μιας πολιτιστικής πρωτεύουσας και από την άλλη ο πόνος του Σάο Πάολο, ο αναρχισμός, ο νεποτισμός, η παρακμή. Αυτή η τριβή κόσμων και πολιτισμών της δίνουν μια ενέργεια που είναι δύσκολο να αντέξεις αν ζεις εκεί αλλά βλέποντάς το εγωιστικά ως καλλιτέχνης είναι μια πηγή έμπνευσης και αντίδρασης. Γίνομαι όμως αισιόδοξος όταν μιλάω με νέο κόσμο, βρίσκω ανθρώπους που θέλουν να φύγουν από τον αστικό ιστό του ανταγωνισμού και της κατανάλωσης και να βρουν κάτι διαφορετικό. Στην Ικαρία για παράδειγμα συνάντησα εξαιρετικές ομάδες με εναλλακτικές δράσεις και ζωές, queer αγροτικές κοινοβιακές κοινότητες, νέους ανθρώπους πολύ γενναίους, δραστήριους και εμπνευσμένους. Όλα αυτά με κάνουν πολύ αισιόδοξο ότι τα πράγματα αλλάζουν.

Info:

Mikhail Karikis: No Ordinary Protest | έως 6 Ιανουαρίου 2019 | Whitechapel Gallery, Λονδίνο