Λίγο πριν μπεις στο δωμάτιο, η υπάλληλος σε ενημερώνει ότι ο μέγιστος χρόνος παραμονής είναι δέκα λεπτά χωρίς αυτό να είναι αυστηρό. Τη ρωτώ αν πρέπει να προσέξω κάτι συγκεκριμένο ή αν υπάρχει κάτι που απαγορεύεται να κάνω, ξεχνώντας προς στιγμή ότι όλες αυτές οι new age περφόρμανς σου επιτρέπουν ένα πολύ ελεύθερο πεδίο δράσης, πράγμα που συνεπάγεται και μεγαλύτερη ελευθερία στην ερμηνεία αυτού που πρόκειται να βιώσεις. “Θα καταλάβετε”, μου απαντά κοφτά και ευγενικά, δείχνοντας με το βλέμμα της προς τα πού πρέπει να κατευθυνθώ.

Πριν ανοίξω την πόρτα, σκέφτομαι τα λόγια μιας κυρίας που μπήκε στο δωμάτιο πριν από μένα.”Να πλησιάσετε πολύ κοντά στην οθόνη, μη το φοβηθείτε”, προέτρεπε την παρέα της. Αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή της, γιατί μου ακούστηκε αρκούντως τολμηρή. Μπαίνω σ’ ένα λευκό, άδειο δωμάτιο. Η τεραστίων διαστάσεων προβολή που καταλαμβάνει ολόκληρο τον απέναντι τοίχο τραβά αμέσως την προσοχή σου.

Στέκομαι ακίνητος και παρατηρώ. Έχω ήδη διαβάσει και ξέρω ότι βρίσκομαι σ’ ένα θορυβώδες εργοστάσιο στην Χανγκτσόου της Κίνας. Κι αυτό να μην ήξερα, μόνο και μόνο ο τίτλος της εγκατάστασης, “Hangzhou”, σου δίνει μόνος του την απάντηση. Οι μηχανές του εργοστασίου δουλεύουν ακατάπαυστα και κάνουν αρκετό θόρυβο. Ο χώρος δείχνει ασφυχτικός. Δεν υπάρχει πουθενά παράθυρο, ενώ το πάτωμα είναι βρώμικο. Γύρω στις πέντε με έξι γυναίκες στέκονται όρθιες μπροστά από το μηχάνημα και δουλεύουν, εκτός από μία, η οποία είναι στραμμένη προς το μέρος μου και με κοιτά.

Προχωρώ κάποια βήματα μπροστά, το ίδιο και η γυναίκα της οθόνης. Βγάζω το backpack μου και το αφήνω στο πάτωμα. Παρατηρώ ότι κάνει ακριβώς την ίδια κίνηση. Πηγαίνω πέντε βήματα αριστερά και με ακολουθεί. Άλλα πέντε δεξιά. Το ίδιο. Πλησιάζω προς την οθόνη, πλησιάζει κι εκείνη. Στο μυαλό μου έρχεται αυτό το ανόητο παιχνίδι που κάναμε μικροί, όταν για να εκνευρίσουμε κάποιον αρχίζαμε να μιμούμαστε ακριβώς τα λόγια και τις κινήσεις του.

Η γυναίκα αυτή, όμως, δεν δείχνει τόσο να θέλει να με μιμηθεί. Μάλλον μου κάνει ξεκάθαρο ότι με παρακολουθεί κι εκείνη, ότι είναι παρούσα στη στιγμή. Η αρχική – σχεδόν αυτόματη- αντίδραση μου να πάρω τον ρόλο του θεατή μπροστά σ’ αυτό που προβάλλεται μπροστά μου, έχει πλέον χαθεί. Σ’ αυτό το δωμάτιο δεν θα δω κάτι σαν εξωτερικός θεατής. Αντιθέτως, θα πρέπει να συμμετέχω ενεργά.

Αφού περνάμε κάποια λεπτά αλληλεπίδρασης, ανταλλάζοντας ίδιες κινήσεις και νεύματα, φοράει στ’ αυτιά ένα ζευγάρι ακουστικά που αμέσως απομονώνουν τον ήχο των μηχανών του εργοστασίου. Με ένα γνέψιμο με καλεί προς το μέρος της. Αρχίζω να περπατώ προς την οθόνη ενώ εκείνη έχει ήδη ξαπλώσει στο πάτωμα. Δείχνει να θέλει να κάνω το ίδιο κι εγώ. Αδιαφορώ στην αρχή, αλλά επιμένει. Πιάνω τον εαυτό μου να είναι φοβικός ως προς αυτού του τύπου τη διάδραση. Ξέρω ότι πρόκειται μόνο για ένα βίντεο, αλλά εκείνη δείχνει αναμφίβολα παρούσα. Λες και είμαι μέσα στο εργοστάσιο. Λες και είναι μέσα στο δωμάτιο.

Αποφασίζω να ξεπεράσω τη συστολή μου – την χαρακτηρίζω από μέσα μου ανόητη – και ξαπλώνω. Με κοιτά και δείχνει να χαμογελά. Είναι, όντως, χαρούμενη; Μα πώς μπορεί; Δουλεύει μέσα στη σκόνη, σε άθλιες συνθήκες εργασίας, τη στιγμή που πολλοί στην ηλικία της έχουν επιλέξει την αυτοκτονία. Δεν μπορώ να ερμηνεύσω τη χαρά της, αν και μ’ αρέσει. Βρίσκω κάπως επαναστατικό και αισιόδοξο το χαρούμενο βλέμμα της, τη διάθεση της για ουσιαστική επαφή, μέσα σε μια γενική μαυρίλα.

Πριν το πράγμα προλάβει να γίνει βαρετό ή υπέρ του δέοντος συναισθηματικό, η γυναίκα σηκώνεται και γυρίζει στη δουλειά της. Βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, δεν αισθάνομαι την “ενοχή ενός δυτικού για τις άθλιες συνθήκες εργασίας στην Κίνα”, όπως θα ακούσω να λέει κάποιος κύριος. Περισσότερο, μια αίσθηση ανακούφισης ότι μέσα σε τέτοιες συνθήκες κάποιος μπορεί να χαμογελά. Μήπως είμαι συναισθηματικά ανάπηρος;

Ντρις Βερχούφεν

“Οι Έλληνες δεν έχετε κανένα φόβο να εκτεθείτε συναισθηματικά απέναντι σ’ αυτό που βλέπετε. Αντίθετα οι Ελβετοί ή οι Γερμανοί το βιώνουν περισσότερο εγκεφαλικά, ψάχνοντας λογικές εξηγήσεις”, μας λέει ο Ντρις Βερχούφεν, που περιμένει έξω.

Ο Ολλανδός καλλιτέχνης που πριν ένα χρόνο είχε παρουσιάσει το «Phobiarama», ένα «στοιχειωμένο» μαύρο σπίτι που στήθηκε στην πλατεία Συντάγματος στο πλαίσιο του Fast Forward Festival της Στέγης, ήρθε ξανά στην Ελλάδα με τα “Τοπία Ενοχής”, αυτή τη φορά στο πλαίσιο των δράσεων “Άνοιγμα στην Πόλη” του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών με το πρώτο από τα τέσσερα επεισόδια ενός έργου που δημιούργησε το 2016, κατόπιν ανάθεσης από διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις.

Τι τον οδήγησε, όμως, στη δημιουργία αυτού του έργου, που κινείται μεταξύ εγκατάστασης και performance;

“Πριν λίγο καιρό έκανα ένα ταξίδι σε μια από τις λεγόμενες χώρες του τρίτου κόσμου. Συναντώντας ανθρώπους, κατάλαβα ότι προτού καν μου μιλήσουν, τους αντιμετώπιζα σαν θύματα. Και η δική τους στάση ήταν σαν να μου έλεγαν “Α, ναι, μάλλον με βλέπεις κι εσύ όπως μας παρουσιάζουν στις ειδήσεις των 8, προκειμένου να κερδίσουν λίγη παραπάνω τηλεθέαση και να σας κάνουν να “χωνέψετε” καλύτερα την κατάστασή μας, αλλά…”.

Μια άλλη μέρα, συνάντησα σε μια παραλία ένα νεαρό αγόρι, εργάτη του σεξ, που ήθελε να μου πουλήσει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής. Προσπάθησα να τον “συνετίσω”, εξηγώντας του ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό και ότι μπορεί να κερδίσει χρήματα χωρίς να αναγκάζεται να ξοδεύει το σώμα του. Η αντίδραση του ήταν αφοπλιστική. “Ξέρεις έχω ανάγκη τα λεφτά για τις σπουδές μου. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την πορνεία. Ποιος είσαι εσύ από τη Δύση που θες να με πατρονάρεις;”. Τότε κατάλαβα ότι αυτό το 16χρονο αγόρι ήταν θύμα μόνο στα δικά μου μάτια. Ο ίδιος αισθανόταν καλά μ’ αυτό, χωρίς να νιώθει ότι κάνει κάτι περίεργο. Κι αυτό είναι μια πραγματικότητα”, λέει ο Βερχούφεν.

Ένα ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί επέλεξε να φέρει τον επισκέπτη τόσο κοντά στο έργο τέχνης, επιτρέποντας του ένα ελεύθερο πεδίο επαφής μ’ αυτό. Γιατί αυτή η πρόσωπο με πρόσωπο διάδραση; Υιοθετεί σαν νέος καλλιτέχνης ένα πρωτοποριακό μοντέλο δημιουργίας, μακριά από τα όρια που χωρίζουν το έργο τέχνης από τον θεατή ή είναι κάτι παραπάνω;

“Για μένα είναι μια πρόκληση να νιώσεις κοντά και οικεία με το έργο τέχνης. Περισσότερο να αισθανθείς το “μαζί”, μας εξηγεί ο Βερχούφεν.”Όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν σου είναι οικεία, η πρώτη αντίδραση που έχεις είναι να δοκιμάσεις να έρθεις σ’ επαφή μ’ αυτή, να κάνεις ερωτήσεις. Από την άλλη, το γεγονός ότι είσαι τόσο κοντά στην οθόνη, είναι ικανό να σε κάνει να ξεχάσεις το τοπίο και την κατάσταση που διαδραματίζεται εκεί. Η γυναίκα καλεί τον επισκέπτη να έρθει κοντά της, να επικοινωνήσουν σ’ ένα ανθρώπινο επίπεδο. Τόσο απλά”.

Αναλύοντας την επιλογή του να παρουσιάσει αυτά τα συγκεκριμένα τοπία και όχι κάποια άλλα, αντιλαμβάνεσαι μια σκοπιμότητα: “Με ενδιαφέρει η αμφισημία αυτών των τοπίων. Το γεγονός ότι δεν είναι ούτε ακριβώς όμορφα, αλλά ούτε και άσχημα. Από τη μία, έχουμε να κάνουμε με ένα εργοστάσιο στην Κίνα, όπου οι συνθήκες εργασίας είναι απαίσιες, πράγμα που δεν μας αρέσει να έχουμε στην Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτό το εργοστάσιο έχει στην είσοδο του εκατοντάδες γυναίκες που περιμένουν στην ουρά για να εργαστούν εκεί. Αν τις ρωτήσεις αν ζουν σαν θύματα, η απάντηση θα είναι αρνητική, ακριβώς γιατί έχουν μια καλύτερη ζωή από αυτή που είχαν πριν από 20 χρόνια. Με μικρά βήματα, η κοινωνία εξελίσσεται. Οι εικόνες που έρχονται στα μάτια ενός Δυτικού από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης μας καλούν να τις αντιμετωπίσουμε ως προβληματικές. Αυτό συμβαίνει γιατί πάντα τις συνδέουμε με την εικόνα που έχουμε για τη δική μας πραγματικότητα. Αν το σκεφτεί κανείς λογικά, αυτός είναι ένας εξαιρετικά λανθασμένος τρόπος για να σχηματίσουμε μια γνώμη πάνω σ’ ένα θέμα”.

“Η εικόνα ενός εργαζόμενου σ’ ένα άθλιο εργοστάσιο της Κίνας σε κάνει να βλέπεις το προφανές. Γιατί, όμως, δεν βλέπουμε τους ανθρώπους με τα καλά και τα κακά τους; Γιατί τους αντιμετωπίζουμε σαν κομμένα κομμάτια ενός χαρτιού ή σαν καρτούν ή απλώς σαν κάποιον που υποφέρει. Ίσως πράγματι να βρίσκονται σε μια δύσκολη κατάσταση, αλλά ποιος είμαι εγώ που θα το κρίνει αυτό; Ποιος είμαι εγώ που θα τους λυπηθεί; Το να λυπάσαι κάποιον, σημαίνει ότι μ’ έναν τρόπο τοποθετείς τον εαυτό σου πάνω απ’ αυτόν. Ο σημερινός κόσμος σου επιβάλλει να έχεις ένα συγκεκριμένο συναίσθημα για μια κατάσταση, χωρίς να έχεις έρθει σε άμεση επαφή μ’ αυτή. Λες και είμαστε φορτωμένοι με τα συναισθήματα που κάποιος άλλος ένιωσε για μας”.

Info:

Dries Verhoeven – Τοπία Ενοχής / Guilty Landscapes, Επεισόδιο 1
Έως τις 3 Ιουλίου 2018 στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Είσοδος ελεύθερη