Καθώς περνώ τις πόρτες του σιωπηλού Μπενάκη –είναι Δευτέρα και υπάρχει μεγάλη ησυχία- φτάνοντας στο δεύτερο όροφο, ο συλλέκτης Γιάννος Ιωαννίδης, ο σκηνογράφος Παύλος Θανόπουλος και οι άνθρωποι του μουσείου τοποθετούν προσεκτικά τα αριστουργηματικά κεραμικά του θρυλικού εργοστασίου «Ίκαρος» της Ρόδου στις προθήκες. Θαυμάσια χρώματα, ψυχρά πράσινα και νερένια μπλε, φλογάτα κόκκινα, ανθρώπινες και ζωόμορφες φιγούρες, λουλούδια, ζώα και πουλιά, μυθολογικά τέρατα, σειρήνες και σφίγγες, τριήρεις και ιστιοφόρα, τα σχέδια που διακοσμούν πιατέλες, βάζα και μικρότερα αντικείμενα παρουσιάζουν το ανάγλυφο μιας σημαντικής καλλιτεχνικής αφήγησης που έχει δεχτεί μεγάλες επιρροές από τη γειτονική Τουρκία και την Ιταλία.

Από το στήσιμο της έκθεσης

Από το στήσιμο της έκθεσης

Ιcaro Rodi 1930-1940

«Έχουμε κάνει μια διαλογή και τα έχουμε τοποθετήσει χρονολογικά από την αρχή μέχρι το τέλος του Ίκαρου», λέει ο σκηνογράφος Παύλος Θανόπουλος που στήνει την έκθεση ετοιμάζοντας στον μεγάλο τοίχο την αναπαράσταση ενός πιατελότοιχου της Ρόδου. «Ήθελα να τοποθετήσω σε ένα περιβάλλον, οπότε έχω διαλέξει στο φόντο εικόνες και σχέδια από τη Ρόδο σαν φυσική βάση υποδοχής των αντικειμένων, ώστε να μη στέκουν “γυμνά”. Εντύπωση, μου κάνουν κάποια σχέδια πολύπλοκα από απλούς, λαϊκούς σχεδιαστές που παρήγαν ένα αποτέλεσμα πολύ φινετσάτο».

Ο σκηνογράφος Παύλος Θανόπουλος στο στήσιμο της έκθεσης

Από το στήσιμο της έκθεσης

Από το στήσιμο της έκθεσης

Η κεραμική σήμερα δεν κατέχει την ίδια θέση στη ζωή μας με αυτή που κατείχε τις προηγούμενες δεκαετίες, παρ’ όλα αυτά, δε μπορείς να μη θαυμάσεις τα έργα των καλλιτεχνών ακόμα και στα πιο απλά χρηστικά αντικείμενα. Η έκθεση αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν είναι μια παράθεση αντικειμένων –πολλά από αυτά είναι έργα τέχνης – αλλά μαρτυρά τη δημιουργία, την ακμή και την πτώση μιας  μεγάλης ελληνικής βιομηχανίας που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην οικονομία της Δωδεκανήσου.

Με καταγωγή από τη Ρόδο, ο Γιάννος Ιωαννίδης, απέκτησε το πρώτο του αντικείμενο σε ηλικία 15 ετών, ένα μικρό τιρκουάζ βάζο που αγόρασε σε μια επίσκεψη στο εργοστάσιο του Ίκαρου, το 1987, λίγο πριν κλείσει και ενώ είχε ήδη σκοτωθεί ο ιδιοκτήτης του Κ. Χατζηκωνσταντής, γεγονός που επιτάχυνε το κλείσιμο της βιομηχανίας. Τότε δε μπορούσε να φανταστεί ότι όχι μόνο θα συνέλεγε εκατοντάδες αντικείμενα του εργοστασίου, αλλά θα κατέγραφε και όλη την μυθιστορηματική ιστορία του, όπως το έκανε με τον τόμο «Icaro-Ίκαρος. Το εργοστάσιο Κεραμικών της Ρόδου, 1928-1988», ο οποίος κυκλοφορεί παράλληλα με την έκθεση.

«Στη συλλογή το αντικείμενο είναι σημαντικό, ακόμα πιο σημαντική είναι η ιστορία», λέει ο κ.  Ιωαννίδης «που υπάρχει πίσω από αυτό. Για τον Ίκαρο δεν υπήρχε τίποτα γραμμένο καθώς ξεκίνησε από το 1928 και θυμούνται πλέον ελάχιστα οι άνθρωποι, οπότε άρχισα μια πολυετή έρευνα. Σε αυτό το ταξίδι ανακαλύφθηκαν πολλά πράγματα και άρχισαν να παίρνουν μορφή και πιστεύω έπρεπε να γραφτούν. Υπάρχει στο βιβλίο η ιστορία και του ιταλικού εργοστασίου και του ελληνικού μέχρι το ’55 – ’60 αλλά και το τελευταίο κομμάτι του. Ψάχνοντας την ιστορία ολοκληρωνόταν και η συλλογή από την οποία εκτίθενται 400 και πλέον αντικείμενα».

Ο συλλέκτης Γιάννος Ιωαννίδης

Από τα τασάκια της συλλογής

Αντικείμενα της συλλογής

Πιάτα και κάδρα για την αναπαράσταση του πιατότοιχου

Icaro c.1930

Μικρό χρονικό ενός θρυλικού εργοστασίου

Τα καπετανόσπιτα της Λίνδου ήταν γεμάτα με αυθεντικά πιάτα και βάζα Ιζνίκ, τα οποία χρονολογούνται από τα τέλη του 16ου έως τα μέσα του 17ου αιώνα, που έφερναν στο νησί οι πλούσιοι καραβοκύρηδες. Οι Ιταλοί πίστεψαν λανθασμένα πως είχαν παραχθεί στη Ρόδο, έτσι το 1928 ιδρύουν την Industria Ceramiche Artistiche Rodio Orientali, που είχε ως σκοπό την παραγωγή καλλιτεχνικών κεραμικών, αντιγράφων των ιζνίκ της Λίνδου. Ο πρώτος εμπνευστής της ιδέας της δημιουργίας της εταιρείας ήταν ο καθηγητής Τζιοβάνι Τζουλανίνι, ο οποίος με τη βοήθεια φίλων που κατοικούν στην Φαέντζα, ήρθε σε επαφή με τους υπεύθυνους διαφόρων εργοστασίων κεραμικής της Ιταλίας με τους οποίους συμφωνήθηκε να γίνουν κάποιες δοκιμές αντιγραφής πιάτων της Λίνδου.

Έτσι, στήνεται μια μικρή βιομηχανία παραγωγής κεραμικών, με διευθυντή τον Λουίτζι ντε Λέρμα, απόφοιτο της Βασιλικής σχολής κεραμικών της Φαέντσα και νέους καλλιτέχνες που προέρχονταν κυρίως από την Ιταλία. Αρχίζουν να συγκροτούν ομάδα με Έλληνες αγγειοπλάστες, ενώ η συνδρομή ξένων καλλιτεχνών, όπως ο Έγκον Ούμπερ, εισάγουν στοιχεία της τοπικής παράδοσης στην παραγωγή του εργοστασίου και πρωτότυπες δημιουργίες. Μετά από μακρά σειρά δοκιμών κατάφεραν να προσεγγίσουν σε μεγάλο βαθμό τα ιζνίκ της Λίνδου, με τα πλούσια σχέδια και χρώματα. Τα κεραμικά στη δεκαετία του ’30 γίνονται γνωστά και πέρα από τα όρια της Δωδεκανήσου. Διευρύνεται το δίκτυο εξαγωγής ενώ αρχίζουν οι συνεργασίες με κρουαζιερόπλοια και ναυτιλιακές εταιρείες.

Το προσωπικό του εργοστασίου Ίκαρος

Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου φέρνει τη διάλυση των εμπορικών δικτύων, την δραματική κάμψη του τουρισμού και ο Ίκαρος κλείνει το 1944, ενώ το νησί είναι πλέον, μέχρι το 1945, υπό Γερμανική κατοχή. Το εργοστάσιο στην οδό Ιπποτών βομβαρδίζεται, σταματά να λειτουργεί, ενώ το 1946-47 πολλοί μέτοχοι μεταβιβάζουν τις μετοχές τους στον Κωνσταντίνο Χατζηκωνσταντή και αποχωρούν από το νησί.

Σε αυτή την ταραγμένη για τα Δωδεκάνησα περίοδο ο Ρόδιος επιχειρηματίας οραματίζεται την βελτίωση του μηχανικού εξοπλισμού και την ανάπτυξη της επιχείρησης. Με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Σπύρο Οικονομίδη, οργανώνεται η διαδικασία παραγωγής και σχεδιάστηκαν νέα θέματα εμπνευσμένα από τα πιάτα της Λίνδου. Ολόκληρες οικογένειες και γενιές απασχολούνται στον Ίκαρο από τη δεκαετία του ’50, ενώ οι μαρτυρίες τους καταγράφονται στο βιβλίο «Icaro-Ίκαρος. Το εργοστάσιο Κεραμικών της Ρόδου, 1928-1988».

Λεπτομέρεια από πιατέλα του Ίκαρου

Λεπτομέρεια από πιατέλα του Ίκαρου

Λεπτομέρεια από πιατέλα του Ίκαρου

Η ελληνική περίοδος του Ίκαρου γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, ενώ η κλασική θεματολογία του εμπλουτίστηκε με νέα γεωμετρικά σχέδια πλοίων, λουλουδιών κ.ά. πάντα στο πλαίσιο του διακοσμητικού ρεπερτορίου του ιζνίκ. Με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα κλείνει η ιταλική, αλλά ανοίγει η ελληνική αγορά. Οι κρουαζιέρες και η τουριστική ανάπτυξη απορροφούν ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής του Ίκαρου. Όμως, η προσπάθεια εντατικοποίησης της παραγωγής είχε το ανάλογο τίμημα. Τα αντικείμενα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ’80 υστερούσαν σημαντικά έναντι των πρώτων περιόδων του εργοστασίου, τεχνικά και αισθητικά.

Στη Ρόδο, το 1969 λειτουργούσαν εκτός από τον Ίκαρο άλλα 11 αγγειοπλαστικά εργαστήρια που είχαν ιδρυθεί από πρώην τεχνίτες του. Τα πρώτα οικονομικά προβλήματα εμφανίζονται στη δεκαετία του ’70 και αναζητώντας λύση στο επερχόμενο οικονομικό αδιέξοδο ο Χατζηκωνσταντής διαπραγματεύτηκε με τον Δήμο Ρόδου την πώληση της επιχείρησης. Όμως, ένα τραγικό συμβάν, ο θάνατος του ίδιου και της συζύγου του σε αυτοκινητικό δυστύχημα στην επαρχιακή οδό Λίνδου-Ρόδου βάζει τέλος στη λειτουργία του μεγάλου αυτού εργοστασίου. Στις αρχές του 1988 ο Ίκαρος διακόπτει οριστικά τη λειτουργία του, ενώ πέντε χρόνια αργότερα κατεδαφίζονται οι εργοστασιακές εγκαταστάσεις με σκοπό την ανέγερση κατοικιών. Η εφημερίδα Ροδιακή με μια φράση, ανήγγειλε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την οικονομία και την καλλιτεχνική ανάπτυξη του νησιού: «Ο Ίκαρος δεν υπάρχει πια…».

Info:

«ICARO – ΙΚΑΡΟΣ Το Εργοστάσιο Κεραμικών της Ρόδου 1928-1988» | 28 Σεπτεμβρίου – 19 Νοεμβρίου 2017 | Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού