Από την ανακοίνωση του σκεπτικού του προγράμματος του Διεθνούς (πλέον) Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου από τον curator (και όχι καλλιτεχνικό Διευθυντή) του, Γιαν Φαμπρ, θύελλα αντιδράσεων έχει ξεσηκωθεί, τόσο από τους ίδιους τους Έλληνες δημιουργούς, όσο και από το κοινό. Αιτία, ο αποκλεισμός της ελληνικής δημιουργικής σκηνής από το Φεστιβάλ για το πρώτο έτος, καθώς θα είναι αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στο Βέλγιο και στις δημιουργίες του ίδιου του Φαμπρ. Πόσο βάσιμες είναι οι ενστάσεις που προβάλλονται; Ποια είναι τα ερωτήματα που δεν έχουν απαντηθεί και ποια θέματα δεν έχουν καν τεθεί σε όλη αυτή τη συζήτηση; Πέντε αρθρογράφοι του ελc (Χρήστος Γραμματίδης, Σοφία Ευτυχιάδου, Τώνια Καράογλου, Αργυρώ Μποζώνη, old boy) επιχειρούν να δώσουν τη δική τους οπτική για το ζήτημα, με ψύχραιμη ματιά και ενόσω το θέμα φαίνεται να βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.

Χρήστος Γραμματίδης

Κατά τη γνώμη μου είναι λανθασμένη η λογική της «ψωροκώσταινας» η οποία διαπνέει τη συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ της διοίκησης του Υπουργείου Πολιτισμού και του Γιαν Φαμπρ, αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη (το επισημαίνω το πόσο σπουδαίος είναι γιατί διαβάζουμε διάφορα). Είναι άλλο να θες ένα Φεστιβάλ που να κοιτά προς τα έξω, προς τον κόσμο, θέλοντας να μην είσαι επαρχιώτης και είναι άλλο να φέρεσαι σαν κομπλεξικός ιθαγενής που περιμένει από τους ξένους να του φέρουν τις πολύχρωμες χάντρες τους.

«Για άλλη μια φορά μείναμε στα πρόσωπα, σκοτωθήκαμε για τα πρόσωπα, τον τάδε ή τον δείνα και κανείς δε μίλησε για το θεσμό»

Την ίδια στιγμή, με ενοχλεί και η επιχειρηματολογία που βλέπω να αναπτύσσεται για τους «ανέργους Έλληνες ηθοποιούς και σκηνοθέτες». Το Φεστιβάλ (το κάθε φεστιβάλ) δεν είναι ο ΟΑΕΔ ούτε υποκαθιστά τις κομμένες επιχορηγήσεις. Δεν είναι αυτή η δουλειά του. Ίσως μάλιστα αυτή η λογική «δώσε κάτι και σε μένα μπάρμπα να έχω δουλίτσα» να ήταν αυτή που το χαντάκωνε και στο παρελθόν. Το θέμα είναι περίπλοκο αλλά το λάθος είναι πάντα το ίδιο: για άλλη μια φορά μείναμε στα πρόσωπα, σκοτωθήκαμε για τα πρόσωπα, για τον Λούκο, τον Φαμπρ, τον τάδε ή τον δείνα και κανείς δε μίλησε για το θεσμό. Πολιτιστική πολιτική στα κουτουρού. Comme d’ habitude.

ӵ흭�破�ﵠ흯�뫩�骯�赭�ﵠū맭骯�颜렊an Fabre, �Աߴ砲9 ̡�16. (EUROKINISSI/ÉM͇ӠЁ́ÏЏՋϓ)

Σοφία Ευτυχιάδου

Μια συνέντευξη τύπου που δημιούργησε θόρυβο, θυμό, αντικρουόμενες απόψεις και σίγουρα περισσότερα ερωτήματα από αυτά που απάντησε. Καταθέτω ορισμένα:

– Τι ελλοχεύει πίσω από τη χαμένη στη μετάφραση επικοινωνία και τους τίτλους «διευθυντής» vs «επιμελητής» του φεστιβάλ;

– Ένας καλλιτεχνικός διευθυντής του πιο σημαντικού φεστιβάλ μιας χώρας μπορεί ή ακόμη και οφείλει να επηρεάζει καθοριστικά την ανύπαρκτη πολιτιστική πολιτική της;

– Είναι ζητούμενο ένα Διεθνές Φεστιβάλ να συνομιλεί με το κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι του τόπου διεξαγωγής του; Το σκίτσο του προγράμματος που ανακοινώθηκε θα μπορούσε να λειτουργήσει σε οποιαδήποτε άλλη πόλη ή χώρα;

«Η άγνοια του εγχώριου πολιτιστικού χάρτη δικαιολογεί την ακύρωση της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας;»

– Η άγνοια του εγχώριου πολιτιστικού χάρτη δικαιολογεί την ακύρωση/περιχαράκωση της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας;

– Πού τελειώνει η αυτοαναφορικότητα, πώς ορίζεται η πολυφωνία στη δραματουργία ενός φεστιβάλ και ποια τα όρια ανάμεσα στην εκπαίδευση και τη μύηση;

Η πρόθεση του σπουδαίου δημιουργού Γιαν Φαμπρ είναι ηχηρή και ειλικρινής. Ωστόσο, it takes two to tango… Και κάτι ακόμη: Έχω την αίσθηση ότι οι ιστορικοί του μέλλοντος, μελετώντας τη δυναμική του σημερινού πολιτιστικού χάρτη της χώρας ενδέχεται και να διερευνήσουν θέματα που σχετίζονται με αυτό που λέγεται …«πολιτιστική διπλωματία».

A8094

Τώνια Καράογλου

Ο κάθε διευθυντής έρχεται με το όραμά του κι έτσι η απόφαση του Φαμπρ για ένα Διεθνές Φεστιβάλ στη θέση του Ελληνικού δεν θα έπρεπε να απορρίπτεται. Το θέμα δημιουργείται με το ότι το Φεστιβάλ δεν γίνεται διεθνές, ειδικά φέτος, αλλά μάλλον πρόκειται για ένα τοπικιστικού ενδιαφέροντος φεστιβάλ, που απλώς μεταφέρεται «εκτός έδρας». Και σίγουρα ξενίζει και η, έντονα αυτοαναφορική, δική του παρουσία σε κάθε επόμενο χρόνο του προγραμματισμού.

Είναι ειλικρινές που παραδέχεται την άγνοιά του για τα της Ελλάδας, αν και θεωρώ πως το ελάχιστο καθήκον του ήταν να ενημερωθεί, στοιχειωδώς έστω, για τα καλλιτεχνικά δεδομένα της χώρας όπου ανέλαβε μια τέτοια θέση. Θέλω να πιστεύω πως είτε από προσωπικό ενδιαφέρον είτε από πρωτοβουλία των αρμοδίων θα κατατοπιστεί σύντομα για το (υψηλό) επίπεδο του θεάτρου μας. Επιπροσθέτως, αποδεικνύεται «κλειστός» και στα της Ευρώπης, αποκλείοντας κι άλλους καλλιτέχνες που σίγουρα γνωρίζει. Και ο Λούκος, βέβαια, είχε έρθει με ευρωπαϊκή ατζέντα, αλλά την άνοιξε από την αρχή σε αρκετούς (το ότι επί δεκαετίας η βεντάλια του έμεινε στις ίδιους πάνω κάτω -αυτούς που προτίθεται να καλέσει και ο Φαμπρ- είναι θέμα για άλλη συζήτηση).

«Προσοχή λοιπόν στην ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην ανάγκη ύπαρξης ενός φεστιβάλ ανοιχτού στην ελληνική δημιουργία και στο έχασα τη δουλίτσα μου»

Όσον αφορά την ελληνική παραγωγή, το θέμα ξεφεύγει από την πρόσληψή της ως μια «θερινή θεατρική δραστηριότητα». Το Φεστιβάλ, ούτως ή άλλως δέκτης των ερεθισμάτων της εκάστοτε εποχής, έφτασε τα τελευταία χρόνια να αντικατοπτρίζει τη θέση των Ελλήνων δημιουργών στο ευρύτερο πολιτιστικό και πολιτικό γίγνεσθαι• είναι δυσάρεστο να στερούνται αυτή την πλατφόρμα δημιουργίας – που λειτουργούσε, παράλληλα, κι ως μία από τις ελάχιστες εναπομείνασες πηγές βιοπορισμού.

Η παραπάνω παράμετρος, δεν είναι αμελητέα, σε μια χώρα που έχει κάνει κανόνα την απλήρωτη καλλιτεχνική εργασία. Είναι, όμως, σημαντικό να διαχωριστεί αυτό από τη δημιουργία οποιασδήποτε υπόνοιας πως μερίδα των Ελλήνων καλλιτεχνών βλέπουν το φεστιβάλ σαν ένα είδος «τσιφλικιού» το οποίο άλλαξε χέρια και τους άφησε απ’ έξω. Εξάλλου, υπάρχουν αρκετοί αξιολογότατοι δημιουργοί που δεν βρήκαν πόρτα για το φεστιβάλ ούτε επί Λούκου. Προσοχή λοιπόν στην ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην ανάγκη ύπαρξης ενός φεστιβάλ ανοιχτού στην ελληνική δημιουργία -που δεν πρέπει να εξαντλείται στους ίδιους συνεχώς- και στο «έχασα τη δουλίτσα μου».

img_95881459248845-1024x683

Αργυρώ Μποζώνη

Το θέμα είναι σε εξέλιξη, οπότε θα διατυπώσω κάποιες πρώτες σκέψεις:

Η απουσία των Ελλήνων καλλιτεχνών είναι εξωφρενική. Ασχέτως με το αν συμβαίνει και σε μια πολύ δύσκολη στιγμή του θεάτρου. Η ανακοίνωση έγινε με τρόπο που δημιουργεί κλίμα διχαστικό. Οι Έλληνες από τη μια και οι Φλαμανδοί από την άλλη. Επαναφέρει προβλήματα ελληνικότητας του φεστιβάλ και από πίσω θα ακολουθήσουν οι γνωστές συντηρητικές φωνές οι οποίες ακούγονταν και επί Λούκου.

Η αντίληψη ότι το φεστιβάλ έρχεται να υποκαταστήσει θεσμούς και δομές  που δεν έχουν δημιουργηθεί εδώ και χρόνια και εννοώ σαφώς τις επιχορηγήσεις, οδηγεί το φεστιβάλ σε μια ακόμα ανακύκλωση του εαυτού του. Δίπλα στην άποψη ότι η απουσία των καλλιτεχνών από το φεστιβάλ τούς στέλνει στην ανεργία, υποβαθμίζει το ρόλο του. Εξάλλου, κανείς δεν είχε εξασφαλίσει τη θερινή του εργασία στο φεστιβάλ και αν ήταν βέβαιος για αυτή, τότε το φεστιβάλ είχε πρόβλημα.

«Η λέξη “διεθνές” να ξεκινά από τον πυρήνα της ελληνικής δημιουργίας και όχι αντιστρόφως»

Κάτω από δύσκολες συνθήκες και καθεστώς πίεσης είναι απαραίτητο να ανοίξει μια έντιμη και ανοιχτή συζήτηση που θα οδηγήσει όχι για άλλη μια φορά σε μια παρέλαση παραστάσεων, δίπλα στις 1.000 του χειμώνα, αλλά στο άνοιγμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην ελληνική και τη διεθνή αγορά. Η λέξη διεθνές να ξεκινά από τον πυρήνα της ελληνικής δημιουργίας και όχι αντιστρόφως. Η ανανέωσή του να έρχεται μέσα από μια θεματική και ένα περιεχόμενο που να τους εξασφαλίσει και μια μίνιμουμ οικονομική ανεξαρτησία. Οπότε χρειάζεται μια γενική και συνολική πρόταση για το θεσμό. Αλλιώς αν ο Φαμπρ ή κάθε καλλιτεχνικός διευθυντής, καλέσει δέκα ομάδες και θιάσους φέτος και 20-30 την επόμενη χρονιά, η συζήτηση θα σταματήσει ξανά γεννώντας τις γνωστές πικρίες και τους ανταγωνισμούς των περασμένων ετών.

img_95881459248845-2-1024x683

Old boy

Σπεύδοντας να διευκρινίσω ότι δεν είμαι καθόλου γνώστης του καλλιτεχνικού χώρου που αφορά το επίμαχο θέμα, θα σταθώ σε μια πλευρά της παρουσίασης του Γιαν Φαμπρ, η οποία δεν συζητήθηκε όσο οι υπόλοιπες. Στο σημείωμά του, κυρίαρχη θέση έχει η πολυπολιτισμικότητα, φωτίζεται ιδιαίτερα η πολυπολιτισμική σύνθεση της κοινωνίας του Βελγίου και αναδεικνύεται μια στιγμή, που το 2014, με όχημα την ποδοσφαιρική Εθνική Βελγίου, «η απάντηση στο τι σημαίνει να είσαι κομμάτι αυτού του κόσμου, τι σημαίνει να είσαι Ευρωπαίος, τι σημαίνει να είσαι Βέλγος φαινόταν πολύ σαφής».

«Ένα άλλο θέμα είναι το για ποιο «βελγικό πνεύμα», για ποιο Βέλγιο και για ποια Ευρώπη μιλάμε»

Παρά ταύτα, δεν προκύπτει κατά πόσο αντιδιαστέλλεται αυτή η στιγμή με τη σημερινή. Το σημείωμα μοιάζει να έχει γραφτεί όχι μόνο πριν το πρόσφατο χτύπημα στις Βρυξέλλες, αλλά σαν να καθρεφτίζει παλιότερες εποχές, σαν να έχει αποκοπεί από το σήμερα της επίσημης πλειοψηφικής Ευρώπης των φρακτών και των κλειστών συνόρων από τη μία πλευρά και από την άλλη της ανεπίσημης μειοψηφικής Ευρώπης που γέννημα – θρέμμα πολίτες της την αρνούνται συνολικά κι επιλέγουν να στραφούν προς τον ΙSIS. Είναι συνεπώς ένα θέμα σε ποιο βαθμό το σήμερα του Φεστιβάλ θα είναι διεθνές και σε ποιο ελληνικό, ένα δεύτερο είναι ο μονοθεματικός εντοπισμός στο Βέλγιο τον πρώτο τουλάχιστον χρόνο και ένα τρίτο διαφορετικό είναι για ποιο «βελγικό πνεύμα», για ποιο Βέλγιο και για ποια Ευρώπη μιλάμε, για το σε ποιο δηλαδή βαθμό ο πολιτισμός των Φεστιβάλ, πολυπολιτισμικός ή μη, διαλέγεται με την κοινωνία και την Ιστορία ή με τον εαυτό του.

Διαβάστε επίσης:

«Ο Γιαν Φαμπρ νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών»

«Ένας αιρετικός έρχεται στο Μεσαίωνα», από τον Χρήστο Γραμματίδη

«Φεστιβάλ Αθηνών μέσω Βελγίου», από την Έλενα Γαλανοπούλου

«Μια ματιά στο Φαμπριανό σύμπαν του Διεθνούς Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου»