Στο Κάσελ έφτασα τον Αύγουστο, για να κάνω ένα μέρος των διακοπών μου. Αφού θα τις έκανα στη Γερμανία, ήταν το γεφυράκι μου ανάμεσα στο Αμβούργο και το Βερολίνο. Και μιας και είχα δει το ελληνικό κομμάτι της Ντοκουμέντα, μου φάνηκε σωστό να πάω μόνη και ανέμελα, να ζήσω τη «γερμανική εμπειρία» σε μια πόλη που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ξαναπάω.

Από τη Ντοκουμέντα της Αθήνας, εκτός από τους καλλιτέχνες που έμαθα –αυτούς και τις ιστορίες των έργων τους – , είχα σημειώσει στο μυαλό μου όλη την οδυνηρή για μένα ένταση που υπήρχε κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ένα διαρκές άγχος να τοποθετηθείς, να κρίνεις, ή να υπάρχεις «ανάμεσα σε αυτούς». Επίσης τη διάχυτη βεβαιότητα πως, αντιθέτως με τον τίτλο της έκθεσης «Μαθαίνοντας από την Αθήνα», εμείς δεν είχαμε να μάθουμε απολύτως τίποτα. Αυτό ήταν το πιο μεγάλο ψέμα, αλλά ποιος νοιάζεται;

 documenta 14

Κλασικά, μας τσάκισε η ελληνική παθογένεια: οι φίλοι και οι εχθροί της επιμελήτριας, της διευθύντριας και του διευθυντή, του τάδε και του δείνα παρατρεχάμενου και η αγωνία αν θα συμπεριληφθούν στον κύκλο της Ντοκουμέντα. Στους πιο παλιούς, αυτό θυμίζει σκηνές περασμένων δεκαετιών, με μεγαλοδιευθυντές εντύπων, τις κυρίες τους και ένα κύκλο αυλοκολάκων που πάλευαν για μια δουλίτσα δουλική. Παρά την θορυβώδη πτώση όλων αυτών των συστημάτων, φοβάμαι δεν άλλαξε τίποτα. Ούτε με την κρίση, τη φτώχεια, την κακομοιριά και την πλήρη απαξίωση όλων από όλους. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε με θρησκευτική πίστη, με σχεδόν τους ίδιους «τύπους» έξω από την πόρτα της Ντοκουμέντα. Στο τέλος όλοι ζητούσαν τα ρέστα από νόμισμα που δεν ξόδεψαν.

Πολύ λίγοι μέσα στην Αθήνα ξεπέρασαν την προκατάληψη, το άγχος του άγνωστου και έμαθαν κάτι από τη Ντοκουμέντα. Το κατάλαβα καλύτερα και από τα τελευταία δημοσιεύματα, τα γεμάτα σχεδόν μοχθηρή χαρά, για την τρύπα στα οικονομικά της διοργάνωσης και βέβαια για την ανικανότητα του Σίμτσικ να τα χειριστεί. Όλα αυτά, ενώ δεν έχουν ξεκαθαρίσει τα οικονομικά, δεν έχουν καταμετρηθεί όλα τα έσοδα, ενώ όλα στην Αθήνα ήταν δωρεάν προς τον κόσμο, ενώ, τελοσπάντων, εδώ και χρόνια την κάνουμε γαργάρα για κάθε τρύπα που αφήνει στα οικονομικά ο κάθε απερχόμενος διευθυντής δημόσιου οργανισμού και τέτοια παραδείγματα έχουμε σε χορταστικές ποσότητες.

 documenta 14

Σε ένα δικό μου φανταστικό σενάριο, ο Σίμτσικ ελεύθερος κυκλοφορεί στην Ευρώπη, μπορεί δυνητικά να είναι υποψήφιος διευθυντής κάθε οργανισμού, για καλό και για κακό, αφού υποτίθεται γευμάτισε με τον Τσίπρα και τον Τσακαλώτο, και μπορεί κάποιοι να φοβούνται ότι θα καταφθάσει, οπότε, καλού κακού ας προετοιμάσουμε μια υποδοχή τύπου Φαμπρ. Αλλά τι σημασία έχει το δικό μου σενάριο; Έχουμε γίνει με την Ντοκουμέντα πολύ ευαίσθητοι, περισσότερο από τους δημότες του Κάσελ και των κρατιδίων Σαξονίας-Έσσης που τους κατσικώθηκε καθαρά η ακροδεξιά και έχουν σοβαρότερα προβλήματα. Και η απάντηση του Σίμτσικ και των επιμελητών της έκθεσης, που έχουν τη δική τους εκδοχή και θα κριθούν στο άμεσο μέλλον, πολύ λίγο χώριο έπιασε στα ελληνικά ΜΜΕ, ενώ αγνοήσαμε παντελώς το πολιτικό παιχνίδι που παίζεται κάθε πενταετία σε αυτή τη διοργάνωση, η οποία είναι ο βασικός τροφοδότης λογαριασμός της επιβίωσης της πόλης.

Πριν από μια πενταετία, η Μπακαρτζίεφ, η τότε διευθύντρια της Ντοκουμέντα, είχε μπάτζετ 100.000.000 ευρώ, σχεδόν τρεις φορές πάνω από τα χρήματα του Σίμτσικ. Κανονικά, αυτοί που κινούν την πολεμική κατά Σίμτσικ θα έπρεπε να είναι στην πλευρά του, η τέχνη πρέπει να είναι ανεξάρτητη, -άλλωστε οι άνθρωποι που δημιούργησαν την ιστορία των οικονομικών που μετά τις εκλογές ξεφουσκώνει- είναι οι δεξιοί υποψήφιοι της πόλης, αν αυτό λέει κάτι. Η Αθήνα μπήκε χαρούμενα στο παιχνίδι της υποστήριξής τους πριν σκεφτεί πως καλύτερα να υπάρχουν υπερβάσεις για την τέχνη, παρά για τα δημόσια έργα. Εν τω μεταξύ, εγώ τον Σίμτσικ δυο φορές τον έχω δει από μακριά, στις συνεντεύξεις τύπου, για να μη νομίζετε πως κάπως παραπάνω γνωριζόμαστε.

νρίκε Βίλα Μάτας «Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική».Πριν πάω στο Κάσελ, αποφάσισα να κάνω δυο πράγματα: να διαβάσω το Reader της Ντοκουμέντα και το βιβλίο του Ενρίκε Βίλα Μάτας «Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική». Από το πρώτο κρατώ τη φράση «ζούμε σε μια εποχή επικίνδυνη όπου η δημοκρατία πρέπει να αναθεωρηθεί, να επανεφευρεθεί αντί να παραμεριστεί, όπως εύκολα μπορεί να συμβεί όταν η αυταρχική σκέψη υπερισχύει του συμμετοχικού μοντέλου».

Αυτό, πάνω – κάτω, ήταν ο οδηγός μου στη Γερμανία που ζούσε στον παλμό των εκλογών, ενώ το ύπουλα σιωπηλό ρεύμα των ακροδεξιών διέτρεχε τη χώρα. Και το κεφάλαιο «Τι χρώμα έχει η πείνα, ποιο είναι το χρώμα της πάνω στο χαρτί», καθώς, μένοντας πάνω από ένα φούρνο, ζω την καθημερινή ιστορία, το έτος 2017, να υπάρχουν άνθρωποι δίπλα μου που απλώς αποσύρουν ντροπαλά το βλέμμα τους από ένα τσουρεκάκι που έχει 0.80 ευρώ.

Η Ντοκουμέντα, εκτός των άλλων, είναι αριθμοί που δεν ξορκίζονται εύκολα, ούτε μπορούν να απαντηθούν. Είναι οι επισκέπτες, οι θεατές, οι έχοντες γνώμη χωρίς να είναι θεατές, τα εισιτήρια, μια μάζα ανθρώπων μετρήσιμη. Ο συγγραφέας – οδηγός μου στο Κάσελ, (ο Ενρίκε Βίλα Μάτας που για συντομία θα αποκαλώ Β.Μ.), είχε τη χαρά που λυτρώνει από τα βάσανα της τέχνης. Εκεί στη μακρινή Ισπανία, ένα απόγευμα, απλώς τον κάλεσαν να πάρει μέρος στην Ντοκουμέντα 13. Δε φίλησε κατουρημένες ποδιές, δεν πέρασε νύχτες πίνοντας σκατόκρασα σε σπίτια συλλεκτών, γκαλεριστών ή όπως λέγονται, δεν αγχώθηκε να είναι εκεί. Απλώς τον διάλεξαν. Είναι η ειδοποιός διαφορά στην τέχνη και στην αγάπη και γύρω μας, παντού. Να ιδρώνεις να σε διαλέξουν ή απλώς να σε διαλέγουν. Για να μη χαθούμε στη μετάφραση, ο συγγραφέας στον οποίο αναφέρομαι έφτασε πέντε χρόνια νωρίτερα από εμένα και εγώ, περίπου, ακολούθησα το πρόγραμμά του. Πήγα στα ίδια μέρη και είδα άλλα έργα. Εκείνος είχε δει ένα σκύλο με ροζ πόδι, τη μασκότ της Ντοκουμέντα 13. Στην Αθήνα, στη Ντοκουμέντα 14, είχα δει γαλάζια πρόβατα.

 documenta 14

Όταν μπήκα στο τραίνο από το Αμβούργο, είχα μια ανεξήγητη χαρά γιατί θα βρισκόμουν σε ένα μέρος χωρίς περισπασμούς, -όταν ήμουν στη Βενετία δεν ήξερα τι να πρωτοκοιτάξω-, ή υποχρέωση να γράψω ή να αφηγηθώ αυτό που κατάλαβα και που δεν κατάλαβα και θα ακολουθούσα το περιπατητικό πρόγραμμα του Β.Μ., καθώς, όπως γράφει «ο πιο φυσικός και πρωτόγονος τρόπος μετακίνησης, το περπάτημα, φαίνεται ότι παράγει μια πνευματική σύνταξη και τη δική του αφήγηση».

Μετά από 288 σελίδες από το βιβλίο του «συγγενή μου» πλέον λογοτέχνη, -αφού και οι δυο ανήκουμε στους PIGS (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία) και αποτελούμε ένα φορτίο με όλα όσα η Ευρώπη που διέσχιζα θέλει να απορρίψει, έκλεισα το βιβλίο και έσυρα τη βαλίτσα μου στην αποβάθρα του Κάσελ. Σκεφτόμουν με λίγη θλίψη και λίγο χαμόγελο την περιπέτεια του Β.Μ. που έφτασε εδώ το 2012, ανυποψίαστος, για να κάνει την πιο αποτυχημένη συγγραφική περφόρμανς όλων των εποχών, ως ζώσα καλλιτεχνική εγκατάσταση, με μηδέν κοινό, μέσα σε ένα κινέζικο εστιατόριο του Κάσελ, ενώ τον έπαιρνε κάθε μέρα ο ύπνος από βαρεμάρα, στο κόκκινο καναπεδάκι με το χαρτονάκι writer in residence.

Είπα απέξω την επιτύμβια επιγραφή του Μαρτίνους φον Μπίμπεραχ, της σελίδας 268 του βιβλίου: «Ζω και δεν ξέρω ως πότε, θα πεθάνω και δεν ξέρω πότε, πάω δεν ξέρω κι εγώ πού, αναρωτιέμαι γιατί είμαι χαρούμενος». Κάπως το θεώρησα σημαδιακό που την θυμήθηκα σωστά και πήρα ένα ταξί για το κέντρο της πόλης, προς το ξενοδοχείο μου. Στο Κάσελ που ξυπνούσε, μια φωνή τραγουδιστή και επίμονη μου έλεγε με τα λόγια του Β.Μ. : «Είσαι στην Ευρώπη και η Ευρώπη δεν υπάρχει, ενώ ταυτοχρόνως προσπαθούσε να μου θυμίσει πως ήταν μεγάλο το βάρος της ανατριχιαστικής πιο πρόσφατης ιστορίας μας, μιας ιστορίας στην οποία η φρίκη είχε κυρίαρχη παρουσία».

 documenta 14

Είχε ήλιο, ευτυχώς, γιατί όλο το καλοκαίρι η Γερμανία σάπισε με τις βροχές, και σαν επαρχιώτισσα πήρα την Κönigstraße, χωρίς χάρτη και βέβαιη πως δε θα χαθώ σε ένα τόσο μικρό μέρος –αλλά και αν χανόμουν δεν έτρεχε τίποτα- για να φτάσω στον Παρθενώνα των Βιβλίων. Ο κόσμος ήταν αραιός, η νεολαία που θα έβλεπα ώρες αργότερα να γεμίζει το μέρος δεν είχε ξυπνήσει, έτσι κάθισα με το βιβλίο μου κάτω από χιλιάδες άλλα βιβλία μέσα σε νάυλον, -κάποτε απαγορευμένα- και συνέχισα το διάβασμα, νιώθοντας κάπως παράξενα.

Έβλεπα με ανοιχτά τα μάτια έναν εφιάλτη. Κάποιος με πλησιάζει εκεί, στην πλατεία του Φρειδερίκου, μου αρπάζει το βιβλίο γιατί είναι απαγορευμένο και εγώ τον σκοτώνω. Το φονικό μου μικροσενάριο πήρε τέλος με την άφιξη πολύ διαφορετικών ομάδων επισκεπτών, οι μεν ηλικιωμένοι, μιλούσαν βαριά, στάθηκαν διερευνητικά και δεν ανέβαιναν τα σκαλιά προς τις κολώνες, οι άλλοι, μια ομάδα από μεσήλικες, πιο καλοντυμένοι και πιο ζωηροί που αμέσως άρχισαν να εξερευνούν τα βιβλία. Όλοι Γερμανοί. Όλοι διαφορετικοί. Οι πολίτες αυτής της χώρας, γράφει ο Β.Μ., «προσπαθούν να βρουν μια λογική ισορροπία ανάμεσα στην υπερβολική και στη λιγότερο υπερβολική μετάνοια, χωρίς μνήμη κινδυνεύουν να γίνουν τέρατα, με υπερβολική μνήμη κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν εγκληματικά στη φρίκη του παρελθόντος».

 documenta 14

Έχοντας κατά νου ότι σε αυτό το μέρος, στον Παρθενώνα, θα επέστρεφα ξανά και ξανά, πήρα τη διαπίστευσή μου από το απέναντι γραφείο και ακολούθησα τα βήματα του Β.Μ. προς την Ορανζερί. Φυσικά εκεί δεν υπήρχαν τα έργα που είχε τόσο ζωντανά περιγράψει, αλλά στα αυτιά μου ήχησε μια λειτουργία γνώριμη και έχασα τις ημέρες νομίζοντας πως είναι Κυριακή.

Μπήκα σε μια αίθουσα άδεια, στη δυτική πτέρυγα, και  μια μεγάλη οθόνη μετέδιδε στα σλάβικα ένα βυζαντινό ύμνο από τον Ιερό ναό της Αναλήψεως στο Νέο Κόσμο. Καλλιτέχνης ο Romuald Karmakar, σπουδαίος κινηματογραφιστής που μιλά για γενοκτονίες και την ανθρώπινη εξαθλίωση στα έργα του. Δεν έχει καμία σημασία να κάνω ανάλυση και σύνδεση με τα διπλανά δικά του έργα, αλλά εκεί νομίζω έχασα λίγο τη μπάλα και του χώρου και του χρόνου και φαντάστηκα το καβαφικό «η πόλη με ακολουθεί» και κάθισα ήσυχα- ήσυχα, το είδα λούπα τουλάχιστον πέντε φορές χωρίς να σκέφτομαι τίποτα.

ΒYZANTION (2017)
Agni Parthene (Greek version), Archimandrit Nikodimos, Ieros Naos Analipseos tou Kyriou Church, Neos Kosmos. Romuald Karmakar.

Μόνο όταν βγήκα έξω και απομακρύνθηκα με πιο ζωηρό βήμα -ενώ ακόμα άκουγα το μελωδικό ψαλμό σαν ψίθυρο που χόρευε στον αέρα από το ανοιχτό παράθυρο του περιπτέρου-, αναρωτήθηκα αν αυτό ήταν τέχνη και γιατί να μην είναι αν σε κάνει να νιώθεις λιγότερο καταθλιπτικά. «Ποιος είχε πει ότι η σύγχρονη τέχνη πάσχει από κατάθλιψη; Μόνο οι διανοούμενοι απολίτιστων και καταθλιπτικών χωρών σαν τη δική μου μπορούσαν να φτάσουν στο σημείο να σκέφτονται τέτοιες ανοησίες. Η Ευρώπη είχε πεθάνει, αλλά η τέχνη στον κόσμο ήταν πολύ ζωντανή, ήταν το μοναδικό ανοιχτό παράθυρο που απέμενε ακόμα και σε όσους αναζητούσαν τη σωτηρία του πνεύματος», γράφει ο Β.Μ.

Η τέχνη ήταν εντέλει μια ψυχολογική κατάσταση στη Ντοκουμέντα και αυτό το κατάλαβα όταν ακολούθησα μια ξενάγηση, αργότερα, στην Halle. Ήταν ένα έργο ίδιο με αυτό που είχα δει στην Αθήνα και η ξεναγός των Γάλλων μπροστά μου, έλεγε πράγματα που έμοιαζαν να βγαίνουν από το μηχάνημα της Google και όταν τελείωσε σκέφτηκα σαν τον Β.Μ. όταν τον είχαν ξεναγήσει πέντε χρόνια πριν σε ένα έργο του Ουίλιαμ Κέντριτζ που αναρωτήθηκε: «Τι σήμαινε αυτό που μου είπε πως ήταν το έργο; Εκείνη η ίδια καταλάβαινε τι μου έλεγε»; Το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω με άνεση την εξέλιξη του έργου και το ότι δεν κατάλαβα, μάλλον μου άνοιξε μια πόρτα.

Εγκλωβισμένη μπροστά στην ξεναγό-ειδικό, ενώ οι άλλοι -που την είχαν πληρώσει μάλλον-,  είχαν κάπως διασκορπιστεί στην αίθουσα, την κοίταξα με αμηχανία. Με κοίταξε αυστηρά και εγώ κούνησα το κεφάλι μου, σε μια κωμικοτραγική σκηνή που κανένας δεν ξέρει τι θέλει από τον άλλο. Μου έχει τύχει χιλιάδες φορές να μην μπορώ να κάνω ρούπι, αλλά «μάλιστα, μέχρι εδώ» μονολόγησα και η ωραία Γαλλίδα με κοίταξε περίεργα και κάπως διστακτικά, μη καταλαβαίνοντας προφανώς αν διατύπωσα μια απορία ή θαύμασα κάτι φωναχτά.

 documenta 14

Στο Κάσελ μπορείς «Να αλλάξεις τελείως τη ζωή σου σε δύο μέρες, χωρίς να σε ενδιαφέρει καθόλου τι έχει συμβεί προηγουμένως, απλώς να σηκωθείς και να φύγεις, στο κάτω-κάτω το σωστό είναι να φύγεις», γράφει ο Β.Μ.  Και αυτό έκανα. Με μια χορευτική σχεδόν στροφή, χωρίς κανένα φόβο μη γελοιοποιηθώ σκουντουφλώντας τον από πίσω μου φίλο της τέχνης, βγήκα και την εξήγηση θα την έβρισκα μόνη μου. Ή δε θα την έβρισκα ποτέ.

Οι μέρες μου στην Ντοκουμέντα πέρασαν περίπου μεταξύ έκπληξης, βαρεμάρας, ενδιαφέροντος, συγκίνησης, θαυμασμού και αποστροφής σε έργα και ανθρώπους. Περιφερόμουν σε μια πόλη αφιερωμένη στην πρωτοπορία ή τη σύγχρονη τέχνη ή ό,τι ήταν αυτό. Αναρωτήθηκα όπως ο Β.Μ. , «αν υπήρχε κάτι το όντως νέο ανάμεσα σε αυτά που είδα. Και η απάντηση ήταν όχι. Αλλά δεν είχε και τόση σημασία που αυτή ήταν η απάντηση».

Ακριβώς έτσι. Δε βαρέθηκα λεπτό, για μένα πια δεν είχε σημασία το γούστο ή η αισθητική, αλλά η γνώση που παράγει το κάθε έργο. Περπάτησα σε πάρκα, διέσχισα δρόμους, μπήκα σε μουσεία, εκκλησίες, διάβασα τρομακτικές προκηρύξεις, άκουσα βαρετές διαλέξεις, ενδιαφέρουσες διαλέξεις, πήρα μέρος σε μια περφόρμανς-καταστροφή, μίλησα με πωλήτριες, με ένα ράφτη Τούρκο που είναι εκεί πάνω από 30 χρόνια και φοβάται ακόμα, μια επιμελήτρια που επέμενε ότι η Αθήνα είναι η πιο ωραία πόλη στον κόσμο και δεν της χάλασα το χατίρι, μια Βιετναμέζα που έκανε μανικιούρ και ψεύτικα νύχια, είδα έργα που ξέχασα ήδη και έργα που δε θα ξεχάσω ποτέ, είδα τον ήλιο να πέφτει πίσω από έναν Παρθενώνα πολύ μακριά από την πόλη μου και προκηρύξεις του AFD.

Έφαγα όπου μου είχαν προτείνει και όπου μου είχαν πει να μην πατήσω το πόδι μου και χάζεψα ατέλειωτες ώρες τα αγάλματα της Μάτα Χάρι που υπήρχαν στο ξενοδοχείο μου, χωρίς να καταλάβω ποτέ τη σύνδεση που υπήρχε με την κατάσκοπο. Ένα βράδυ κατατρόμαξα έξω από το μουσείο των Γκριμ γιατί σκέφτηκα πως η πόλη μπορεί να είναι πιο αιμοσταγής από όσο δείχνει, που δεν έδειχνε καθόλου δηλαδή. Είναι μια πόλη που έχει συνηθίσει να βλέπει περίεργους τύπους, εκκεντρικούς τύπους, αδιάφορους ή νευρικούς επισκέπτες, ζει από αυτούς και αυτό δε θα σταματήσει, γιατί υπάρχει εν τέλει μια συνεννόηση μεταξύ όλων και αυτό το καταφέρνει αποκλειστικά η ύπαρξη της τέχνης.

Λιακάδα έξω από την Halle.

Λιακάδα έξω από την Halle

Neue Gallerie

Neue Gallerie

Beatriz González, Telón de la móvil y cambiante naturaleza (Drop curtain of mobile and changing nature, 1978), Acrylic on canvas 7 × 12 m, Neue Neue Galerie (Neue Hauptpost), Kassel.

Το Κάσελ ήταν ένα ψηφιδωτό ενθουσιασμού, είναι εμπειρίες και αναμνήσεις και σκέψεις, χωρίς αυτές δε θα μου άρεσε καθόλου να ζω. Ο Ενρίκε Βίλα Μάτας μου χάρισε μια απολαυστική διαμονή, με έβγαλε από αγκυλώσεις και δισταγμούς με το πανέξυπνο μυθιστορηματικό ρεπορτάζ για τη συμμετοχή του στην Ντοκουμέντα. Όσα μου έμαθε ο Ενρίκε Βίλα Μάτας για τη Ντοκουμέντα δε μου τα έμαθε κανείς, σε υπόγεια, ισόγεια, σπαρακτικές συνθέσεις, αναλύσεις και φιλοσοφημένα δοκίμια, σε συζητήσεις για την πρωτοπορία και την έλλειψή της σε καβγάδες για το τι προηγείται και τι έπεται της εποχής μας.

Μου έμαθε μέσα από τη γενναιοδωρία, το νεανικό πνεύμα και τους φόβους του, να κυκλοφορώ σε ένα άγνωστο μέρος, με μια ελευθερία απερίγραπτη. Με μια φράση, έμαθα τι μπορεί να κάνει η τέχνη όταν την αφήσεις ήσυχη. Νομίζω αυτή την ελευθερία δεν την είχαμε στην Αθήνα. Λυπάμαι, που δε μάθαμε τίποτα από τη Ντοκουμέντα, γιατί δε την αφήσαμε στιγμή ήσυχη.

 documenta 14

Η Documenta 13 πραγματοποιήθηκε από τις 9 Ιουνίου έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2012. Πέρα από το Κάσελ, παράλληλες εκδηλώσεις έλαβαν χώρα στην Καμπούλ (Αφγανιστάν), την Αλεξάνδρεια και το Κάιρο (Αίγυπτος) και στο Μπανφ του Καναδά. Στη Documenta 13 πήραν μέρος 194 καλλιτέχνες από όλον τον κόσμο και οι επισκέπτες έφτασαν τους 904.992.

Η Documenta 14 πραγματοποιήθηκε από τις 8 Απριλίου έως τις 17 Σεπτεμβρίου 2017, σε 47 εκθεσιακούς χώρους στην Αθήνα και στο Κάσελ. Πήραν μέρος περισσότεροι από 160 καλλιτέχνες και δέχτηκε περισσότερους από 1.000.000 επισκέπτες (891.000 στο Κάσελ και 339.000 στην Αθήνα), γεγονός που την καθιστά, την έκθεση σύγχρονης τέχνης με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα όλων των εποχών.

Το βιβλίο «Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική», του Enrique Vila-Matas σε μετάφραση Νάννας Παπανικολάου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.