Στην αρχή είπαμε να βρεθούμε από κοντά. Ένα πλήθος, όμως, έντεχνων αναβολών και από τις δύο πλευρές, έκανε αυτή τη συνέντευξη τηλεφωνική κι έπειτα ηλεκτρονική. Σε όσα θα διαβάσετε παρακάτω, υπάρχει η γνήσια απορία αυτού που θέλει να μάθει και ρωτάει μαζί με την αναμενόμενη αντίσταση αυτού που δεν θέλει να ξέρουν τίποτα προφανές για εκείνον, από φόβο μη τον προδώσουν οι λέξεις.

Η Ελένη Φωτάκη έχει μια σχέση αγάπης-μίσους με τις λέξεις. Τα τελευταία πολλά χρόνια τις μπλέκει και φτιάχνει σπουδαία τραγούδια (μπορεί και τα σπουδαιότερα της γενιάς της). Τα έχετε ακούσει ή σιγοτραγουδήσει σε κάποιο live του Χαρούλη, της Ζουγανέλη, της Βελεσιώτου, της Τσανακλίδου ή της Μαξούρη. Τα γραπτά της μπορούν να διαβαστούν άνετα χωρίς μουσική, σαν ποιήματα. Γι’ αυτό και δεν ήταν τυχαία η κυκλοφορία της πρώτης της ποιητικής συλλογής «Αλλά κανείς δεν κοιτά τους κήπους» (Εκδόσεις Μετρονόμος, 2013).

«Έλα, απάντησα τις ερωτήσεις που μου έστειλες, αλλά μου βγήκε μια επίθεση», μου λέει στο τηλέφωνο. «Στις στέλνω τώρα με μέιλ. Έβγαλα κάτι πολύ δικό μου, οπότε θα πρέπει να το υποστείς. Αν κάτι σε ενοχλήσει απάντησέ μου και τρίψ’ το μου στη μούρη». Η Ελένη εκτός από ειλικρινής στιχουργός, είναι κι ένας βαθιά ειλικρινής άνθρωπος. Με τον δικό της τρόπο.

Πού γεννηθήκατε και πού μεγαλώσατε;

Ας με ρωτούσατε έστω πού θα πεθάνω ή πώς ζω. Θα μου δίνατε έτσι την ευκαιρία της εξομολόγησης, ή μιας φαντασίωσης. Θα δοκιμάζατε τις ικανότητες μου στη μαντεία. Θα μαθαίνατε αν ο θάνατος μού έχει ψιθυρίσει κάτι. Αλλά δεν με ρωτήσατε.

Σας ρωτάω τώρα, λοιπόν. Πώς ζείτε;

Ζω δύσκολα αλλά ζω χωρίς την παλιά απόγνωση και με πολλά γέλια. Είναι τα σπουργίτια της ζωής μου. Και αγαπιέμαι πολύ από δύο γάτες. Στην αγάπη τελικά, υπήρξα τυχερή.

Και πού θέλετε να πεθάνετε;

Οπουδήποτε. Θα ήθελα μια μέρα να πω «ας πεθάνω τώρα, φτάνει τόσο», κι ο θάνατος να μ’ ακούσει και να έρθει.

Πότε ξεκινήσατε να γράφετε στίχους;

Παιδί. Δε νομίζω όμως πως ήταν ομορφότεροι από των άλλων παιδιών. Και εγκατέλειψα. Επανήλθα στα δεκαεφτά μου. Σαν ερωτευμένη αυτήν τη φορά. Δεν ξέρω σήμερα τι έχει μείνει από εκείνον τον εφηβικό μου έρωτα των στίχων. Ίσως και τίποτα.

Θυμάστε το πρώτο στιχάκι που σκαρώσατε;

Το θυμάμαι. Ήταν πριν λίγους μήνες. Κάθε φορά που γράφω, ξεκινάω αφανισμένη. Δεν υπάρχω πριν απ’ αυτό, δεν έχω γράψει τίποτα, δεν ήμουν, δεν είμαι. Γι’ αυτό ο πρώτος μου στίχος είναι πάντα ο τελευταίος.

Τι λέει αυτός ο τελευταίος στίχος; Μπορείτε να τον μοιραστείτε;

Ζητώ συγγνώμη, δεν μπορώ. Είναι μέσα μου και πάνω μου ακόμα.

Στην Αθήνα πότε ήρθατε και γιατί;

Πριν έντεκα χρόνια. Ήρθα γιατί πρέπει να χωρίζουν οι άνθρωποι και οι ζωές τους, γιατί είναι ωραίο να φεύγουμε, να λείπουμε. Πριν μας αρπάξει κάποιο μεγάλο στόμα κι αρχίσει ο τεμαχισμός.

Τι άλλες δουλειές έχετε κάνει, εκτός από στιχουργός;

Μου θυμίσατε τώρα ότι με την κατάρρευση του πνευματικού δικαιώματος σήμερα στην Ελλάδα, το να είσαι στιχουργός δεν είναι δουλειά, γιατί δουλειά είναι το να αμείβεται.

Εμένα μου θυμίσατε πώς είναι να αποφεύγεις να απαντήσεις μια ερώτηση… Αν σταθώ σ’ αυτό που είπατε προηγουμένως, ότι ο πρώτος σας στίχος είναι πάντα ο τελευταίος, να υποθέσω ότι το παρελθόν είναι κάτι που δεν σας αφορά; 

Καθόλου. Δεν την απέφυγα, πιάστηκα απ’ αυτήν για να πω κάτι ακόμα πιο σοβαρό. Ότι οι στιχουργοί σήμερα και όλοι οι δημιουργοί που δεν μπορούν να βγουν σε μια σκηνή, δεν επιβιώνουν. Ανεξάρτητα από το αν τραγουδιούνται ή όχι. Το θεωρείτε λιγότερο σημαντικό από το να σας πω ότι έχω δουλέψει σε τρία μπαρ, μια βιβλιοθήκη κι ένα καράβι; Όσο για το παρελθόν, είναι όλο συμπυκνωμένο στο παρόν μου και μέσω αυτού στο μέλλον. Το περιέχω και με αφορά με αυτήν τη μορφή και όχι ως κάτι αποκομμένο.

Ο «Χειμωνανθός» και οι «Μέλισσες» είναι από τα πιο δημοφιλή σας τραγούδια. Τι συνέβαινε στη ζωή σας τη στιγμή που τα γράφατε; Απευθύνονται κάπου συγκεκριμένα;

Πάλι και πάλι οι «Μέλισσες». Έχω κάνει τόσα από τότε, έχω δείξει τόσα, αλλά είναι πάλι και πάντα οι «Μέλισσες». Ξέρετε, έχει συμβεί και σε άλλους, πιο αθάνατους και σημαντικούς από μένα, νεκρούς τώρα, να τους στριμώχνουν σ’ ένα τραγούδι, να τους εγκλωβίζουν κι εκείνοι διαμαρτύρονταν και θύμωναν, αλλά ποιος μαθαίνει από το παρελθόν; Θα αναφέρω δύο τραγούδια μόνο. «Τα παιδιά του Πειραιά» και το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι». Τι τεράστια κι ανάρμοστη αδικία. Είναι φυλακή και βασανιστήριο για τον δημιουργό τους, τα τραγούδια που αγαπήθηκαν παράφορα. Και συχνά, δεν είναι ούτε τα πιο αντιπροσωπευτικά, ούτε τα ωραιότερα.

Δεν εννοούσα πως ό,τι κάνατε μετά από αυτά τα τραγούδια είναι άνευ ουσίας. Πάντα υπάρχουν «σταθμοί» στη ζωή μας. Εσείς δεν έχετε; 

Ξέρω ότι δεν εννοούσατε αυτό. Δεχτείτε όμως και την εξομολόγησή μου. Μπορεί να είναι χρήσιμη ή διδακτική. Σταθμός στη ζωή μου δεν ήταν τα πρώτα μου τραγούδια. Σταθμός ήταν η απόφαση ότι από δω και πέρα θα γράφω στίχους, η μέρα που μπόρεσα να αλλάξω πόλη και η νύχτα που ερωτεύτηκα ξανά. Και η ζωή μου τρέχει ακόμα. Περιμένω κι εύχομαι να σταματήσει κι αλλού.

Έχετε σκεφτεί τι θέλετε να νιώθουμε όταν ακούμε τους στίχους σας;

Δεν υπαγορεύονται τα συναισθήματα. Είναι αλαζονικό αυτό. Δεν με αφορά καθόλου. Θέλω απλά να νιώθετε. Κι αν με ρωτάτε βαθύτερα, θέλω να νιώθω εγώ. Να καταγράφω κι όχι να κατασκευάζω. Να σφραγίζομαι. Αυτό μου φτάνει.

Έχετε έναν μόνιμο διάλογο με τους «κήπους» και τα «μαχαίρια». Γιατί;

Δεν με διαβάσατε. Τουλάχιστον όχι επαρκώς. Κρίμα. Οι κήποι και τα μαχαίρια έχουν έναν γρήγορο θάνατο. Στη ψυχή μου. Αλλά εσείς δεν με διαβάσατε. Αν το είχατε κάνει, δεν θα βλέπατε τίποτα μόνιμο. Και θα ξέρατε πως ένας κήπος κι ένα μαχαίρι, είναι λέξεις. Όχι διάλογος. Και οι λέξεις μπαίνουν για να πουν κάτι. Και αυτό το κάτι είναι ωραίο να κοιτάμε, όχι τη λέξη. Όταν κοιτάς τη λέξη μόνο, τυφλώνεσαι.

Πάντως, στην τελευταία σας ποιητική συλλογή «Αλλά κανείς δεν κοιτά τους κήπους» έχετε έναν διάλογο με ένα «Νούφαρο». Το ρωτάτε «πόσες αγάπες έχεις;» κι εκείνο σας απαντά «δύο»… 

Έχετε δίκιο. Υπάρχει αυτός ο διάλογος, είναι κυριολεκτικός, και μετά από τόσα χρόνια μ’ αρέσει ακόμα.

__

Νούφαρο 

Πόσες αγάπες έχεις; 
Δύο. 

Πώς τις λένε; 
Η Πνιγμένη
και η Άνυδρη.

Ποια σε φροντίζει; 
Καμιά. 

Ποια σ’ ονειρεύεται; 
Η Άνυδρη.

Ποια ονειρεύεσαι; 
Την Πνιγμένη.

__

Αλήθεια, εσείς τι τραγούδια ακούτε; Ποιοι καλλιτέχνες σας συγκινούν;

Με συγκινούν αυτοί που μου μοιάζουν. Αν τους ονομάσω όμως, θα είναι σαν να τους δανείζομαι. Το δανεικό, είναι χρυσόσκονη. Και δεν μου φτάνει, όταν θέλω το χρυσάφι. Είναι εξαπάτηση. Γι’ αυτό και δεν τους ονομάζω.

Ο μικρόκοσμος της δουλειάς σας πώς σας φαίνεται; Δείχνετε μια φυσική αποστροφή στις συνεντεύξεις, τις φωτογραφίσεις, τις δημόσιες εμφανίσεις.

Λάθος. Αποστρέφομαι τις κακές συνεντεύξεις, τις κακές φωτογραφίσεις. Αυτές που αδιαφορούν για μένα, που με εξομοιώνουν. Είναι αρκετές οι ωδίνες του να γράφεις κι έχω ανάγκη σεβασμού. Δεν επιθυμώ να φαίνομαι, αν δεν φαίνομαι σωστά.

Υπάρχουν μέσα σας ιστορίες ανείπωτες που θέλετε οπωσδήποτε να γίνουν τραγούδι; Αν ναι, περιγράψτε μου μία τέτοια.

Ιστορίες όχι, δεν υπάρχουν. Υπάρχουν τα ίδια τα τραγούδια, με τον γκρεμό και την έκστασή τους. Όσες ιστορίες έχω «αφηγηθεί», προέκυψαν μέσα από το ίδιο το γράψιμο. Δεν υπήρχαν από πριν. Είναι το νερό που ποτέ δεν ξέρεις αν θα σε πλύνει ή αν θα σε πνίξει.

Αν σας ζητούσα να κάνετε μια μικρή «ιεροσυλία» και να αλλάξετε τους στίχους ενός αγαπημένου σας τραγουδιού, τι θα γράφατε; 

Αν και αυτά τα κάνω συνήθως με τους φίλους μου, θα σας έλεγα: «Όλα σου μυρίζουν / απλά κι αγαπημένα / πράγματα δικά μου / καθημερινά». Άλλαξα τρία γράμματα και έγινε πικρότατο κι ας φέρνει γέλιο.

Ποια ερμηνεία ποιου τραγουδιού σας θεωρείτε για τα δικά σας δεδομένα αξεπέραστη;

Τάνια Τσανακλίδου, «Την λένε Εύα», το τραγούδι που κάναμε με τη Λένα Πλάτωνος. Αν και προέκυψε μετά από παράκληση του Αντώνη Μποσκοΐτη, κι ήμασταν τότε τρεις γυναίκες που δεν είχε αντικρίσει ποτέ η μία την άλλη, αυτήν την ερμηνεία κι αυτό το τραγούδι ξεχωρίζω. Την ώρα που την ακούω να λέει: «Ψυχή, ψυχή μου ψίχουλο, σε ‘φάγαν τα πουλιά», βλέπω τη ψυχή της και βλέπω τα πουλιά να την τρώνε.

Αν είχατε τη δυνατότητα να είστε μια άλλη, ποια θα θέλατε να είστε;

Καμία. Έχετε αναρωτηθεί τι πόνους άγνωστους και τεράστιους κρύβουν οι ξένες ζωές; Θα ήθελα να μπορώ να γίνομαι αόρατη, να είμαι πουλί ή δέντρο και μετά πάλι εγώ.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Θέλω να δουλέψω ξανά με τον Άγγελο Τριανταφύλλου. Νιώθω εμπιστοσύνη εκεί, σχεδόν δεν με νοιάζει να ακούσω το αποτέλεσμα, ξέρω ότι θα μου αρέσει. Έχω έναν δίσκο με την Ελένη Βιτάλη και τον Τάκη Σούκα που αργεί να βγει αλλά υπάρχει, σειρές τραγουδιών με τον Ηλία Λιούγκο, τον Γιάννη Χαρούλη και τον Δώρο Δημοσθένους, κι έχω κι άλλα, ακριβά, μισοσχηματισμένα ακόμη, σε ξένα σπάργανα, που δεν ξέρω αν θα επιβιώσουν για να μπορέσω να μιλήσω γι’ αυτά.

__

Info:

Η τελευταία ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά σε στίχους της Ελένης Φωτάκη είναι «Το άσπρο μαμά νοσταλγώ», το σημείο συνάντησης της με τη φωνή της Χριστίνας Μαξούρη και τη μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μικρή Άρκτος».