Το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης (Metropolitan Museum of Art, γνωστό και ως The Met) είναι ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα μουσεία τέχνης στον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1872 και βρίσκεται στην 5η Λεωφόρο στο Μανχάταν. Οι συλλογές του περιλαμβάνουν  περισσότερα από δύο εκατομμύρια έργα τέχνης και ξεχωριστούς τομείς Ελληνορωμαϊκής, Μεσαιωνικής, Ισλαμικής, Ασιατικής και σύγχρονης τέχνης, καθώς και φωτογραφιών, ενδυμάτων, όπλων και πανοπλιών και μουσικών οργάνων.

Αυτή είναι η πιο συνοπτική περιγραφή του σημαντικότερου μουσείου στον κόσμο, ενός πολιτισμικού και τουριστικού πόλου έλξης για την πόλη της Νέας Υόρκης που εδώ και 146 χρόνια, από τις 20 Φεβρουαρίου του 1872 που άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό, δε σταματά να προκαλεί συζητήσεις, να δημιουργεί μεγάλες εκθέσεις-γεγονότα που επηρεάζουν την παγκόσμια μουσειακή πολιτική. Περισσότερα από 5.000 χρόνια τέχνης βρίσκονται στις αίθουσες του, ενώ οι περιοδικές εκθέσεις του, με τελευταία αυτή των σχεδίων του Μιχαήλ Άγγελου σπάνε η μια μετά την άλλη ρεκόρ επισκεψιμότητας. Το αποτύπωμά του στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή μέσα από τις εκθέσεις και τα γεγονότα που δημιουργεί, αποκαλύπτει τόσο νέες ιδέες όσο και απροσδόκητες συνδέσεις στο χρόνο και τους πολιτισμούς σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια τετραγωνικά πόδια που καλύπτει η έκτασή του.

Η ίδρυσή του, το 1870 είχε σαν σκοπό να φέρει την τέχνη και την εκπαίδευση γύρω από την τέχνη στον αμερικανικό λαό. Άνοιξε στις 20 Φεβρουαρίου 1872 και βρισκόταν αρχικά στο 681 της Πέμπτης Λεωφόρου. Ο σκοπός του όπως αναγράφεται στο καταστατικό του είναι «η ίδρυση και διατήρηση στην εν λόγω πόλη (τη Νέα Υόρκη) ενός Μουσείου και Βιβλιοθήκης Τέχνης, για την ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της Μελέτης των Καλών Τεχνών και την εφαρμογή της τέχνης στην παραγωγή και τη φυσική ζωή, την προαγωγή της γενικής γνώσης και  των συγγενικών υποκειμένων και με αυτό τον σκοπό την παροχή λαϊκής διδασκαλίας και αναψυχής». Η νομοθεσία αυτή συμπληρώθηκε αργότερα με το νόμο του 1893, Κεφάλαιο 476, το οποίο προέβλεπε ότι οι συλλογές του «θα παραμένουν ανοιχτές και προσιτές στο κοινό, δωρεάν από όλο το χρόνο».

Αυτό εν μέρει αλλάζει από την 1η Μαρτίου του 2018, όπως εξηγεί στην μακροσκελή ανακοίνωση που ανάρτησε το μουσείο στην ιστοσελίδα του. Το ΜΕΤ, γράφει η ανακοίνωση, πρέπει να το κάνει προκειμένου να διατηρηθεί η αποστολή του για τις μελλοντικές γενιές και να παραμείνει μια προσιτή πηγή έμπνευσης για όλους. Θα εξακολουθήσει να είναι δωρεάν για τους κατοίκους της Νέας Υόρκης και τους φοιτητές και τα παιδιά έως 12 ετών, ενώ οι επισκέπτες εκτός της Νέας Υόρκης θα υποχρεωθούν να πληρώσουν είσοδο. Καθώς το Μητροπολιτικό Μουσείο της Πέμπτης Λεωφόρου βρίσκεται σε δημόσια γη, η απόφαση έπρεπε να παρθεί από κοινού με το Τμήμα Πολιτιστικών Υποθέσεων της Νέας Υόρκης. Ο ηγετικός του ρόλος στο πολιτιστικό τοπίο της πόλης συμπληρώνεται από εκπαιδευτικά προγράμματα τα οποία παρακολουθούν περισσότεροι από 200.000 μαθητές.

Η επισκεψιμότητα του μουσείου έχει αυξηθεί τα τελευταία οκτώ χρόνια στις συνολικά τρεις τοποθεσίες του περισσότερο από σαράντα τοις εκατό, αγγίζοντας τους επτά εκατομμύρια επισκέπτες. Αναλογιζόμενοι τι είδους μουσείο θέλουν να είναι για τις επόμενες γενιές πήραν την απόφαση να εισάγουν εισιτήριο εισόδου καθώς τα ποσά που εισρέουν στο μουσείο δεν καλύπτουν τις τρέχουσες ανάγκες του. Τα τελευταία 13 χρόνια ο αριθμός των επισκεπτών που πληρώνουν το πλήρες προτεινόμενο εισιτήριο των 25 δολαρίων έχει μειωθεί κατά 73%. Το ΜΕΤ είναι το μοναδικό σημαντικό μουσείο στον κόσμο που βασίζεται αποκλειστικά σε ένα καθαρό σύστημα εσόδων και δε λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησής του από την κυβέρνηση. Έτσι από την 1η Μαρτίου οι ενήλικες που δεν είναι κάτοικοι Νέας Υόρκης θα πρέπει να πληρώσουν 25 δολάρια, οι ηλικιωμένοι 17 δολάρια και οι φοιτητές 12 δολάρια.

Ο John Taylor Johnston, του οποίου η συλλογή έργων τέχνης πλούτισε αρχικά το μουσείο, διετέλεσε πρώτος πρόεδρός του, ενώ πλαισιώθηκε από μια ομάδα βιομηχάνων της εποχής που θεωρούνται σήμερα συνιδρυτές του μουσείου. Το μουσείο πολύ γρήγορα άρχισε να ξεπερνά τον διαθέσιμο χώρο του, ενώ από το 1879 και 1895, το Μουσείο δημιούργησε και λειτούργησε μια σειρά εκπαιδευτικών προγραμμάτων, γνωστά ως Μητροπολιτικό Μουσείο Σχολών Τέχνης, με σκοπό την παροχή επαγγελματικής κατάρτισης και μαθήματα για τις καλές τέχνες. Το μουσείο γιόρτασε την 75η επέτειό του με μια εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων για την υποστήριξη μιας προγραμματισμένης ανακαίνισης και επέκτασης του κτιρίου του Central Park υπό την προεδρία του αντιπροέδρου του μουσείου Thomas J. Watson. Τα Αρχικά σχέδια, τα οποία δεν πραγματοποιήθηκαν, περιελάμβαναν τη συγχώνευση του Μουσείου Αμερικανικής Τέχνης Whitney στο Μητροπολιτικό Μουσείο

Το 1954, για να γιορτάσει το άνοιγμα της συναυλιακής αίθουσας Grace Rainey Rogers, το μουσείο εγκαινίασε μια σειρά συναυλιών. Το πρόγραμμα “Concerts & Lectures”  παρουσίασε τέτοιους καλλιτέχνες όπως ο Marian Anderson, η Cecilia Bartoli, η Judy Collins, η Marilyn Horne, η Burl Ives, η Κουαρτέτα του Juilliard String, οι Yo-Yo Ma, Itzhak Perlman, Artur Rubinstein, András Schiff, Nina Simone, Joan Sutherland και André Watts και διαλέξεις για την ιστορία της τέχνης, τη μουσική, το χορό, το θέατρο και την κοινωνική ιστορία.

Στη δεκαετία του 1960, το ΜΕΤ συμπεριέλαβε στις συλλογές του το μεγάλο κληροδότημα του Robert Lehman, «μία από τις πιο εξαιρετικές ιδιωτικές συλλογές τέχνης που συνγκροτήθηκαν ποτέ στις Ηνωμένες Πολιτείες». Για έξι δεκαετίες, ο Lehman οικοδόμησε μια συλλογή έργων τέχνης που άρχισε ο πατέρας του το 1911 και αφιέρωσε πολύ χρόνο το Met, πριν τελικά γίνει ο πρώτος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Μητροπολιτικού στη δεκαετία του 1960. Μετά το θάνατό του, το 1969, το Ίδρυμα Robert Lehman δωρίζει περίπου 3.000 έργα τέχνης στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης.

Μετά από διαπραγματεύσεις με τον Δήμο Νέας Υόρκης το 1871, το Μητροπολιτικό Μουσείο ανεγέρθηκε μεταξύ του East Park Drive, της Πέμπτης Λεωφόρου και των 79ων και 85ων οδών στο Central Park. Ένα μαυσωλείο από κόκκινο τούβλο και πέτρα σχεδιάστηκε από τον Αμερικανό αρχιτέκτονα Calvert Vaux και τον συνεργάτη του Jacob Wrey Mold.

Το κτίριο ήδη θεωρήθηκε παλιό πριν την αποπεράτωσή του καθώς το γοτθικό βικτωριανό στιλ του δεν άρεσε καθόλου. Από τότε έχει υποστεί πολλές προσθήκες, συμπεριλαμβανομένης της χαρακτηριστικής πρόσοψης του Beaux-Arts Fifth Avenue, του Great Hall και της Grand Stairway. Αυτά σχεδιάστηκαν από τον αρχιτέκτονα Richard Morris Hunt, αλλά ολοκληρώθηκαν από τον γιο του Richard Howland Hunt το 1902 μετά το θάνατο του πατέρα του. Οι πτέρυγες που ολοκλήρωσαν την πρόσοψη της Fifth Avenue στη δεκαετία του 1910 σχεδιάστηκαν από την εταιρεία McKim, Mead & White. Οι νεωτεριστικές γυάλινες πλευρές και το πίσω μέρος του μουσείου είναι έργο της Roche-Dinkeloo. Ο Kevin Roche είναι ο αρχιτέκτονας που επιμελείται το γενικό σχέδιο και την επέκταση του μουσείου για τα τελευταία 42 χρόνια.

Σήμερα το ΜΕΤ είναι περισσότερο από 20 φορές μεγαλύτερο από το αρχικό του σχέδιο με προσθήκη τουλάχιστον 20 δομών που δεν είναι ορατές από το δρόμο. Έχει χαρακτηρισθεί Εθνικό Ιστορικό Ορόσημο το 1986, για τη σημασία του ως πολιτιστικού θεσμού.