Τόπος γέννησης της ποπ αρτ, στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ήταν η Βρετανία. Ο όρος “ποπ αρτ” πιστώνεται στον Άγγλο κριτικό τέχνης Λόρενς Αλογουέι, ο οποίος πρώτος υπερασπίστηκε τη «λαϊκή μαζική κουλτούρα» ως θεμιτή μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, η ποπ αρτ πήρε την αμερικανική ιθαγένεια, για να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά κινήματα του μεταπολέμου.

Καλλιτέχνες όπως ο Ρόι Λιχτενστάιν, ο Τζέιμς Ρόζενκιστ, ο Άντι Γουόρχολ, μεταξύ πολλών άλλων, οικειοποιήθηκαν εικόνες και τεχνικές από το πεδίο της μαζικής κουλτούρας – διαφήμιση, προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, περιοδικά και εφημερίδες, κόμικς, τηλεόραση, ταινίες- και τα παρουσίασαν με σατιρικό ή χιουμοριστικό τρόπο σε πίνακες, χαρακτικά και γλυπτά, ενίοτε προχωρώντας και σε έργα που ασκούσαν έντονη κοινωνική και πολιτική κριτική.

Η ποπ αρτ έχασε έναν από τους βασικότερους εκπροσώπους της, τον Αμερικανό James Rosenquist που πέθανε σε ηλικία 84 ετών, την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017. Διάσημος για τους πίνακες και τις εγκαταστάσεις του, ο Ρόζενκιστ γεννήθηκε στις 29 Νοεμβρίου του 1933 στη Νότιο Ντακότα και ξεκίνησε την σταδιοδρομία του φιλοτεχνώντας διαφημιστικές πινακίδες.

Μετακόμισε πολύ νέος σε ένα στούντιο στο Μανχάταν για να δουλέψει πάνω στις δικές του ιδέες και δημιουργίες. Πρόσωπο-κλειδί του κινήματος της ποπ αρτ, ο Ρόζενκιστ αναφερόταν συχνά στην αντικειμενική δυσκολία να αναπαραστήσει πιστά τα πρόσωπα στα έργα που φιλοτεχνούσε, δείχνοντας με το δικό του τρόπο τη μέθοδο της ποπ αρτ να μετατρέπει και να μεταστρέφει τις εικόνες της εποχής της, περνώντας καθοριστικά μηνύματα ακόμα και μέσα από καταναλωτικά αντικείμενα.

Σήμερα θεωρείται θεμελιωτής της ποπ αρτ στην Αμερική, ενός κινήματος που αντιμετωπίστηκε με μεγάλη καχυποψία και σκεπτικισμό αρχικά, μέχρι να κυριαρχήσει κυρίως και εξαιτίας της λαϊκής του αποδοχής, ώστε να καθιερωθεί και να γίνει κυρίαρχο ρεύμα μέσα στον κόσμο της Τέχνης. Ο ίδιος ο Ρόζενκιστ έλεγε ότι δε τον ενδιέφερε ποτέ η «ετικέτα». «Δε νοιαζόμουν αν ήμουνα καλλιτέχνης της ποπ αρτ, δε με ενδιέφεραν τα λογότυπα ή οι σταρς του σινεμά στα έργα μου, απλώς το αποδέχτηκα».

Με ένα από τα πιο γνωστά έργα του, αυτό με την προσωπογραφία του Κένεντι και ένα κομμάτι κέικ, ήταν η αρχή της ενασχόλησής του με την πολιτική, με το δικό του ιδιωματικό τρόπο, «γιατί βάζουν το πρόσωπό τους στις αφίσες; Μοιάζει σαν μπαγιάτικο κέικ».

Ο κριτικός τέχνης Ρόμπερτ Χιουτζ έλεγε ότι το πιο σημαντικό σώμα έργων του Ρόζενκιστ ήταν αυτό που παρήγαγε το 1965, ένα τεράστιο πανόραμα για το Βιετνάμ και τη συνενοχή του αμερικανικού κοινού σε αυτή την ιστορική περίοδο με τις κυβερνητικές πρακτικές. Το F-111, ένας κολοσσιαίων διαστάσεων 3 μ. ύψους και 26 μ. μήκους έργο, αποτελούμενο από 23 πίνακες του 1964-65, είναι το εμβληματικό έργο του. Εκτίθεται στο ΜοΜΑ και πρόκειται για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της ποπ αρτ. Ο Ρόζενκιστ συνόψισε σε αυτά τα έργα τον κίνδυνο της Αμερικής που εμφανιζόταν ως Εδέμ από τη δική της βία. Μπορεί να μην είναι, όπως ενίοτε υποστηρίζεται, η Guernica της δεκαετίας του ’60, αλλά επηρέασε τους ανθρώπους  της εποχής όσο λίγα έργα της πολιτικής τέχνης είχαν κάνει, από τις τοιχογραφίες του Ντιέγκο Ριβέρα το 1930.

F-111, James Rosenquist

F-111, James Rosenquist

Το 2003, ο Ρόζενκιστ τιμήθηκε με μια μεγάλη και πλήρη αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Guggenheim στη Νέα Υόρκη. Το 2009, έχασε εξαιτίας μια πυρκαγιάς αρκετά έργα του στο σπίτι του στη Φλόριντα. Η σύζυγός του, Μίμι Τόμσον δήλωσε στην εφημερίδα New York Times ότι πέθανε στο σπίτι τους, μετά από μακρά ασθένεια.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: © Jack Mitchell/Getty Images