Η προίκα σύμφωνα με το λεξικό είναι τα περιουσιακά στοιχεία που προσφέρονταν από τη νύφη στο γαμπρό με το γάμο. Η προίκα καταργήθηκε στην Ελλάδα το 1983, αλλά υπήρχε από τα αρχαία χρόνια και αποτελούσε τη συμβολή της γυναίκας στον κοινό βίο του ζευγαριού. Οι συνήθεις λόγοι που επιβαλλόταν ήταν αρχικά οικονομικοί και στη συνέχεια κοινωνικοί. Πέρα από τα φυσικά προσόντα της νύφης, αιτία γάμου αποτελούσε και η προίκα. Η προίκα ήταν ένα συμβόλαιο γάμου, έγγραφο και ενυπόγραφο, το οποίο επιβεβαιωνόταν από το προικοσύμφωνο. Ήταν μια ενέργεια στην οποία το συναίσθημα είχε ανύπαρκτο ρόλο στη διαδικασία λήψεως της απόφασης.

Εξίσου σύνηθες ήταν το προικοσύμφωνο. Αν και η ισχύς του προικοσύμφωνου κρατούσε από τα Βυζαντινά χρόνια, στην Ελλάδα εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1830. Η ακίνητη περιουσία περνούσε στην επικαρπία του συζύγου, ενώ η κόρη κατείχε μόνο την κυριότητα των ακινήτων. Στην πραγματικότητα, ο γαμπρός ήταν υπεύθυνος για την προίκα της γυναίκας του. Ήταν υπό την κατοχή του και εκείνος είχε λόγο στη διαχείριση, αναλόγως το χαρακτήρα της. Το προικοσύμφωνο εκτός των άλλων, εξασφάλιζε ότι σε περίπτωση που το ζευγάρι χώριζε ή η σύζυγος πέθαινε χωρίς το αντρόγυνο να έχει αποκτήσει παιδιά, η προίκα θα επέστρεφε στο πατρικό και τους κληρονόμους της νύφης.

Η έκθεση «Η προίκα» που διοργανώνει ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας δήμου Αθηναίων έως 30 Ιουνίου στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη», ρίχνει μια λαογραφική και εικαστική ματιά στο θεσμό.

Η έκθεση επιμερίζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη προσεγγίζει το θέμα του θεσμού της προίκας μέσα από τη λαογραφική του διάσταση σε υλικό επίπεδο, αποτυπώνοντας στον χώρο τα είδη και τα σύμβολα του γάμου (στέφανα, παραδοσιακά νυφικά, προικιά, υφαντά, δώρα) από τη νησιωτική και ηπειρωτική χώρα σε συνδυασμό με αφηγήσεις γυναικών και ανδρών της ελληνικής υπαίθρου, που η πορεία του βίου τους ορίστηκε με ένα προικοσύμφωνο. Το λαογραφικό υλικό της έκθεσης προέρχεται από τις Συλλογές του Μουσείου σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αγοριανιτών «Ο Παρνασσός», οι γυναίκες του οποίου προσέφεραν τα υφαντά και τα προικιά τους.

Η δεύτερη ενότητα αποτελεί μία καλλιτεχνική προσέγγιση με εικαστικές εγκαταστάσεις-δημιουργίες, μεταγραμμένα προικοσύμφωνα, αφηγήσεις και αντικείμενα τέχνης έξι Θεσσαλών καλλιτέχνιδων και δύο Θεσσαλών φιλολόγων, με έμπνευση από υπαρκτά αντικείμενα συνυφασμένα με την προίκα και τον γάμο. Τα έργα, που εκτίθενται, ανήκουν στην εννοιολογική τέχνη, δανείζονται όμως στοιχεία της ελληνικής λαϊκής τέχνης και παντρεύουν τα έθιμα με τη σύγχρονη τέχνη. Πηγή έμπνευσής τους, θύμησες και βιώματα του παρελθόντος, εικόνες ωραιοποίησης της προίκας, την οποία αναπτύσσουν με τη χρήση σύγχρονων καλλιτεχνικών μέσων. Στόχος των εικαστικών δημιουργιών είναι να αποτελέσουν κοινωνικά σχόλια, δίνοντας παράλληλα νέα μορφή, νέα οντότητα και εντέλει συνέχεια στη λαϊκή τέχνη.

Στην έκθεση συναντήσαμε και μιλήσαμε με την επιμελήτρια Σταυρούλα Πισιμίση, λαογράφος του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη» δήμου Αθηναίων.

Ποια είναι η ιδέα και η έμπνευση για αυτή την έκθεση;
Η ιδέα μιας έκθεσης για τη ζωή της γυναίκας της υπαίθρου γεννήθηκε πολύ καιρό πριν, κοιτάζοντας παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες γυναικών που έζησαν ολόκληρη τη ζωή τους στα βουνά της ελληνικής υπαίθρου. Γυναίκες είτε νέες, είτε μεγαλύτερης ηλικίας, νύφες με παραδοσιακές φορεσιές, μάνες με τα μωρά στην αγκαλιά ή στο πλάι του συζύγου, μαυροντυμένες, πολλές φορές, κοιτούσαν τον φακό με ένα σκληρό πρόσωπο, αγέλαστο και σοβαρό, ωστόσο κάτω από το μαντήλι, που φορούσαν κρυβόντουσαν συναισθήματα. Προσδοκία, εγκαρτέρηση, υπομονή, περηφάνια, αγάπη αλλά και θλίψη… Ήθελα λοιπόν να αγγίξω μια πλευρά αυτού του κόσμου και διάλεξα την πιο σημαντική μέρα της ζωής τους. Την ημέρα του γάμου τους, η οποία για όλες αποτελούσε μια νέα αρχή προς άγνωστη κατεύθυνση. Ωστόσο ήταν μια μέρα την οποία προσδοκούσαν όλες οι κοπέλες και εκείνες της υπαίθρου την προετοίμαζαν, σχεδόν, από μικρά παιδιά.

Υπάρχει κάτι κοινό που βλέπουμε να είναι ίδιο ή με παραλλαγές σε διάφορα μέρη;
Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε τόπους σχετικά με την προίκα, οι οποίες σχετίζονται με το ποιος δίνει και ποιος παίρνει προίκα. Δηλαδή εάν δίνει η νύφη ή ο γαμπρός. Υπήρξαν περιοχές της Ελλάδας, όπου για να παντρευτεί κάποιος έπρεπε να δώσει χρήματα-προίκα. Και αυτό γιατί η οικονομία στηριζόταν στα εργατικά χέρια, οπότε η αποχώρηση ενός ατόμου από την πατρική οικογένεια, εν προκειμένω η κόρη, μείωνε την απόδοση. Έτσι ο γαμπρός έπρεπε να πληρώσει για να την αποκτήσει, ως αποζημίωση όπως ακριβώς θα πλήρωνε κάποιος για ένα σημαντικό «εργαλείο» παραγωγής.

Κατά τη γνώμη σας αυτή η μακρά παράδοση που μας φανερώνει και τις πολιτισμικές και κοινωνικές αλλαγές υφίσταται ακόμα;
Σήμερα αφενός νομοθετικά η προίκα έχει καταργηθεί, αφετέρου ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η καθημερινότητά τους, οι αντιλήψεις τους δεν διαφέρουν πολύ, είτε κάποιος ζει στην ύπαιθρο είτε σε ένα αστικό κέντρο. Οι νέες κοπέλες είναι ανεξάρτητες με ενδιαφέροντα άλλου τύπου. Η μόρφωση πλέον αποτελεί την προίκα ως προτεραιότητα, που θα τις ακολουθεί για πάντα, ανεξάρτητα από το εάν θα παντρευτούν. Αλλά και τα νέα αγόρια δεν θέλουν τη νύφη …να ξέρει ρόκα κι αργαλειό να ξέρει να υφαίνει… Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν, σε κοινωνίες δομημένες με διαφορετικούς κοινωνικούς και οικονομικούς όρους προκειμένου να επιβιώσουν. Ωστόσο η ελληνική οικογένεια ακόμη και σήμερα εάν και εφόσον έχει τη δυνατότητα προσπαθεί και επιδιώκει να βοηθά οικονομικά τα νέα ζευγάρια είτε ζουν στην ύπαιθρο είτε σε αστικά κέντρα.

Τι είναι αυτό που μπορεί να τραβήξει την προσοχή μας αμέσως; Ποιο είναι το πιο «αξιοπερίεργο ή ξεχωριστό» μιας προίκας;
Μια παραδοσιακή προίκα αποτελείται κυρίως από αντικείμενα οικιακής χρήσης, υφαντά, ρούχα, πετσέτες, σεντόνια, χαλιά, και κάθε είδους αντικείμενο, που ήταν χρήσιμο στην καθημερινότητα. Εκείνο που θα τραβούσε την προσοχή μας στην παραδοσιακή προίκα, σε υλικό επίπεδο, είναι τα χρώματα στα υφαντά, σε πνευματικό επίπεδο είναι τα μαγικοθρησκευτικά σύμβολα σε αυτά, σε θεσμικό επίπεδο θα τοποθετούσα το λεγόμενο προικοσύμφωνο. Την σύναψη συμφωνίας σε μορφή συμβολαίου, όπου αναγράφονταν όλα όσα έδινε η οικογένεια της νύφης στον γαμπρό και τα οποία, ουσιαστικά, αποτελούσαν την βάση για κάθε προξενιό και γάμο. Ωστόσο, σε υλικό επίπεδο, εάν θέλουμε να αναφερθούμε σε κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ξεχωριστό σε μια προίκα θα επέλεγα ένα πολύ ενδιαφέρον έθιμο από την Κάρπαθο, όπου αποτελεί ιδιαίτερο κομμάτι της προίκας. Πρόκειται για την κολαΐνα. Η κολαΐνα είναι ένα περιλαίμιο-κόσμημα, το οποίο πηγαίνει από τη μάνα στην πρωτότοκη κόρη, φέροντας πάνω του αρμαθιές χρυσών νομισμάτων, τα οποία από γενιά σε γενιά έφταναν να αξίζουν ολόκληρες περιουσίες. Ακόμη και εάν η οικογένεια είχε πολλές κόρες, την κολαΐνα κληρονομούσε η πρωτοκόρη.

Πόσο φαίνονται μέσα σε μια προίκα οι κοινωνικές τάξεις;
Αναμφισβήτητα μια νύφη από εύπορη οικογένεια θα είχε εκτός από τα παραδοσιακά προικιά (που και αυτά θα ήταν πολλά) θα είχε και οικονομική ενίσχυση, θα είχε αγροκτήματα, θα είχε ραπτομηχανή, αργαλειό, περισσότερα και πιο φιλοτεχνημένα έπιπλα.

Τι έμπνευση μπορεί να δώσει η έκθεση μιας προίκας σε ένα σύγχρονο επισκέπτη;
Ο επισκέπτης που θα περιηγηθεί στους χώρους της έκθεσης δεν ξέρω εάν θα εμπνευστεί, σίγουρα όμως, θα ταξιδέψει σε έναν κόσμο γεμάτο θύμησες και χρώματα, ελπίδες, όνειρα και προσδοκίες. Πρόκειται για τον κόσμο που δημιουργούσε η γυναίκα με την καρδιά της και τα χέρια της. Ο επισκέπτης της έκθεσης θα αισθανθεί οικειότητα. Και αυτό γιατί αφενός ο χώρος έχει διαμορφωθεί σαν εσωτερικό νυφικού δωματίου, με το νυφικό κρεβάτι, τα έπιπλα, τα προικιά με τα χίλια χρώματα απλωμένα, αφετέρου γιατί όλα αγγίζουν το ανθρώπινο μέτρο. Αξίζει να επισημάνουμε, όμως, ότι η έννοια της προίκας αποτέλεσε την έμπνευση για τις έξι Θεσσαλές καλλιτέχνιδες, οι οποίες δημιούργησαν εικαστικές εγκαταστάσεις, που τις εκθέτουμε στην δεύτερη ενότητα της έκθεσης, αποτελώντας αντικείμενα τέχνης που πηγάζουν, ξεκάθαρα, από τον κόσμο της γυναίκας. Έργα που έχουν δανειστεί στοιχεία της ελληνικής λαϊκής τέχνης, σύμβολα και τρόπους, τα οποία «παντρεύουν» με τη σύγχρονη τέχνη.

Στην έκθεση συμμετέχουν με έργα οι: Δήμητρα Εξάρχου, η Κλειώ Παπαϊωάννου, η Ιφιγένεια Σδούκου, η Ζωή Σεϊτάνη, η Ιωάννα Τερλίδου, η Βιβή Τσιόγκα και οι φιλόλογοι Ιωάννα Γιαννακοπούλου και Στέλλα Νταβαρούκα.

Την επιμέλεια της εικαστικής έκθεσης έχει η Αντιγόνη Καψάλη, ιστορικός τέχνης και εικαστικός.

Info έκθεσης:

Η Προίκα | 21 Απριλίου – 30 Ιουνίου 2018 |  Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη»