Ο Γιονγκσου κάνει δουλειές του ποδαριού για να τα βγάλει πέρα. Τον πρωτοσυναντάμε να κουβαλά στους ώμους εμπόρευμα, το οποίο θα παραδώσει σε ένα μαγαζί, το οποίο προσπαθεί να προσελκύσει πελάτες με χαμηλές τιμές, εκπτώσεις, λαχνούς με δώρα και δυο νεαρές κοπέλες με μίνι φούστες και μικρόφωνα που χορεύοντας καλούν τον κόσμο να το επισκεφτεί. Μια από τις δύο αναγνωρίζει τον Γιονγκσου. Του λέει ότι ήταν συμμαθητές πριν λίγα χρόνια, ότι είναι η Χαεμι. Εκείνος προσπαθεί να τη θυμηθεί. Εκείνη του λέει ότι στο σχολείο δεν της έδινε ποτέ σημασία, ότι η μόνη φορά που της απηύθυνε το λόγο ήταν για να της πει ότι είναι άσχημη, αλλά ότι τώρα έχει κάνει πλαστική και είναι όμορφη.

Του ζητά να τα πουν λίγο για ένα τσιγάρο στα όρθια, τώρα που έχει διάλειμμα. Του ζητά να βγουν και το βράδυ. Του ζητά να έρθει μια από τις επόμενες μέρες στο μικροσκοπικό της διαμέρισμα γιατί θέλει να της κάνει μια χάρη. Θα φύγει για ένα μικρό ταξίδι για την Αφρική και του ζητά να ταΐζει τη γάτα της. Στο διαμέρισμα θα αναλάβει ξανά εκείνη την πρωτοβουλία να κάνουν έρωτα. Ο Γιονγκσου ανταποκρίνεται και σε αυτό της το αίτημα, ακολουθεί το χορό που εκείνη έχει αρχίσει να σέρνει. Εξακολουθεί να το κάνει και όταν η Χαεμι φεύγει, πηγαίνοντας κάθε λίγες μέρες στο διαμέρισμα για να ταΐσει τη γάτα. Τη γάτα που δεν είδε όταν ήταν με την Χαεμι, τη γάτα που δεν βλέπει και τώρα μόνος. Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξή της και στοιχεία που την αμφισβητούν. Στο “Ιnside Llewyn Davis” οι Αδελφοί Κοέν είχαν παίξει με τη γάτα του Σρέντιγκερ, στο «Παιχνίδι με τη Φωτιά» η έμφαση θα δοθεί στη διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, πραγματικότητας και εκμυστηρεύσεων που μπορεί να είναι ή να μην είναι πραγματικές, πραγματικότητας και αναμνήσεων που μπορεί να είναι ή να μην είναι πραγματικές, πραγματικότητας και υποψιών που μπορεί να είναι ή να μην είναι βάσιμες.

Το βράδυ που είχαν βγει η Χαεμι άρχισε να ξεφλουδίζει μπροστά του ένα ανύπαρκτο φρούτο. Του εξήγησε ότι κάνει μαθήματα παντομίμας. «Δεν σου ζητώ να φανταστείς ότι το φρούτο υπάρχει. Αλλά σου ζητώ να ξεχάσεις κι ότι δεν υπάρχει». Από τη στιγμή που αρχίζει να ξεφλουδίζεται, το φρούτο μπορεί να μην μετατρέπεται σε πραγματικό, είναι όμως πραγματική η αναπαράστασή του και η επιθυμία του: όταν το βάζεις στο στόμα σου, δεν βάζεις σκέτο αέρα, οι σιελογόνοι αδένες σου ενεργοποιούνται, το στόμα σου έχει κάτι από τη γεύση του φρούτου. Ανάμεσα σε ένα φρούτο που κρατάς στα χέρια σου, ξεφλουδίζεις και βάζεις στο στόμα σου και σε ένα φρούτο που δεν κρατάς στα χέρια σου, δεν ξεφλουδίζεις και δεν βάζεις στο στόμα σου, υπάρχει άρα μια τρίτη, ενδιάμεση κατάσταση.

Αντίστοιχα, είτε όντως έχει συμβεί ένα γεγονός είτε όχι, από τη στιγμή που κάποιος στο αφηγείται ως αληθινό, ανάμεσα στην πιθανή πραγματική ύπαρξή του και στην πιθανή πραγματική ανυπαρξία του, υπάρχει μια τρίτη ενδιάμεση κατάσταση, μια τρίτη ενδιάμεση πραγματικότητα: η πραγματικότητα της αφήγησής του -το γεγονός έχει συμβεί τουλάχιστον μέσα σε μια αφηγούμενη ιστορία. Κι όταν μπαίνεις στη διαδικασία να εξερευνήσεις και να ανακαλύψεις αν τελικά όντως συνέβη, αυτό δεν αποτελεί ακύρωση της ενδιάμεσης πραγματικότητας, αλλά αντίθετα θρίαμβό της, πανηγυρική απόδειξη της ύπαρξής της. Κι ακριβώς την ίδια λειτουργία με τις ιστορίες που σου λένε οι άλλοι, έχουν και οι ιστορίες που λες εσύ στον εαυτό σου, οι υποψίες. Όταν υποψιάζεσαι κάτι, είσαι ταυτόχρονα ο αφηγητής και ο ακροατής της ιστορίας. Είτε αυτό που υποψιάζεσαι είναι αληθές είτε όχι, μέσα στο μυαλό σου διαδραματίζεται μια τρίτη, ενδιάμεση πραγματικότητα.

«Το Παιχνίδι με τη Φωτιά» όμως δεν είναι η ιστορία δύο ανθρώπων, αλλά τριών. Όταν γυρνά η Χαεμι απ’ το ταξίδι ζητά απ’ τον Γιονγκσου να έρθει να την πάρει από το αεροδρόμιο. Εκείνος, φυσικά, υπακούει. Και όταν βλέπει ότι μαζί της είναι ένας άλλος άντρας που γνώρισε εκεί, ο Μπεν, στραβώνει. Γιατί όλη αυτή η παθητικότητα, η υπακοή και η ανταπόκριση που είχε επιδείξει ως τώρα φαίνεται ότι είχαν να κάνουν και με μια καψούρα που άρχισε να αναπτύσσει για τη νεαρή γυναίκα, στην οποία ως κορίτσι στο σχολείο δεν έδινε σημασία. Κι εκείνη τώρα μοιάζει να προτιμά τον Μπεν. Τον Μπεν που δεν είναι σαν την Χαεμι, τον Μπεν που δεν είναι σαν τον Γιονγκσου. Και στο ότι δεν είναι σαν αυτούς δεν χωράει καμία τρίτη, ενδιάμεση πραγματικότητα, δεν χωράει καμία αμφιβολία, καμία αμφισημία, δεν χωράει κανένα γκρίζο σημείο μεταξύ αντικειμενικής αλήθειας και υποκειμενικής πρόσληψής της.

Γιατί ο Γιονγκσου και η Χαεμι δεν έχουν λεφτά, ενώ ο Μπεν έχει· πολλά, πάρα πολλά. Τόσα πολλά που δεν χρειάζεται να δουλεύει για να ζήσει, μοιάζει σαν να μην έχει χρειαστεί να δουλέψει ποτέ στη ζωή του. Οδηγεί Πόρσε και ζει σε πολυτελέστατη συνοικία της Σεούλ. Ο Γιονγκσου και η Χαεμι ζουν στην Πατζού, μια πόλη μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Σεούλ, ο Γιονγκσου μάλιστα ζει στο αγρόκτημα του πατέρα του, πολύ κοντά στα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα. Δεν οδηγεί Πόρσε αλλά ένα βρώμικο, παλιό φορτηγάκι με καρότσα. Μαθαίνουμε ότι η Νότια Κορέα έχει καλπάζουσα ανεργία. Μαθαίνουμε ότι πολλοί άνθρωποι, ειδικά νέοι, ζουν τιγκάροντας τις πιστωτικές τους κάρτες και μετά εξαφανίζονται.

Το τρίγωνο που θα σχηματιστεί λοιπόν ανάμεσα στους τρεις τους δεν θα οριστεί τόσο από την έλξη προς την ίδια γυναίκα ή την ερωτική αντιζηλία, θα οριστεί κυρίως από τη χαώδη ταξική διαφορά τους. Η σχέση τους είναι τελικά εξαρχής άνιση, ό,τι κι αν νιώθει ή δεν νιώθει ο καθένας. Ο Γιονγκσου φιλοδοξεί να κάνει και κάτι άλλο στη ζωή του εκτός από τις δουλειές του ποδαριού. Φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας, να γράψει ένα μυθιστόρημα. Αλλά όχι μόνο δεν είχε ως τώρα θέμα, έμοιαζε να μην ασχολείται καθόλου με το γράψιμο. Μοιάζει επίσης να έχει τη λιγότερη φαντασία από τους άλλους δύο του τριγώνου, μοιάζει ανίκανος να αφηγηθεί μια ιστορία με ενδιαφέρον, μοιάζει συνεχώς να αντιδρά αντί να δρα. Όλοι του λένε τι να κάνει. Και ό,τι του λένε να κάνει, το κάνει. Κι ό,τι του λένε ότι ισχύει το πιστεύει για πραγματικό και τρέχει αλαφιασμένος να δει αν ισχύει στην πραγματικότητα.

Είναι όντως ο Μπεν, όπως του εκμυστηρεύτηκε, πυρομανής; Καίει στα αλήθεια θερμοκήπια για να ξεδίνει; Ο Γιονγκσου ψάχνει να βρει τεκμήρια της φωτιάς. Ανακαλεί την τραυματική φωτιά των παιδικών του χρόνων. Ο Γιονγκσου ψάχνει να βρει αυτό που του λείπει. Έναν άνθρωπο που τον κλόνισε. Μια ιστορία να διηγηθεί. Αρχίζει να διηγείται μια ιστορία στον εαυτό του. Το κεφάλι του παίρνει φωτιά. Ακόμη κι αν δεν καταφέρει να γράψει μια ιστορία στο χαρτί, θα μπει ο ίδιος για τα καλά μέσα σε μια ιστορία.