Δείτε πού παίζεται η ταινία

Στο «Παιχνίδι του Χρήματος» ο Τζόρτζ Κλούνεϊ είναι ένας σόουμαν οικονομικός αναλυτής, μια τηλεπερσόνα που κάνει τα καραγκιοζιλίκια της για να έχει περισσότερη τηλεθέαση και πέραση στον απλό τον κόσμο, ενώ δίνει πληροφορίες για σίγουρες και άχαστες και μαζί αποδοτικότατες επενδύσεις (όπως συνέβαινε ένα ωραίο φεγγάρι στα τέλη του περασμένου αιώνα και σε αυτή τη χώρα, που είχε γεμίσει με πάσης φύσεως γκουρού οι οποίοι προσέφεραν τέτοιες συμβουλές αχάστων μετοχών). Ε μια από αυτές τις σίγουρες εταιρίες χάνει 800.000.000 δολάρια σε μια μέρα, η μετοχή της καταρρέει και ο Κλούνεϊ ακάθεκτος εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να αποθαρρυνόμεθα, πως έτσι είναι η αγορά και πως ό,τι κατεβαίνει θα ξανανέβει.

Η Τζούλια Ρόμπερτς είναι η παραγωγός της εκπομπής που είναι διαρκώς με ένα ακουστικό στο αυτί προσπαθώντας να τον κοντρολάρει και να τον καθοδηγήσει, όπως ήταν κάποτε η Χόλι Χάντερ στο αυτί του Γουίλιαμ Χαρτ στο αγαπημένο «Broadcast News» ή πιο πρόσφατα η Έμιλι Mόρτιμερ στο αυτί του Τζεφ Ντάνιελς στο «Νewsroom». Η Τζούλια έχει κουραστεί πολύ από τα καραγκιοζιλίκια του στον αέρα, αλλά από την άλλη δεν είναι ότι δεν τα διασκεδάζει. Αυτός δε δεν είναι σάχλας μόνο on air, είναι σύμβολο κενότητας κανονικό.

Η ταινία δεν ποντάρει τόσο στην έντασή της, η αληθινή αγωνία δεν παίρνει ποτέ το πάνω χέρι

Κι όταν μπουκάρει μέσα στο στούντιο ο απλός, ο καθημερινός, ο Αμερικάνος, με το όπλο του και τα εκρηκτικά του, θα αποκαλυφθεί ότι δεν έχει κάποια βαθυστόχαστη πολιτική ατζέντα από πίσω, ότι απλά είχε κληρονομήσει 60.000 δολάρια από τη μάνα του -ποσό προφανώς τεράστιο για τον ίδιο και ταυτόχρονα ψίχουλα για ανθρώπους σαν τον Κλούνεϊ- και ακολουθώντας τη συμβουλή του γκουρού τα έπαιξε όλα στη μετοχή που εξαϋλώθηκε και τα είδε τώρα να γίνονται καπνός (και με την ευκαιρία να κάνω μια άσχετη επιστροφή στα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν υπηρετούσα τη θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό βυσματικά στην ξηρά και μια υπαξιωματικός έκλαιγε ολημερίς την τύχη της που δεν είχε λεφτά να παίξει να τα αυγατίσει, όταν όλοι μα όλοι οι συνάδελφοί της δίπλα της έπαιζαν και τα αυγάτιζαν, μέχρι που ελάχιστους μήνες αργότερα η φούσκα έσπασε, το χρηματιστήριο κράσαρε συνολικά και εκείνη δεν έμαθα ποτέ επειδή μετατέθηκα αν το απολάμβανε χαιρέκακα ή ζήλεψε που δεν είχε εξαρχής τίποτα να χάσει, που ήταν δηλαδή τόσο πάγια χαμένη ώστε δεν μπορούσε να γευτεί ούτε το σασπένς της ξαφνικής απώλειας).

Ο παρουσιαστής Κλούνεϊ λοιπόν παγιδεύεται από κάποιον από το κοινό του, από έναν από αυτούς στους οποίους απευθύνεται, το χαμηλότερων απαιτήσεων τάργκετ γκρουπ του έρχεται αυτεπίστροφα να τον παγιδεύσει. Ο ίδιος προσφέρεται φυσικά να τον αποζημιώσει όταν ακούει το ποσό που έχασε, αλλά ο τύπος δεν ενδιαφέρεται για αποζημίωση, έχει έρθει εδώ για δικαιοσύνη κι άλλωστε, όπως του λέει, έχει έρθει ξέροντας ότι δεν θα βγει ζωντανός.

Η ταινία δεν ποντάρει τόσο στην έντασή της, η αληθινή αγωνία δεν παίρνει ποτέ το πάνω χέρι, όχι γιατί η σκηνοθέτις Τζόντι Φόστερ προσπαθεί και αποτυγχάνει, όσο γιατί ποτέ δεν προσπαθεί αληθινά, δεν είναι αυτός ο βασικός στόχος της ταινίας, γρήγορα μάλιστα προχωράμε και στη διάσταση την κριτική – σατιρική του, καθώς το καθεστώς ομηρίας και η απειλή ανατίναξης γίνονται μέρος του ζωντανού τηλεοπτικού σόου, με τους ηχολήπτες να βάζουν μικρόφωνα στον εισβολέα για να ακούγεται καλύτερα, τον καμεραμάν να τον πλησιάζει για να έχει καλύτερη γωνία λήψης, την Ρόμπερτς από το κοντρόλ να δίνει σκηνοθετικές οδηγίες, αλλά ούτε αυτό είναι το βασικό πόιντ της ταινίας. Γιατί το πάνω χέρι παίρνει τελικά η καταγγελία. Ποια καταγγελία όμως; Λιγότερο του οικονομικού συστήματος και περισσότερο συγκεκριμένων απατεώνων που λειτουργούν μέσα σε αυτό, αν και για να είμαστε δίκαιοι η ταινία προσπαθεί να θίξει και μια διάκριση που μας είχε ταλανίσει κι εδώ, τη διάκριση μεταξύ νομίμου και ηθικού: αυτό που επιτρέπουν οι νόμοι του συστήματος δεν σημαίνει πως δεν είναι και σκέτα – νέτα κακό. Κι ενώ πρόκειται για ένα έργο που προσπαθεί να περιγράψει και ένα σημερινό τοπίο παγκοσμιοποιημένο με χάκερ από το Ρέικιαβικ και προγραμματιστές από τη Σεούλ, δεν παύει τελικά να δίνει την αίσθηση ενός έργου μάλλον ντεμοντέ.

Χρειάζεται μεγάλος βαθμός ευπιστίας για να δεχτείς μια σειρά από καταστάσεις που συμβαίνουν, αν και από την άλλη το σενάριο έχει αφενός πινελιές χιούμορ μη κραυγαλέου που κάνουν ευπρόσδεκτα την παρουσία τους σε αρκετά σημεία κι αφετέρου κρύβει στην πορεία του τουλάχιστον δύο μικρές, ευφρόσυνες και έξυπνες ανατροπές. Δηλαδή οι σεναριακές ευκολίες δεν μαρτυρούν διάθεση ξεπέτας ή αντιγραφής, υπάρχει δουλειά από πίσω, υπάρχουν προφανώς και οι αντίστοιχες καλές προθέσεις, αλλά αν η φιλοδοξία εδώ ήταν να γίνει μια ταινία με στίγμα, το αποτέλεσμα δίνει μια ταινία με στίγμα ξεθυμασμένο. Aν ήταν μάλλον παρωχημένο για την εποχή του μέχρι και το «Μad City» του Γαβρά του ’97, πόσο μάλλον μια ταινία που γυρίζεται 20 χρόνια αργότερα και αντίστροφα πόσο φοβερό και τρομερό φαντάζει και σήμερα το γυρισμένο πριν 40 χρονια «Δίκτυο» του Λιούμετ και του Τσαγιέφσκι.

Η Τζόντι Φόστερ μπορεί να έχει σκηνοθετήσει λίγο, αλλά είναι πολλά χρόνια πίσω από την κάμερα και το τι μας μένει καμιά φορά από τις ταινίες είναι περίεργο (ή ίσως πάλι όχι και τόσο). Κι εμένα από το «Ηome for the Holidays» του 1995 μου έχει μείνει μια φράση του Τσαρλς Ντέρνινγκ, που παίζει τον πατέρα της πρωταγωνίστριας Χόλι (να΄τη πάλι) Χάντερ και κάνοντας έναν απολογισμό της ζωής του λέει με την καρό του ρόμπα βουτηγμένος σε μια πολυθρόνα μελαγχολικά, παραιτημένα αλλά και μαζί συμφιλιωμένα: «Ι always settled for less».

Το αποτέλεσμα δίνει μια ταινία με στίγμα ξεθυμασμένο

Άνθρωποι που περνάνε στη ζωή και τους αρκούν τα λίγα, άνθρωποι μικροί, καθημερινοί, άνθρωποι που δεν θα διακριθούν πουθενά. Κι επειδή τίποτα ίσως δεν είναι τυχαίο, το μοναδικό επεισόδιο του «House of Cards» που σκηνοθέτησε η Φόστερ ξεκινάει μακριά από τις ίντριγκες του Λευκού Οίκου, ξεκινάει με έναν ακόμη μικρό άνθρωπο, το μαύρο ταβερνιάρη Φρέντι, που ξυπνά, βάζει τα απλά του ρούχα, βγαίνει από το σπίτι του, καλημερίζει τον κόσμο στη γειτονιά του, περπατά με το πουκάμισό του έξω και τα κλειδιά του να κρέμονται στην τσέπη του, πηγαίνοντας για μια ακόμη μέρα δουλειάς στο μικρό του μαγαζί: καθημερινότητα αντί για γκλάμουρ, ασκήσεις ζεν αντί για παιχνίδια ισχύος. Κι όμως στο «Παιχνίδι του Χρήματος» ο ήρωας του Τζακ Ο’ Κόνελ είναι ένας ακόμη μικρός καθημερινός άνθρωπος, που η απόγνωση τον οδηγεί σε αυτή την απονεννοημένη ενέργεια, αλλά δεν μετατρέπεται επιτυχώς σε αληθινό άνθρωπο, καθώς τόσο αυτός όσο και όλοι οι υπόλοιποι, είναι οχήματα σχηματικά για να ειπωθεί μια ιστορία και το χειρότερο μια ιστορία που δεν μοιάζει καθόλου καινούρια.

Κι ενώ η ταινία με άφησε απλώς με ένα αίσθημα ανικανοποίητου, πριν ξεκινήσει στο σινεμά προβλήθηκε το τρέιλερ ενός καινούριου «Μπεν Χουρ» και ήταν τόσο εξόφθαλμα κακό, που με έκανε να σκεφτώ ότι δεν είναι επαρκής εξήγηση πως αυτοί οι άνθρωποι που διοικούν σήμερα τα στούντιο έχουν ως μόνο σκοπό να βγάλουν λεφτά με το μικρότερο δυνατό ρίσκο, ότι δεν είναι επαρκής εξήγηση πως μπροστά σε αυτό το σκοπό αδιαφορούν για το σινεμά, πως μόνο αν συνειδητά ή υποσυνείδητα μισούν βαθιά το σινεμά, την ιστορία του και την ουσία του μπορούν να οδηγούνται σε τέτοιες επιλογές.

The Godfather

Κι όλα αυτά την ίδια εβδομάδα που στα σινεμά εδώ επαναπροβάλλεται ο πρώτος «Νονός» του Κόπολα και την ίδια εβδομάδα που πέθανε ο Μάικλ Τσιμίνο. Αν ο «Νονός» βοήθησε σημαντικά στο να δοθεί μεγάλη ελευθερία στους σκηνοθέτες τη δεκαετία του ’70, η παταγώδης εμπορική αποτυχία της «Πύλης της Δύσεως» του Τσιμίνο το 1980 επέστρεψε τον πλήρη έλεγχο στα στούντιο. Αλλά το θέμα δεν είναι να κάνω κάποια ιστορική αποτίμηση για την οποία δεν είμαι και αρμόδιος, αρμόδιος είμαι μόνο να εκφράσω την απορία γιατί ταινίες κολοσσοί όπως ο «Νονός» ή ο «Ελαφοκυνηγός» γυρίζονται ολοένα και σπανιότερα από το αμερικάνικο σινεμά; Γιατί διαφορετικές προτάσεις και πεδίο καλλιτεχνικής ελευθερίας και φρέσκο αέρα βλέπουμε εδώ και πολύ καιρό μόνο από την αμερικάνικη τηλεόραση; Γιατί το σινεμά των στούντιο αντί για νέους Μπεν Χουρ μάς επαναλανσάρει μόνο τους παλιούς καταστρέφοντάς τους. Όσο το σινεμά θα προσπαθεί να κοπιάρει το προηγούμενο σινεμά, τόσο το σινεμά θα αυτοκαταστρέφεται. Αν δεν υπάρξει χώρος για να προσφερθούν νέοι «Νονοί» και νέοι «Ελαφοκυνηγοί», αν δεν προσφερθεί χώρος για ταινίες που δεν θα θυμίζουν παλιές, αλλά θα είναι οι τολμηρές νέες προτάσεις της εποχής τους, πολύ φοβάμαι ότι πολύ σύντομα θα δούμε τα ριμέικ τους και τα ριμπούτ τους με τρέιλερ που θα μας κάνουν να κατεβάζουμε τα μάτια από ντροπή.