Δείτε πού παίζεται η ταινία

Όταν έγραφα προ μηνών για τo «Ένας άλλος κόσμος» και μιλούσα θετικά -χωρίς να πρωτοτυπήσω- για την εξέλιξη του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, είχα θέσει εξαρχής το δεδομένο πως είναι παράδοξο να μιλάς για την εξέλιξη κάποιου, του οποίου το προηγούμενο έργο δεν έχεις στα αλήθεια παρακολουθήσει, αλλά έχεις μόνο μια ιδέα στο μυαλό σου, ιδέα βέβαια όχι αυτόφυτη, αλλά βασισμένη σε μια ευρέως διαδεδομένη προκατάληψη για το τι συνιστούσε την αισθητική υπογραφή του. Για να επιμείνω λοιπόν αμετανόητα στο παράδοξο εκείνο, το «Θα σε περιμένω, πάντα», η τελευταία ταινία του Τζιουζέπε Τορνατόρε, θυμίζει εντελώς παλιό Παπακαλιάτη. Οπότε μπορεί να μιλήσω άσχημα για αυτήν -και εδώ κι αν δεν θα πρωτοτυπήσω-, από την άλλη όμως όποιος λαχταρά να δει παλιό Παπακαλιάτη στο σινεμά υπό το θερινό σεληνόφως και δη με την υπογραφή κύρους του Τορνατότε, τότε η καλύτερή του. Ο καινούριος ευτυχώς έχει να αντιπαρατάξει το ζευγάρι Σίμονς – Καβογιάννη, το οποίο βγάζει γύρω στις εκατό φορές μεγαλύτερη αλήθεια και ζεστασιά από το ζευγάρι Τζέρεμι Άιρονς – Όλγα Κιριλένκο.

Η τελευταία ταινία του Τζιουζέπε Τορνατόρε, θυμίζει εντελώς παλιό Παπακαλιάτη

Για τους οποίους, προτού πούμε τι κάνουν και ποιοι είναι, αξίζει να σταθούμε λίγο στα ονόματά τους. Την Κιριλένκο τη λένε Έιμι Ράιαν και μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι αν την Έιμι Ράιαν την έπαιζε η Έιμι Ράιαν και ηλικιακά θα γινόταν πιο πειστικό το πράγμα ως προς τη διαφορά ηλικίας του ολοκληρωτικά ερωτευμένου ζεύγους (θα ήταν μόνο 20 χρονάκια αντί για 30) και βέβαια υποκριτικά, γιατί όσο και να παλεύει η Κιριλένκο να μεταδώσει τη συγκίνησή της, μάλλον δεν διαθέτει την ερμηνευτική στόφα για να το κάνει επιτυχώς. Αν πάντως το όνομα Έιμι Ράιαν μπορεί να προκαλέσει παγκοσμίως ένα wtf, το όνομα του ήρωα μπορεί να το προκαλέσει μόνο εδώ, σε ψαγμένους διπλωματικούς κύκλους, άντε και στους γείτονές μας. Τους οποίους όλοι οι άλλοι λένε μεν Μακεδονία, αλλά επισήμως εξακολουθούν να ονομάζονται FYROM. Kαι ο Τζέρεμι Άιρονς λέγεται Φίρομ και το μικρό του είναι και Εντ, Εντ Φίρομ λοιπόν, ο ήρωάς μας λέγεται «Τελειώστε την ΠΓΔΜ», κι επειδή έχω μπουρδολογήσει υπερβολικά ακόμα και για τα στάνταρ μου, χωρίς να μιλάω για την ταινία, ας προσποιηθώ ότι λέω κάτι και για αυτήν.

«Θα σε περιμένω, πάντα» του Τζιουζέπε Τορνατόρε

Εκείνος λοιπόν είναι καθηγητής αστροφυσικής ή αστρονομίας ή κοσμολογίας, εν πάση περιπτώσει τα αστέρια και τις εκρήξεις τους και το φως τους μελετά, κάτι που του επιτρέπει να γίνεται ακόμη πιο γλίτσας στις ρομαντικές και υπαρξιακές μεταφορές του, ενώ εκείνη είναι ΚΑΙ κουκλάρα ΚΑΙ μεταπτυχιακή φοιτήτρια αστρονομίας ΚΑΙ κασκαντέρ σε ταινίες. Και πάρα πολύ ερωτευμένη μαζί του. Και αυτός πάρα πολύ ερωτευμένος μαζί της. Και ας βλέπονται σπάνια, μεταξύ συνεδρίων και του εξοχικού του σε ονειρικό ιταλικό θέρετρο. Γιατί είναι βέβαια και παντρεμένος με παιδιά και, εντάξει, έχει και ο πάρα πολύ μεγάλος έρωτας τα όριά του, δεν θα χαλάσουμε και το σπίτι μας τώρα για να είμαστε συνεχώς μαζί. Ποιος άλλωστε ο ρομαντισμός σε αυτό; Η διαρκής συνύπαρξη σκοτώνει τον ρομαντισμό. Ενώ η απόσταση, ε; Γιατί -κι εδώ είναι το κλειδί- ο καθηγητούλης μας είναι εντελώς μα εντελώς ζουζουλίνος και το ταράζει το κορίτσι στις εκπλήξεις. Μπορεί να μιλάνε μέσω Skype ας πούμε και τη στιγμή που μιλάνε για ένα συγκεκριμένο θέμα, τσακ να χτυπήσει το κουδούνι της και να σκάσει επιστολή που θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο θέμα. Για κάτι τέτοια είναι που αυτοαποκαλείται «μάγος». Αυτοσαρκαστικά; Μπα. Με 5% αυτοσαρκασμό το πολύ και το υπόλοιπο 95% να είναι αυταρέσκεια και ακκισμός και αυτό το απίστευτο κι όμως αληθινό μείγμα βαρύγδουπα παιχνιδιάρικου στυλ.

Γιατί υπάρχουν διάφορες μορφές αυταρέσκειας. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «είμαι εδώ για σένα» και στο «κοίτα πόσο γαμάτος είμαι που είμαι εδώ για σένα». Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «σε σκέφτηκα και έκανα αυτό» και στο «κοίτα τι σκέφτηκα ο τιτάνας». Που δεν χρειάζεται να λέγεται φωναχτά. Ενίοτε είναι και η ίδια η χειρονομία που το φωνάζει. Και εντάξει, υπάρχουν άνθρωποι χειριστικοί και άνθρωποι που θέλουν να ελέγχουν το περιβάλλον τους, αλλά είναι μάλλον εφιαλτικό να μην ξεμπερδεύεις με όλο αυτό ούτε με τον θάνατο. Αν δεν ηρεμείς ούτε εκεί, αν θες να συνεχίσεις να είσαι διαρκώς παρών και μετά από αυτόν, αν δεν αποδέχεσαι ότι πάει, πέθανες και το έργο σου τελείωσε, αυτό ήταν, τότε το θέμα σου είναι μεγάλο. Γιατί είναι ένα πράγμα το ότι προφανώς και εύχεσαι να συνεχίσεις να ζεις, είτε επειδή έχεις αφήσει πίσω σου ένα αποτύπωμα έργου, είτε και κυρίως μέσω των ανθρώπων που συνδέθηκαν μαζί σου όσο ζούσες και που σε θυμούνται, και είναι ένα τελείως διαφορετικό πράγμα να προσπαθείς να επιβάλλεις την παρουσία σου και μετά θάνατον.

Και ο καθηγητής, ο μάγος, οργανώνει λεπτομερέστατα τρόπους για να είναι διαρκώς παρόν και μετά θάνατον. Προβλέπει τα σενάρια της ζωής της Έιμι και έχει προετοιμάσει ένα δώρο για κάθε στιγμή, ένα μήνυμα για κάθε στιγμή. Ακυρώνει τον θάνατό του όντας διαρκώς παρών. Αχ, οι άνθρωποι που έζησαν για να τα ελέγχουν όλα. Αχ, οι άνθρωποι που δεν τους ξέφυγε τίποτα. Εκτός από τον θάνατό τους βέβαια. Αλλά ο καθηγητής μας έχει μια θεωρία ακόμα και για αυτό. Ναι, ακόμα και τον θάνατο μπορούμε να ελέγξουμε. Ναι, ούτε καν αυτός δεν είναι έξω από τις δυνάμεις μας. Αρκεί να ζήσουμε χωρίς το μεγάλο λάθος.

Ο Τορνατόρε αγαπά παράφορα τον ήρωά του χωρίς καν υποψία του πόσο αρρωστημένος είναι ο ήρωάς του

Όλοι γεννιόμαστε με το δώρο της ατέλειωτης ζωής, κάπου στην πορεία της όμως κάνουμε το μεγάλο λάθος που μας οδηγεί στο να τη χάσουμε. Η θεωρία του βέβαια δεν εξηγεί αν εκτός από το δώρο της αθανασίας, γεννιόμαστε και με το δώρο των ατέλειωτων νιάτων, που και αυτό χάνουμε εξαιτίας κάποιου άλλου λάθος, ή αν η αθανασία θα συνοδευόταν από αενάως επιδεινούμενα γηρατειά.

Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία, όταν η λυπημένη Έιμι κάθεται σε ένα παγκάκι κι ένα μεγάλο σκυλί έρχεται και την κοιτάζει με το βλέμμα των ήρεμων σκύλων, που αν έχεις μεγαλώσει όπως εγώ, φοβούμενος τα σκυλιά και αρνούμενος να τα κοιτάξεις και έχεις αποκτήσει πρόσφατα σκύλο, ξέρεις ότι το βλέμμα των ήρεμων σκύλων έρχεται από κάπου αλλού, από κάποιον παράδεισο στον οποίο μπορούν να ζουν μόνο ζώα. Πανέμορφη όντως η σκηνή. Τη βλέπεις και περιμένεις να σημαίνει κάτι. Αλλά όχι, δεν σήμαινε τίποτα. Απλά μπήκε. Όπως ακριβώς μπήκε ένα φύλλο που κολλάει στο παράθυρο της Έιμι ή ένα πουλί που πετά δίπλα της. Αλλά γιατί να πρέπει να σημαίνουν κάτι τα πράγματα; Ας τα βάλουμε μέσα και ας αφήσουμε τους θεατές να ανακαλύψουν μόνοι τους τι σημαίνουν. Κάτι αρλεκινικά κοελικό θα σημαίνουν.

Είχα αρκετές ενστάσεις και για την τελευταία ταινία του Τορνατόρε, «Το τέλειο χτύπημα», ωστόσο ήταν μόνο ενστάσεις και δη για την πορεία που πήρε τελικά η ταινία, η οποία είχε μια πολύ δυνατή βάση, που αν την αξιοποιούσε αλλιώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι πολύ δυνατό. Εδώ δεν έχω απλώς ενστάσεις, η άρνηση είναι ολική. Ο καθηγητής αγαπά παράφορα τον εαυτό του, χωρίς καν υποψία του πόσο αρρωστημένο είναι αυτό που κάνει. Ο Τορνατόρε αγαπά παράφορα τον ήρωά του, χωρίς καν υποψία του πόσο αρρωστημένος είναι ο ήρωάς του. Βρίσκει τον τρόπο που αυτός σκηνοθετεί τα μετά του θανάτου του εντελώς ρομαντικό. Όλα τα φρόντισε ο μάγος. Όλα. Κατάφερε να μείνει για πολύ καιρό μετά τον θάνατό του ζωντανός. Και να κρατάει την καψούρα της αγαπημένης του άσβεστη. Για τόσο μαλάκα μιλάμε.