– Δείτε σε ποιες αίθουσες παίζονται οι ταινίες –

Το «Χρονικό μιας Αθωότητας» (παντελώς άστοχη και άσχετη απόδοση του πρωτότυπου τίτλου “Chronic”, καθώς αφενός αυτός αναφέρεται στις χρόνιες ασθένειες των ανθρώπων που φροντίζει ο πρωταγωνιστής -και ίσως σε δεύτερο μεταφορικό επίπεδο στις δικές του επιλογές ζωής και πάντως όχι σε κάποιο χρονικό- και αφετέρου δυσκολεύεται να φανταστεί κανείς ποιας αθωότητας το χρονικό παρακολουθούμε) είναι επικεντρωμένο στη ζωή του Ντέιβιντ. Mε πλήρη απουσία μουσικής επένδυσης και με πλάνα από σχετική απόσταση που διαρκούν πολύ, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μισέλ Φράνκο προσπαθεί να μας μπάσει εντελώς στην πραγματικότητα της επαγγελματικής του καθημερινότητας, ωσάν να την κρυφοκοιτάμε μαζί του. Ο Ντέιβιντ είναι αποκλειστικός νοσοκόμος που φροντίζει κατ’ οίκον ασθενείς που είναι στα τελευταία τους, ή που σε κάθε περίπτωση αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Και η δουλειά του μπορεί να περιλαμβάνει από το να περνά άπειρες ώρες μαζί τους βλέποντας τηλεόραση, ως το να τους πηγαίνει στους γιατρούς, να τους πλένει, να τους γδύνει, να τους ντύνει, να τους καθαρίζει όλων των ειδών τις σωματικές εκκρίσεις κι ακαθαρσίες. Κι όλα αυτά τα κάνει χωρίς την παραμικρή δυσφορία ή την παραμικρή αίσθηση ρουτίνας, τα κάνει ωσάν να ήταν οι απόλυτα δικοί του άνθρωποι, ενώ πρόκειται για καταστάσεις που ούτε οι στενότεροι συγγενείς δεν αντέχουν.

Οι ασθενείς του συνδυάζουν δυο στοιχεία. Πρώτον, από τη γενική και αφηρημένη επίγνωση της θνητότητας που έχει κάθε άνθρωπος έχουν περάσει στην ειδική και συγκεκριμένη. Δεν ξέρουν όπως όλοι μας ότι θα πεθάνουν μια μέρα, ξέρουν ότι αυτή η μέρα δεν αργεί πολύ. Δεύτερον, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο αυτή τη γειτνίαση με τον επικείμενο θάνατο, έχουν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα στο παρόν τους την έντονη σωματική έκπτωση, τη φθορά, τον πόνο, ακόμη και τη ντροπή και την απελπισία για την κατάστασή τους. Κι ο Ντέιβιντ είναι διαρκώς αντιμέτωπος με αυτή τη διπλά επώδυνη κατάσταση, ασθενή μετά τον ασθενή. Γιατί; Θα μπορούσε να πει κανείς γιατί αυτή είναι η δουλειά του και κάπως πρέπει να ζήσουμε όλοι. Αλλά όχι.

Το “Chronic” είναι μια ταινία την οποία πρέπει να δει κανείς γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα δει κάτι που θα του σφίξει το στομάχι

Πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα από το να είναι επαγγελματίας, πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα κι από το να είναι καλός επαγγελματίας. Κάνει διπλοβάρδιες από μόνος του. Επειδή δένεται με τους ασθενείς του; Ούτε ναι ούτε όχι. Είναι γεμάτος φροντίδα και κατανόηση των αναγκών τους, αλλά μαζί είναι και μάλλον ψυχρός. Δένεται περισσότερο με την εμπειρία τους. Δένεται περισσότερο με το γεγονός του θανάτου που είναι στα πρόθυρα και το γεγονός της κατάπτωσης που είναι τώρα παρόν. Δεν είναι ότι αδιαφορεί για τους ασθενείς του, το ακριβώς αντίθετο. Αλλά δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τους ίδιους ως ξεχωριστούς ανθρώπους, δεν φαίνεται να προσπαθεί να δεθεί με αυτό που τους καθιστά διαφορετικούς, δένεται με το κοινό τους στοιχείο, δένεται με την κατάσταση της υγείας τους, παραμένει δεμένος ή μάλλον αγκυλωμένος στον πόνο τους. Και δεν ξέρουμε τι δουλειά έκανε πριν, αλλά αν έπρεπε να στοιχηματίσουμε θα στοιχηματίζαμε ότι έκανε κάτι άλλο. Μέχρι που πριν πολλά χρόνια έχασε το γιο του από μια αντίστοιχη ασθένεια. Και τώρα μάλλον μέσω της δουλειάς του έχει επιλέξει να ζει και να ξαναζεί μια παρόμοια εμπειρία. Μια καθήλωση, μια διαρκής επιστροφή, μια αδυναμία απαγκίστρωσης, η ζωή ως διαρκής επανάληψη θανάτου.

Ο Μισέλ Φράνκο από τη μια τολμάει να δείξει λίαν δυσάρεστα πράγματα, από την άλλη αυτή η δήθεν κλινική προσέγγιση δεν είναι και τόσο αθώα. Αν η μουσική και τα κοντινά σε χειραγωγούν συναισθηματικά και προσπαθούν να εκμαιεύσουν τη συγκίνησή σου, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μια τέτοιου είδους αποστασιοποιημένη αντιμετώπιση είναι λιγότερο χειριστική και υστερόβουλη. Δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ, ώστε να βλέπουμε την αλήθεια όσο επώδυνη κι αν είναι, πρόκειται για αναπαράστασή της, οπότε το γιατί επιλέγεις να αναπαραστήσεις κάτι και το πώς επιλέγεις να το δείξεις, σηκώνει πολύ συζήτηση. Σε κάθε περίπτωση, το “Chronic” είναι μια ταινία την οποία πρέπει να δει κανείς γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα δει κάτι που θα του σφίξει το στομάχι. Παρ’ όλα αυτά τα μείον, τελικά μας αφήνει ένα χαρακτήρα που έχει λόγο ύπαρξης, που δεν θυμίζει άλλους και τον οποίο μπορείς να πονέσεις. Ο Τιμ Ροθ, μολονότι ο ρόλος δεν είναι αβανταδόρικος, είναι πολύ μέσα στο χαρακτήρα του και βοηθά σημαντικά σε αυτή την παρακαταθήκη.

Στο «Γράμμα από το Παρελθόν» (κι εδώ επίσης μια πιστή μετάφραση του αυθεντικού τίτλου “Remember” θα ήταν πολύ πιο κατάλληλη για όλα όσα θέλει να πει η ταινία, αλλά τουλάχιστον η ελληνική απόδοση δεν είναι από το υπερπέραν και έχει όντως σχέση με τα τεκταινόμενα), ο Ατόμ Εγκογιάν σκηνοθετεί με τον αντίθετο τρόπο από τον Μισέλ Φράνκο, επικεντρώνοντας διαρκώς στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή του και με τη μουσική του -συνεργάτη του από τα χρόνια της τόσο ιδιαίτερης πρώτης εποχής του- Μίκαελ Ντάνα, να δίνει τον τόνο. Και όσο λιγότερο «προχώ» κι αν είναι αυτή η πιο κλασική αισθητική προσέγγιση, δεν είναι τυχαίο ότι ο Εγκογιάν καταφέρνει να σε κάνει να ενδιαφερθείς πολύ πιο γρήγορα για τον δικό του ήρωα.

Ο Εγκογιάν καταφέρνει να σε κάνει να ενδιαφερθείς πολύ πιο γρήγορα για το δικό του ήρωα

Γιατί για τον Ντέιβιντ του Τιμ Ροθ, πρέπει να επεξεργαστείς πρώτα με το μυαλό σου τα κίνητρά του και τότε και μόνο τότε επιτυγχάνεται η σύνδεση. Αντίθετα στην περίπτωση του Ζεβ, του ήρωα που υποδύεται ο Κρίστοφερ Πλάμερ, η σύνδεση είναι άμεση. Ο Ζεβ ζει σε γηροκομείο. Έχει άνοια. Κάθε που ξυπνάει φωνάζει τη γυναίκα του έχοντας ξεχάσει ότι πέθανε πριν λίγο καιρό. Αυτός λοιπόν ο υπέργηρος άνθρωπος, με το μυαλό που μια είναι εδώ και μια στο παρελθόν, αναλαμβάνει την πιο παράταιρη για την ηλικία και την κατάστασή του αποστολή. Ένας άλλος υπέργηρος τρόφιμος του γηροκομείου που βρίσκεται σε καροτσάκι, του έχει γράψει γράμμα με αναλυτικές οδηγίες και για το ποιοι είναι οι δυο τους και για το τι πρέπει να κάνει ο Ζεβ. Ήταν λοιπόν και οι δυο τους στο Άουσβιτς και ξαναβρέθηκαν τα τελευταία χρόνια στο γηροκομείο. Ο άντρας που έγραψε το γράμμα δούλευε μια ζωή με τον Σίμον Βίζενταλ και έχει εντοπίσει το ναζί αξιωματικό που εκτέλεσε στο Άουσβιτς τις οικογένειές τους. Ζει ακόμα με ψεύτικη ταυτότητα, είναι τέσσερεις που έχουν το όνομα αυτό και ο Ζεβ πρέπει να ταξιδέψει σε διάφορα μέρη της Αμερικής, μέχρι και στον Καναδά, προκειμένου να βρει ποιός από τους τέσσερεις είναι και να τον σκοτώσει. Ο Πλάμερ το σκάει από το γηροκομείο κι αρχίζει να ταξιδεύει, ξεχνώντας διαρκώς και ανατρέχοντας στο γράμμα για να καταλάβει που βρίσκεται και τι κάνει. Αγοράζει όπλο πανεύκολα και νόμιμα ενώ είναι σαφές ότι η κατάστασή του μυαλού είναι προβληματική.

Ακόμη και σήμερα μια ταινία για επιζώντες του Άουσβιτς και για εκδίκηση; Αυτό το θεωρητικά βασικό μειονέκτημα ο Εγκογιάν και ο σεναριογράφος Mπέντζαμιν Όγκαστ το μετατρέπουν σε πλεονέκτημα. Σήμερα, εβδομήντα πια ολόκληρα χρόνια μετά, δεν θα είναι μια ιστορία εκδίκησης, αλλά μια ιστορία όπου όλα θα φωτίζονται κατεξοχήν κάτω από το φως του χρόνου που έχει περάσει και που έχει καταστήσει τους επιζήσαντες, είτε θύματα είτε θύτες, πάρα μα πάρα πολύ γέρους. Πόσο νόημα έχει να εκδικηθεί ένας άνθρωπος που ξεχνάει διαρκώς τα πάντα και πρέπει να του υπενθυμίζει την αποστολή του ένα γράμμα; Είναι ικανός αυτός ο υπέργηρος άνθρωπος ακόμη και αν εντοπίσει τον αξιωματικό να τον εκτελέσει εν ψυχρώ;

Για να μπορέσεις να συντονιστείς πάντως τελείως με την ταινία πρέπει να μην κολλήσεις στο πόσο πιθανό είναι να συμβούν όλα αυτά που συμβαίνουν. Προσωπικά δεν κόλλησα, όχι τόσο γιατί αποφάσισα να τα παραβλέψω, όσο γιατί έχω την αίσθηση ότι κολλάμε σε ενστάσεις περί της αναληθοφάνειας των τεκταινομένων σε μια ταινία, όταν η ταινία δεν μας αρέσει γενικά και ψάχνουμε να βρούμε στοιχεία να της καταλογίσουμε. Θα ήθελα να πω διάφορα με αφορμή το τέλος του έργου, αλλά θα αντισταθώ στον πειρασμό, όπως αντιστάθηκα στον πειρασμό να πω διάφορα για το τέλος του “Chronic”. Ο Κρίστοφερ Πλάμερ δίνει μια πολύ μεγάλη ερμηνεία, ενώ ο Εγκογιάν τον φιλμάρει με τρόπο που μεταδίδει απόλυτα τη διαρκή σύγχυση αυτού του ανθρώπου. Kαταληκτικά πάντως και ανεξάρτητα από το ποιές ήταν οι προθέσεις των δημιουργών της, θεωρώ ότι η ταινία ορίζεται περισσότερο από την ηλικία των ηρώων της και λιγότερο από τα του Άουσβιτς. Το ίδιο έργο με τους ήρωες δέκα πέντε χρόνια μικρότερους θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό έργο και κατά πάσα πιθανότητα πολύ λιγότερο επιδραστικό.

Και μετά από δυο ταινίες με επίκεντρο τη σωματική έκπτωση, πλήρης αλλαγή κλίματος με μια σύντομη αναφορά για ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ. Ντοκιμαντέρ ελληνικό. Το “This is not a Coup” είναι το τέταρτο ντοκιμαντέρ του δημοσιογράφου -και φίλου- Άρη Χατζηστεφάνου, μετά τα “Debtocracy”, “Catastroika” και “Fascism Ιnc” και το πρώτο που, μετά τη μεγάλη επιτυχία των προηγουμένων, εξασφαλίζει κανονική προβολή σε κινηματογραφικές αίθουσες. Όλα τους χρηματοδοτήθηκαν μέσω ίντερνετ και crowdfunding.

Το “This is not a Coup” δεν επικεντρώνεται τόσο στην ελληνική περίπτωση

Παρότι το This is a coup υπήρξε ένα χάσταγκ που έκανε θραύση στο τουίτερ τη βραδιά του περασμένου Ιουλίου πριν τη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης Τσίπρα στη Σύνοδο Κορυφής, το ντοκιμαντέρ δεν επικεντρώνεται τόσο στην ελληνική περίπτωση. Θα παρακολουθήσουμε βέβαια -με αλλοιωμένη φωνή και χωρίς να δούμε το πρόσωπό του- έναν άνθρωπο που ήταν -και είναι;- κοντά στο περιβάλλον Τσίπρα, να λέει ότι η απόφαση να καταλήξουν σε συμφωνία είχε ληφθεί καιρό πριν, πως το δημοψήφισμα έγινε για να χαθεί και ο Τσίπρας να πει ότι αφού αυτό αποφασίσατε αυτό θα κάνω, αλλά ακόμη κι αυτή η δήλωση είναι προς το μέσο του ντοκιμαντέρ. Ενώ λοιπόν μιλά δευτερευόντως και για την -κατά την εκτίμηση των δημιουργών του ντοκιμαντέρ- βούληση Τσίπρα να έρθει σε συμφωνία, ο τίτλος και η προβληματική του ντοκιμαντέρ δεν αναφέρονται τόσο στα περί «όχι του δημοψηφίσματος που έγινε ναι», όσο κυρίως στο εξής: στο ότι αυτό που συνέβη στην Ελλάδα το 2015 ή και στην Ιταλία λίγα χρόνια νωρίτερα με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον μη εκλεγμένο Μάριο Μόντι, δεν αποτελούν τελικά κάποια ανωμαλία και εκτροπή από τα όσα θέλει η Ευρωζώνη και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά την τήρηση της προδιαγεγραμμένης πορείας τους. Τα φώτα πέφτουν στη φετιχοποίηση του Ευρώ και τον καταλυτικό ρόλο που παίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ώστε ο ρόλος της λαϊκής βούλησης μέσω των εκλογών και των δημοψηφισμάτων να ακυρώνεται στην πράξη. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μη σημειωθεί ότι δίπλα σε όσα καταγράφονται σε επίπεδο έρευνας και ανάλυσης, η σκηνοθετική επιμέλεια και το μοντάζ του Άρη Τριανταφύλλου ανεβάζουν επίπεδο το ντοκιμαντέρ, καθώς οι εικόνες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που συνδιαλέγεται δημιουργικά με το περιεχόμενο.