Αν και πριν τη θέαση της παράστασης αναρωτιόμουν ποιος ο «λόγος» να μεταφερθεί στο σανίδι η περιβόητη χολιγουντιανή ταινία των 60’s «Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέιν;»(«What ever happend to Baby Jane?»), δεν έφευγε από το πίσω μέρος του μυαλού μου πως πάντα υπάρχει ένας λόγος να ανεβεί οτιδήποτε: η χαρά της δημιουργίας, που οδηγεί σε ένα απολαυστικό σκηνικό δημιούργημα. Ακόμη κι όταν, εν προκειμένω, η δημιουργία αφορά μια ταινία που πήρε την αξία που πήρε και χαρακτηρίστηκε ήδη από την εποχή της «cult», κυρίως λόγω της συνάντησης δύο «ιερών τεράτων» της έβδομης τέχνης, δύο μεγάλων κυριών της, της Τζόαν Κρόφορντ και της Μπέτι Ντέιβις, που τις ένωνε μια αξιοσημείωτη έχθρα. Αν και η ταινία στην οποία οφείλουν την -πρώτη και τελευταία- συνύπαρξη επί της οθόνης βασίστηκε σε προϋπάρχον μυθιστόρημα (του Χένρι Φάρελ), το σενάριο μοιάζει πραγματικά να γράφτηκε γι’ αυτές, εμπνεόμενο από τη μεταξύ τους, βιτριολική, σχέση. (Στο story, που ισορροπεί μεταξύ μαύρης κωμωδίας και θρίλερ με ψυχαναλυτικές αποχρώσεις, η Μπέημπι Τζέιν, άλλοτε παιδί-θαύμα, έχει αναλάβει τη φροντίδα της παράλυτης πλέον, επίσης ηθοποιού, αδερφής της, Μπλανς. Έχοντας δει την καριέρα της να χάνεται στη σκιά της λαμπερής σταδιοδρομίας της Μπλανς επιδίδεται σε ένα παρανοϊκό παιχνίδι εξόντωσής της).

Ρούλα Πατεράκη

Η σκηνική κατάθεση του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη, όμως, δεν στέκεται ικανή να δικαιολογήσει το εγχείρημα. Αρχικά, η παράσταση διαθέτει μια αξιοσημείωτη -και υποσχόμενη- διανομή στους δύο βασικούς ρόλους της (Ρένη Πιττακή, Ρούλα Πατεράκη), που «ιδιοσυγκρασιακά» αλλά και ως φιγούρες μοιάζουν ιδανικές επιλογές – ακολουθώντας πάντως τα βήματα της ταινίας: η Ρένη Πιττακή, πανέμορφη ντάμα (και σε αυτή την ηλικία), υποδύεται το ρόλο της Κρόφορντ/ Μπλανς, ενώ η χαρακτηριστική περσόνα της Πατεράκη αναλαμβάνει τη λοξή προσωπικότητα της Ντέιβις/Τζέιν.

Η παράσταση της «Μπέημπι Τζέην» είναι μια αδιάφορη, αν όχι ατυχής, στιγμή

Η παράσταση όμως διακατέχεται από δυο βασικές παρερμηνείες: την εντύπωση/πεποίθηση πως η σκηνοθεσία αρκεί να ακολουθήσει/αντιγράψει την κινηματογραφική εκδοχή για να σταθεί στο σανίδι και πως, ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, οι ηθοποιοί φτάνουν για να πάρουν την παράσταση πάνω τους. Ευσεβής πόθος. 

Το πρόβλημα με τη σκηνοθετική απουσία δεν είναι πως δε βλέπουμε επί σκηνής κάτι «διαφορετικό» σε σχέση με την ταινία (παρά μόνο ελάχιστες διαφοροποιήσεις που τις υπαγορεύει κυρίως η αλλαγή του κώδικα από τον κινηματογράφο στο θέατρο) -αυτό δεν είναι απαραιτήτως το ζητούμενο-, αλλά πως άφησε την παράσταση ακαθοδήγητη, χωρίς στίγμα – και, τουλάχιστον τη μέρα που την παρακολούθησα, χωρίς καν ρυθμό. Ο σκηνοθέτης αρκέστηκε στη δημιουργία κλίματος αγωνίας και έντασης με τη συμβολή της πρωτότυπης δραματικής μουσικής του Γιάννη Χριστοδουλόπουλου και σε μια ευπρεπή σκηνική παραγωγή, όπου του αναλογεί και μέρος της ωραίας όψης (μαζί με τη Μαίρη Τσαγγάρη στα σκηνικά).

Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέιν; ©Μιχάλης Κλουκίνας

©Μιχάλης Κλουκίνας

Οι δύο βασικές ηθοποιοί έχουν αφεθεί στις δικές τους δυνάμεις, αλλά μοιάζουν ξεψυχισμένες, ενίοτε περισσότερο δραματικές απ’ ό,τι επιτρέπει το βιτριολικό χιούμορ του σεναρίου και στηρίζονται μάλλον σε μια επιφανειακή εικόνα του ρόλου τους· η μεν Πιττακή μένει στο δραματικό ύφος που διέπει το ρόλο, αλλά μοιάζει να είναι ανεκμετάλλευτη σκηνικά, η δε Πατεράκη αμφιταλαντεύεται μεταξύ «παιδικότητας» και μοχθηρίας, αλλά εμφανίζεται επιτηδευμένη και στα δύο. (Οι υπόλοιποι ρόλοι καταλήγουν μάλλον διεκπεραιωτικοί, με εξαίρεση την ωραία εμφάνιση του Αλέξιου Διαμαντή στο ρόλο του Έντουιν.) Χρεώνω όμως το υποκριτικό αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο στην απουσία του σκηνοθέτη.

Εν μέσω των εκατοντάδων παραστάσεων της σεζόν που διεκδικούν την προσοχή μας, η παράσταση της «Μπέημπι Τζέην» είναι μια αδιάφορη, αν όχι ατυχής, στιγμή. Δεν αρκεί που το promo επισημαίνει πως πρόκειται για την παγκόσμια θεατρική πρεμιέρα, πριν λάβουν χώρα οι αντίστοιχες σε Βρετανία και ΗΠΑ. Εντέλει, το αποτέλεσμα μετράει.

Info παράστασης: Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέην, σε σκηνοθεσία Απόλλωνα Παπαθεοχάρη | 14 Δεκεμβρίου 2016 – 12 Φεβρουαρίου 2017 | Θέατρο Σφενδόνη