Τελευταία όλο μου έρχεται στο νου εκείνη η σκηνή με το «Σ’ αγαπώ» που ψέλλιζε η Έλλη Λαμπέτη στο Χορν στην «Κάλπικη Λύρα» και καταλάβαινες πως αυτοί οι δύο δεν υποδύονταν ρόλους, μα αποκαλύπτονταν. Είναι ίσως επειδή στις 16 Ιανουαρίου έκλεισαν 19 χρόνια από τότε που ο μεγάλος αυτός «εραστής της τέχνης» (και ο τόσο γοητευτικός άντρας του θεάτρου) άφησε την τελευταία του πνοή ή επειδή σκέφτομαι πως, μέσα σε όλη την τρομολαγνεία που μας κατακλύζει, ο έρωτας είναι «το μόνο φως» στο τούνελ της ζοφερής μας πραγματικότητας.

Ο έρωτας, το λέει και ο λαός, δεν κρύβεται, όπως ακριβώς και ο πλούτος. Και δεν είναι επομένως τυχαίο πως ο Πλάτων έγραψε στο «Συμπόσιο» ότι ήταν γιος του Πόρου και της Πενίας, δηλαδή του Πλούτου και της Φτώχειας, γιατί οι άνθρωποι πάντα τον επιζητούν, όπως οι φτωχοί που βρίσκονται συνεχώς σε ανάγκη και ψάχνουν τρόπους για να ζήσουν, και, από την άλλη, πάντα αυτός πετυχαίνει το στόχο του, όπως ο Πλούτος δίνει στον άνθρωπο τη δύναμη να καταφέρνει ό, τι επιδιώξει ευκολότερα.

Οι δύο παραπάνω βεβαιώσεις, η παραδοχή από τη μία και η αναφορά στον Πλατωνικό έρωτα από την άλλη, αναπόφευκτα φέρνουν στο νου μου τους σολωμικούς στίχους από το δεύτερο απόσπασμα του «Κρητικού» του Διονύσιου Σολωμού, όπου ο ναυαγός αναζητεί την ψυχή της αγαπημένης του κατά τη Δευτέρα Παρουσία και «κράζει» στους «αναστημένους νεκρούς», προκειμένου να τους πείσει να τον βοηθήσουν να τη συναντήσει γρήγορα:

«Καπνός δε μένει από τη γη˙νιος ουρανός εγίνη˙
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη.»

Για να του απαντήσουν έπειτα εκείνοι:

«Και τώρα ομπρός την είδαμε˙ογλήγορα σαλεύει˙
Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει».

Jean Honor Fragonard, To κλεμμένο φιλί. Δεκαετία 1780. Μουσείο Ερμιτάζ. Αγ. Πετρούπολη.

Jean Honor Fragonard, To κλεμμένο φιλί. Δεκαετία 1780. Μουσείο Ερμιτάζ. Αγ. Πετρούπολη

Πληκτρολόγησα τους στίχους με ευλάβεια και μεγάλη προσοχή από φόβο μήπως ξεχάσω κάποιο σημείο στίξεως ή δε γράψω πιστά ένα ιδίωμα από αυτά που πρώτος ο Διονύσιος Σολωμός, αν και γόνος πολύ εύπορης οικογένειας της Ζακύνθου, τόλμησε δίχως σύμπλεγμα και ανασφάλεια να αξιοποιήσει στην ποίησή του. Εκείνος που πρώτος και μόνος εκείνη την εποχή εκτίμησε τους στίχους του «Ερωτόκριτου», ενώ όλοι οι άλλοι λόγιοι και αριστοκρατικής καταγωγής θιασώτες του ποιητικού λόγου υποτιμούσαν, θεωρώντας ότι προοριζόταν αποκλειστικά για να συγκινείται ο φτωχός κι αγράμματος λαός. Και τόσο τον θαύμασε αυτόν το γνήσιο ποιητικό λόγο ο μεγάλος αυτός ποιητής, που κατάφερε να τον συνδυάσει με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, το δημοτικό τραγούδι, αλλά και με τα μεγάλα κλασικιστικά και ρομαντικά έργα της εποχής του ευρωπαϊκού  διαφωτισμού, αξιοποιώντας συχνά τα δίστιχά του στα δικά του έργα:

«Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξεν πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.»

«Κρητικός», απόσπασμα 21

Σε αυτούς τους τελευταίους στίχους ο ποιητής συνδυάζει το κρητικό δίστιχο με τη θεωρία του Πλάτωνα που υποστήριξε ότι: Του ολόκληρου ο πόθος και η ορμή έχει το όνομα «ΈΡΩΣ» και καθώς η ψυχή του ανθρώπου έλκεται από τις ιδέες, τις οποίες γνωρίζει πριν ακόμη ενωθεί με το σώμα, η ψυχή και ο έρωτας μπορούν να ταυτιστούν. Έτσι αντιμετωπίζει και ο Σολωμός τον έρωτα: ως υψηλή ιδέα, ως αγαθό, ως ομορφιά που έχει νόημα μόνο όταν μέσα σ’ αυτήν κρύβεται η ομορφιά της ψυχής, η αγνότητα, η απλή και άδολη φύση του ανθρώπου. Στο αφιέρωμα «Εις Φραγκίσκα Φράιζερ», που γράφτηκε το 1849, ο ποιητής γοητευμένος από την αθωότητα της ασπροφορούσας κόρης, που κυκλοφορούσε πάντα με το ανοιχτό αμαξάκι της και «όλο λουλούδια κρατούσε γοργοπερπατώντας», όπως μας πληροφορεί ο Κωστής Παλαμάς, γράφει:

«Κι αν για τα πόδια σου, καλή, κι αν για την κεφαλή σου,
Κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος,
Δώρο δεν έχουνε για Σε, και για το μέσα πλούτος˙

Όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος!»

Francesco Hayez, Το φιλί. 1879. Πινακοθήκη της Μπρέρα. Μιλάνο

Francesco Hayez, Το φιλί. 1879. Πινακοθήκη της Μπρέρα. Μιλάνο

Πόσα διδάσκει η ποίηση αυθόρμητα και πάντα από αγαθή και ταπεινή πρόθεση στους ανθρώπους! Ο έρωτας μόνον έτσι, όπως τον συνέλαβαν οι ποιητές υφίσταται. Αποδεσμευμένος από κάθε ιδιοτελή σκέψη, σκαιότητα, υπολογιστική μικρόψυχη διάθεση.

Ο έρωτας δεν πρέπει να πεθαίνει, όπως η ύλη.

Δεν πρέπει να τίθεται σε δεύτερη μοίρα. Δεν πρέπει να έπεται.

Δεν πρέπει να ευτελίζεται.

Δεν πρέπει να σκοντάφτει σε δειλές δηλώσεις γεμάτες υπονοούμενα.

Αντιθέτως!

Πρέπει να εκδηλώνεται αυθόρμητα:

  «Βγαίνει για σε γλυκύτατος απ’ την καρδιά μου ο στίχος» (Εις Κόρην)

Να απορρέει από τα βάθη της ψυχής και να γίνεται μοίρασμα:

«Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου» (Κρητικός)

Να αναγεννά:

«Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη» (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)

Να ελευθερώνει:

«Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ̕ μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη˙
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.» (Κρητικός)

Για όσους λοιπόν δε διστάζουν να πουν ότι τον ψάχνουν ακόμα, ότι τον χρειάζονται, ότι τον πιστεύουν τον έρωτα, οι ποιητές είναι πάντα εδώ για να μας τον αφηγηθούν στην πιο ιδανική του έκφραση.