Η 28η Οκτωβρίου είναι μία ημέρα μνήμης. Η λήξη αυτού του πολέμου έφερε στο φως τις πιο άθλιες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας˙ εκείνες που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να φανταστούν ποτέ ότι θα «γράφονταν από ανθρώπινο χέρι». Κι αυτό το «ανθρώπινο χέρι» ήταν, για αυτούς που μελετούν την ιστορία, κάτι σαν τη Λερναία Ύδρα˙ σκότωνες ένα κι έβγαιναν πολλά άλλα. Αυτή η πτυχή της ιστορίας λοιπόν είναι εκείνη που αξίζει την προσοχή μας, γιατί διδάσκει τη ματαιότητα της αρχομανίας και τον κίνδυνο του αυταρχισμού.

Ο ανεπανάληπτος Γ. Ρίτσος γράφει στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος»:

Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,/μονάχος στη δόξα και στο θάνατο./Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

Αυτοί οι στίχοι μου φέρνουν στο νου το άδοξο τέλος του ναζιστή μονάρχη, όπως αυτό αποτυπώνεται ιστορικά από έναν αυτόπτη μάρτυρα, τον H.R.Trevor-Roper, αξιωματικό της Υπηρεσίας Πληροφοριών, ο οποίος ανέλαβε να παρακολουθήσει βήμα προς βήμα τον Χίτλερ κατά τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του και έτσι δημιούργησε ένα μοναδικό ιστορικό ντοκουμέντο. Στάθηκα άλλη μία φορά τυχερή να βρω στη βιβλιοθήκη μου μία σπάνια έκδοση αυτού του «ιστορικού διαμαντιού» των εκδόσεων «Ανατολή» του 1961 «Οι τελευταίες ημέρες του Χίτλερ», η οποία μάλιστα προλογίζεται από τον André François – Poncet, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και πρώην Πρεσβευτή της Γαλλίας στη Γερμανία. (Το βιβλίο κυκλοφορεί όμως και σε νεότερη έκδοση, εκδόσεις Ιωλκός).

Ο ίδιος σημειώνει τη μαρτυρία του για τον τόπο όπου αυτοκτόνησε ο άλλοτε «παντοκράτορας», μαζί με το σκύλο του και την πιστή σύντροφό του Εύα Μπράουν: «Ο τόπος είναι το Μπούνκερ, το από μπετόν καταφύγιον, κατασκευασμένο για το Χίτλερ και το άμεσο περιβάλλον του στη Νέα Καγκελλαρία, πενήντα πόδες κάτω από τη γη. Δεν εμφανίζει πια σήμερα παρά μια θλιμμένην όψη. Η φωτιά, κατόπιν το νερό, έπειτα η λεηλασία το ερήμαξαν. Ένα χοντροκομμένο και τρεμάμενο τραπέζι, μία ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα, ένα αναποδογυρισμένο πολλαπλό τηλέφωνο, να τι είδα εγώ. Η υγρασία, η βρωμιά, το σκοτάδι βασιλεύουν. Με δυσκολία κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορεί να το φανταστεί κανείς με τα χαλιά, τις κουρτίνες, την επίπλωση που το στολίζανε.(…)Η ζωή των κατοίκων του ήταν καταθλιπτική μέσα σε έναν τόσο στενό χώρο, σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, υποχρεωμένοι να σπρώχνονται με τους αγκώνες αδιάκοπα, μη διακρίνοντας πλέον τη νύχτα από την ημέρα, κάτω από το συνεχώς αναμμένο ηλεκτρικό φως, απομονωμένοι και σαν εντοιχισμένοι στο βάθος ενός τάφου». Είμαι σίγουρη πως και σήμερα κάποιοι έχουν σκαμμένα τέτοια λαγούμια για «περίπτωση ανάγκης» κι αναρωτιέμαι τι νόημα έχει η επιβίωση σε ένα τέτοιο «τάφο».

«Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο…»

Οι ίδιοι στίχοι τώρα ακούγονται σαν το μοιρολόι του ιδίου μα και όλης της ανθρωπότητας που αιματοκυλίστηκε για χάρη του Τρίτου Ράιχ που, έλεγε αυτός και οι όμοιοί του, πως θα βασίλευε – θα βασίλευαν 1000 χρόνια!

… Μονάχος στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.»

Στο βιβλίο συνάντησα μία εξίσου συγκλονιστική φράση: «Κανένας δεν μπορεί να γλυτώσει από τη διαφθορά που προκαλεί η απολυταρχία». Ούτε ο ίδιος ο Χίτλερ γλύτωσε. Ήταν έρμαιο μίας «αυλής» που τον πλαισίωσαν ασφαλώς για να καρπωθούν κάτι: άλλος τη δόξα, άλλος χρήμα, άλλος τη δύναμη να εξουσιάζει τους ανθρώπους που εξίσωνε με τα σκουλήκια. Ένας από τους τρεις πιο ισχυρούς άνδρες της τότε ναζιστικής Γερμανίας, ο Χίμλερ, αρχηγός των SS και κύριος υπεύθυνος του Ολοκαυτώματος και των βασανιστηρίων της Γκεστάπο, της οποίας προΐστατο, πρόδωσε το Χίτλερ ξεκινώντας μυστικά διαπραγματεύσεις με τους αντιπάλους για συνθηκολόγηση και στο τέλος, αφού προσπάθησε υποδυόμενος το Γερμανό αξιωματικό να διαφύγει, λίγο πριν την ανάκρισή του από τους Βρετανούς, αυτοκτόνησε με υδροκυάνιο.

Ήταν μολαταύτα εκείνος που διαβεβαίωνε τους Γερμανούς ότι, αν ο πόλεμος χανόταν, εκείνος θα αναλάμβανε «πλήρως την ευθύνη» για τις κινήσεις του στρατού που διοικούσε… Κι ήταν επίσης εκείνος που στις μεγάλες «δόξες» του Γ΄ Ράιχ υποστήριζε ότι «οι φόβοι που μπορούσαν να νιώσουν οι άλλοι, ήταν γι’ αυτόν όχι ευκαταφρόνητοι, αλλά ακατανόητοι. Αλλά δεν είναι παρά ζώα ή εγκληματίες, έλεγε όταν ξένοι πρεσβευτές ή ακόμη και οι υφιστάμενοί του τον κατηγορούσαν καμιά φορά για κάποια αγριότητα». Άλλος πάλι που πρόδωσε τον «ευεργέτη» του, ήταν ο ίδιος ο κομπογιαννίτης γιατρός του, ο Μόρελ, ο οποίος έλεγε ότι ήταν εκείνος που ανακάλυψε την πενικιλίνη!

Εντούτοις, πολύ λίγο τον ενδιέφερε η επιστήμη ή η ζωή. «Αντί να επιδίδεται στις βραδείες μεθόδους των υπομονετικών ερευνών, προτιμούσε να παίζει ελαφρά τη καρδία με χάπια που είχαν γρήγορο αποτέλεσμα και απίθανα ελιξίρια. (…) Αλλά τα χάπια δε δόθηκαν στο εμπόριο με τόσον κέρδος χωρίς προηγουμένως να δοκιμασθούν και τα πειράματα έγιναν επάνω στον ίδιο τον Χίτλερ. Ένας πίνακας σχεδόν πλήρης των χαπιών που χρησιμοποίησε πάνω στο δικτάτορα και που δεν περιλάμβανε ούτε τη μορφίνη ούτε τα υπνωτικά που εξίσου χρησιμοποιήθηκαν, περιέχει το όνομα είκοσι οκτώ προσμίξεων ή διαφορετικών φαρμάκων, περιλαμβανομένου και του «Ουλτρασεπτύλ», καταδικασμένου από τους φαρμακοποιούς και διάφορα ψευτοφάρμακα, ναρκωτικά, τονωτικά και αφροδισιακά».

Παράλληλα, μόλις ο Χίτλερ, που μέχρι να γίνει δικτάτορας συνήθιζε να κάνει περιπάτους στο αλπικό τοπίο και να ζωγραφίζει, επιζητώντας την απομόνωση και την ησυχία, άρχισε να καταρρέει ψυχικά και σωματικά, του έκανε μέχρι και ενέσεις με ορμόνες, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δρ. Μπράντ «Κατά τα δύο τελευταία χρόνια αυτό γινόταν κάθε μέρα. Όταν ο Χίτλερ επρόκειτο να εκφωνήσει ένα λόγο με κρύο ή βροχερό καιρό, έκαμνε μία ένεση την παραμονή, μία άλλη την ημέρα του λόγου και μία τρίτη την επομένη. Ερώτησα τον Μόρελ να μου υποδείξει τα φάρμακα που χρησιμοποίησε αλλά αρνήθηκε».

«Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο…»

Ο ίδιος ο Σπέερ, Υπουργός Εξοπλισμών του Γ΄ Ράιχ που δικάστηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης ως εγκληματίας πολέμου, παραδέχεται ότι «η διαίσθησις του (Χίτλερ) δεν τον γέλασε αυτή τη φορά». Με τα λόγια αυτά αναφέρεται στην Εύα Μπράουν που μαζί με το σκύλο του Μπλόντι του έμειναν για πάντα πιστοί. «Όσο μεγάλωνε η αηδία του και η δυσπιστία του για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, τόσο περισσότερο εσπέπτετο την Εύα που ήτο απαλλαγμένη από το παγκόσμιο ελάττωμα της προδοσίας».

Όταν όλα πια νιώθει ότι έχουν τελειώσει, εκείνος που από το 1934 ακόμη υποστήριζε σθεναρά ότι «Κι αν ακόμη δεν νικήσωμεν, θα παρασύρωμεν το ήμισυ του κόσμου εις την καταστροφίν. Δε θα συνθηκολογήσωμεν ποτέ, όχι, ποτέ!» και που επίσης είχε δηλώσει σε μία ομιλία του «Δεν ήρθα στον κόσμο για να κάμω καλύτερους τους ανθρώπους αλλά για να επωφεληθώ από τις αδυναμίες του», μένει ο ίδιος πια αδύναμος και μόνος στο υπόγειο καταφύγιο της Καγκελαρίας, όπου και μία ημέρα μετά το γάμο του με την Εύα Μπράουν, στις 30 Απριλίου 1945, αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Το πρωί δέχεται την αναφορά, όπως συνηθίζει. Κατόπιν, γευματίζει παρουσία των δύο γραμματέων του και της μαγείρισσας, ενώ η Εύα μένει στο δωμάτιο της. «Προηγουμένως ο υπασπιστής του Γκένσκε δίνει εντολή στο σωφέρ, Έριχ Γκέμκα, να μεταφέρει στο Μπούνκερ 200 λίτρα βενζίνης. Οι σκοποί παρακαλούνται να απομακρυνθούν και τα δοχεία αραδιάζονται στη είσοδο. Παρατίθεται το τελευταίο γεύμα. Ο Χίτλερ και η Εύα ανταλλάσσουν χειραψίες με όλα τα παρόντα πρόσωπα. Κατόπιν αποσύρονται. Ένας πυροβολισμός αντηχεί. Ορμούν στο δωμάτιο του Χίτλερ. Κείται επάνω στο σοφά με σπασμένο το κεφάλι. Πλάι του η Εύα Μπράουν είναι ξαπλωμένη, με ένα περίστροφο πλάι της. Αλλά δεν το χρησιμοποίησε. Προτίμησε να δηλητηριασθεί. Η ώρα είναι δεκαπέντε και τριάντα. Αμέσως δύο SS τυλίγουν σε μία κουβέρτα το σώμα του Φύρερ και το μεταφέρουν έξω. Ο Μπόρμαν αρπάζει το σώμα της Εύα Μπράουν, το παραδίδει στον Κέμπκα που το παίρνει στα χέρια του, ανεβαίνει την κλίμακα και το τοποθετεί πλάι στο σώμα του Χίτλερ στην είσοδο του καταφυγίου. Τα δύο πτώματα ποτίζονται με πετρέλαιο. Τους βάζουν φωτιά. Η καύσις αρχίζει».