«Το Βερολίνο είναι η ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου»

Την πρώτη αυτή φράση του βιβλίου της Άντζης Σαλταμπάση από το Μπερλίν τη σκέπτομαι μέσα στο τρένο πηγαίνοντας να τη συναντήσω στο Κρόϊτσμπεργκ, τη «γειτονιά» της. Είναι παράξενη πόλη το Βερολίνο, για κάποιους η μνήμη είναι πανταχού παρούσα, ένα ασήκωτο φορτίο, για άλλους είναι μια πόλη ανάλαφρη και μοδάτη. Για τους τουρίστες είναι ένα ψηφιδωτό, το καινούργιο και το παλιό, για τους ταξιδιώτες είναι μια εμπειρία που συντίθεται από σχεδόν αλλοπρόσαλλες εικόνες, εξωφρενικές αντιθέσεις και μερικές φορές τρομακτικές υπενθυμίσεις.

«Αφού η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά, το ονόμασα Μπερλίν, είναι η πόλη στην οποία έχω ζήσει, το σκηνικό του βιβλίου, ο καμβάς πάνω στον οποίο γράφω την ιστορία μου», λέει η Άντζη μόλις καθόμαστε στον ήλιο, που το Βερολίνου μας έχει κυριολεκτικά χαρίσει μετά από ένα βροχερό καλοκαίρι.

Η Άντζη Σαλταμπάση έχει ένα μοναδικό ταλέντο να συνδέει τη φευγαλέα ματιά με το βλέμμα, το μικρό της καθημερινότητας με το μεγάλο της ιστορίας, το ασήμαντο με το σπουδαίο, έτσι και στο βιβλίο της, την οδηγεί η βερολινέζικη καθημερινότητα και το βάρος της ιστορίας. Το παρελθόν όχι μόνο διαπλέκεται με το παρόν, αλλά και συνδέεται. Ο σταθμός του Γκρούνεβαλντ από όπου ξεκινούσαν τρένα γεμάτα Εβραίους, το στρατόπεδο του Ράβενσμπρoυκ, μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, το Ολοκαύτωμα, τα διαμερίσματα των Εβραίων και οι ιστορίες τους, οι «βερολινέζικοι» κύκλοι, η οικογενειακή ζωή και το εβραϊκό σχολείο των παιδιών της, ο αντισημιτισμός, φανερός ή υφέρπων του περιβάλλοντός της.

Γκρούνεβαλντ

Γκρούνεβαλντ

«Το βιβλίο ξεκίνησε χωρίς σχέδιο», λέει η Άντζη, «ζώντας εδώ, άρχισα να κάνω περιπάτους σε διάφορες γειτονιές του Βερολίνου με τα πολλά και διαφορετικά μέρη του. Αν κάνεις μια βόλτα στο Γκρούνεβαλντ με αυτές τις φοβερές βίλες είναι ένας άλλος κόσμος. Είναι ένα πανέμορφο, μαγευτικό μέρος μέσα στην πόλη, ένα ακριβό προάστιο με κήπους δέντρα πάρκα, ησυχία λίμνες». Αυτά τελικά, εκ πρώτης όψεως αφού το Γκρούνεβαλντ, ήταν ο σταθμός του τρένου από τον οποίο αναχωρούσαν τα τρένα και έγιναν οι πρώτες διαδρομές θανάτου που οδήγησαν σε εξόντωση χιλιάδες Εβραίους. «Όταν ανακάλυψα το σταθμό, άρχισα αμέσως να σκέφτομαι πώς ήταν τότε, ποιοι έμεναν εδώ, πώς έβλεπαν τα τρένα να φεύγουν, οπότε άρχισα να ψάχνω μαρτυρίες μαζί με τις δικές μου ιστορίες, να ενώνω τα νήματα του χθες με το σήμερα, μια κατασκευή μνήμης και παρόντος χρόνου».

Πριν συναντηθούμε με την Άντζη, είχα διαβάσει για τον πρώτο μαζικό εκτοπισμό Εβραίων από την «Gleis 17» (αποβάθρα 17) του Γκρούνεβαλντ. Μετά τη συνάντησή μας επισκέφθηκα το σταθμό. Μπορεί να έχουν περάσει 76 χρόνια, αλλά όταν φτάνεις εκεί από όπου ξεκίνησαν οι πρώτες διαδρομές θανάτου, τον Οκτώβριο του 1941, ξεχνάς το ήρεμο περιβάλλον. Η μνήμη της φρίκης στοιχειώνει τα μάτια σου, νιώθεις άβολα ακόμα και όταν πατάς στην αποβάθρα. Μεταξύ του φθινοπώρου του 1941 και των αρχών του 1945 εκτοπίστηκαν μόνον από το Βερολίνο περισσότεροι από 56.000 Εβραίοι. Με προορισμό τα γκέτο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα ανατολικά. Αυτό που σοκάρει είναι πως ο μαζικός εκτοπισμός των Εβραίων δεν γίνονταν μυστικά, αλλά δημοσίως. Στις 18 Οκτωβρίου του 1941 ξεκίνησε από το Γκρούνεβαλντ η πρώτη διαδρομή προς τα ανατολικά, το «Osttransport», μεταφέροντας περισσότερους από 1.000 Εβραίους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, στο γκέτο του Λοτζ. Στις άκρες της αποβάθρας καταγράφεται κάθε μια περίπτωση ξεχωριστά, με ημερομηνία, τον αριθμό της διαδρομής θανάτου και τον προορισμό.

Ψάχνοντας να βρεις μάρτυρες αυτών των ιστοριών, πόσο δυσκολεύτηκες;
Βρήκα συγγενείς τους, αλλά υπάρχει δυσκολία και από τις δυο πλευρές, και από αυτή των απογόνων των θυτών και από των απογόνων των θυμάτων. Είναι ένα επώδυνο τραύμα και σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν πάντα αυτοί που μιλάνε και αυτοί που δε θέλουν καν να θυμούνται. Το τραύμα είναι βαρύ, ανείπωτο σχεδόν και κάποιοι προτιμούν τη σιωπή, είναι σαν να θέλουν να μη χάσει η ιστορία το βάρος της. Ή δεν μπορούν να φανταστούν την αντίδραση του άλλου.

Πώς αντιδρούν οι Γερμανοί σήμερα, οι άνθρωποι που γνωρίζεις;
Υπάρχουν κάποιοι που η κληρονομιά αυτή πέφτει επάνω τους βαριά, υπάρχουν άλλοι που δεν το σκέπτονται, είναι άλλοι χαρακτήρες και το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα. Στη Γερμανία έχει αρχίσει να φουντώνει το ότι πρέπει να περάσει αυτό, να μείνει πίσω, να προχωρήσει η ιστορία.

Κάθε φορά που έρχομαι στο Βερολίνο, φεύγω με την αίσθηση πως δε θα επιτραπεί να ξεχαστεί το Ολοκαύτωμα, δε θα μείνει ποτέ πίσω.
Όχι, δε θα αφήσουν να ξεχαστεί. Δεν υπάρχει μόνο στα μνημεία, υπάρχει στα βιβλία, σε μικρές γωνίτσες της πόλης. Η αλήθεια είναι ότι αν κυκλοφορεί κανείς και κοιτάξει πιο προσεκτικά θα δει ότι υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες, επιγραφές, παντού, αλλά υπάρχουν και φίλοι που μου είπαν «δεν είδα τίποτα από όλα αυτά».

Η αποβάθρα 17 στο σταθμό του Γκρούνεβαλντ.

Η αποβάθρα 17 στο σταθμό του Γκρούνεβαλντ

Στο βιβλίο σου υπάρχει το προσωπικό και το κομμάτι της ιστορίας. Ποια ήταν η συναισθηματική σου εμπλοκή;
Έχω συναισθηματική εμπλοκή, αλλά δεν ήθελα να είναι μια εξομολόγηση, είναι υποκειμενικό, αλλά δεν ήθελα να είναι προσωπικό. Δεν ήθελα να είναι ένα ημερολόγιο και αυτό είχε μια δυσκολία ώστε να υπάρχει ισορροπία. Φυσικά μιλώ και για τον εαυτό μου και για τη ζωή μας εδώ, δίνω πληροφορίες όπως το ότι ο άντρας μου είναι Εβραίος, εγώ μιλάω γερμανικά, τα παιδιά μου πηγαίνουν σε εβραϊκό σχολείο, αλλά είναι άλλα τα θέματα που με απασχολούν κυρίως στο βιβλίο αυτό.

Μιλάτε πιο εύκολα για την εβραϊκή σας ταυτότητα στο Βερολίνο ή στην Αθήνα;
Εδώ είναι πιο εύκολο και πιο δύσκολο συγχρόνως να μιλάς για την εβραϊκή ταυτότητα από όσο στην Ελλάδα Οι Έλληνες Εβραίοι δε λένε εύκολα πως είναι Εβραίοι, δε θα το πουν αμέσως, φοβούμενοι τα ζητήματα αποδοχής, ή την προκατάληψη που υπάρχει. Εδώ στο Βερολίνο, σε αυτή την ομολογία υπάρχει κάτι ανοίκειο γιατί δημιουργούνται συνειρμοί και υποδηλώνει κάτι και για τον έναν και για τον άλλο. Είναι μια ταυτότητα που αμέσως φέρνει μνήμες εδώ. Στην Ελλάδα ο αντισημιτισμός είναι πιο ανοιχτός, εδώ είναι πιο προσεκτικοί. Στην Ελλάδα νομίζω πως οι πιο πολλοί δεν καταλαβαίνουν ακριβώς τι είναι αντισημιτικό, δεν έχουν εικόνα πολλές φορές τού ποιος είναι ένας Εβραίος. Επίσης η ελληνική κοινότητα είναι μικρή και αρκετά αφομοιωμένη.

Στο Βερολίνο φτάνουν σήμερα άνθρωποι από όλο τον κόσμο, αλλά και πολλοί Εβραίοι για να ζήσουν.
Αυτό είναι αλήθεια, η Γερμανία με τα προβλήματά της είναι μια πολύ δυνατή χώρα και νομίζω οι νέοι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν ειδικά στο Βερολίνο. Γιατί είναι μοδάτο, ανοιχτό, έχει πολλούς νέους ανθρώπους, γίνονται άπειρα πράγματα. Είναι σχεδόν ιδανικό για τους νέους ανθρώπους που θέλουν να έχουν ευκαιρίες στη ζωή, που είναι δυναμικοί με αυτοπεποίθηση και έχουν ελπίδες και τη ζωή μπροστά τους. Και μοιάζει κάπως φυσικό να θέλουν να αφήσουν πίσω τους το παρελθόν.

Info:

Το βιβλίο της Άντζης Σαλταμπάση, Μπερλίν, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.