Η καλλιτεχνική ομάδα από τη Γάνδη, που γνωρίζει τεράστια επιτυχία στη χώρα της, όσο και στο εξωτερικό, δεν είναι ένα μπαλέτο με την κλασσική έννοια του όρου. Αντίθετα ξεχωρίζει για τα πολυσυλλεκτικά θεάματα που παρουσιάζει, εκεί που το σωματικό θέατρο, ο σύγχρονος χορός και τα διεθνή μουσικά ακούσματα ενώνονται σε ένα πλούσιο μείγμα οραμάτων. Μετά το “Coup Fatal” που φιλοξενήθηκε από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση το 2015, η ομάδα επανασυστήθηκε πριν από λίγες μέρες στο ελληνικό κοινό με το “Requiem pour L.”, ένα ριψοκίνδυνο μουσικό εγχείρημα που πυροδοτεί μια νέα ερμηνεία, μέσα από την έντονη διασταύρωση των παραδόσεων από την Ευρώπη μέχρι την Αφρική. Με ενορχηστρωτές το καλλιτεχνικό δίδυμο Alain Platel στη σκηνοθεσία και Fabrizio Cassol στη σύνθεση, θέτει την πολυπολιτισμικότητα στο επίκεντρο με έναν τρόπο διαφορετικό, που σίγουρα δεν έχουμε ξαναδεί.

Το «Ρέκβιεμ», που αποτελεί για πολλούς την τελευταία, αλλά και υψηλότερη πνευματική κατάκτηση του Μότσαρτ, έγινε η ιδανική συνθήκη να οδηγηθούμε στον βιωματικό χώρο της μουσικής παράστασης των Ballets C de la B και να γίνουμε κοινωνοί μιας νέας εμπειρίας που άνοιξε διάπλατα μπροστά μας σε ένα μωσαϊκό πρωτόγνωρων ακουσμάτων. Αφουγκραζόμενοι μια παράδοξα επιτυχημένη συνταγή από τζαζ χρωματισμούς, οπερατικές άριες και παραδοσιακά αφρικάνικα ακούσματα, βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε ανάμεσα σε ένα ισχυρό δίπολο: εκεί που η πιο γνωστή νεκρώσιμη ακολουθία της καθολικής εκκλησίας αντικρίζει τους ζωηρούς ρυθμούς των αφρικάνικων τελετών, όπου η ιδέα του θανάτου είναι πολύ διαφορετική, καθώς τη θέση της θλίψης και του πόνου, παίρνει η χαρά. Ακόμα και μέσα από τα σώματα των δεκατεσσάρων μουσικών επί σκηνής, που καθοδήγησε σκηνοθετικά ο Platel, είδαμε την κατάνυξη του πένθους σε συνδυασμό με τον «εκστατικό» χορό που ξορκίζει το θάνατο. Αυτό το μουσικό σύνολο «της διασποράς» μέσα από τον ήχο, τη φωνή και τη σωματικότητά του, μας προσέφερε απλόχερα μια δυνατή ερμηνεία που αποκάλυψε την οικουμενικότητα του συγκεκριμένου έργου.

Μέσα από την επίγνωση του γεγονότος ότι ο Μότσαρτ δεν είχε ολοκληρώσει το Ρέκβιεμ, η ανατρεπτική παρέμβαση του συνθέτη Fabrizio Cassol φαίνεται ότι κατάφερε να συγχωνεύσει δύο φαινομενικά αντίθετους μουσικούς κόσμους σε έναν, σε μια νεκρώσιμη ακολουθία που να μην είναι ούτε δυτική, ούτε αφρικάνικη. Οι «πειθαρχημένες» φωνές των τενόρων ψιθύριζαν τα λατινικά κείμενα του Ρέκβιεμ, ενώ συνομιλούσαν με το έντονο τραγούδισμα των αφρικάνικων γλωσσών, σε μια τραχεία αρμονία που μας περιτριγύρισε ήσυχα, χωρίς να μας κάνει να αναρωτηθούμε. Συγκεκριμένα, αυτή η ιδιαιτερότητα του πολιτιστικού διαλόγου που ξεχείλιζε μέσα από τη ροή του έργου, είναι το βασικό στοιχείο που εισπράξαμε γενναιόδωρα από τους πρωταγωνιστές.

Παρακολουθώντας τις σκηνικές αλλαγές και τα έντονα ρυθμικά στοιχεία που φέρνουν συν-κίνηση, είδαμε τους θεατές να κινούν ρυθμικά τα πόδια τους ασυναίσθητα κάτω από τα καθίσματα της Στέγης. Η σωματοποίηση που επιχειρεί ο Platel, καταφέρνει να μετατρέψει τη δυτικά φορτισμένη σύνθεση με στοιχεία οργανικά, που αφήνουν το θεατή να βυθιστεί στην ηχητική ατμόσφαιρα, αλλά παράλληλα του δίνουν το χρόνο να αναζητήσει το μήνυμα του έργου. Από το πίσω μέρος της σκηνής ξεπηδά μια συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία που σημαδεύει ολόκληρη την πορεία του έργου. Πρόκειται για μια ασπρόμαυρη προβολή σε αργή κίνηση, που αποτυπώνει τον πραγματικό θάνατο μιας Βελγίδας και έρχεται σαν μια επιπλέον νοηματική επίστρωση που μας επαναφέρει στο ρεαλισμό. Μπορεί φαινομενικά η κινούμενη εικόνα να βρίσκεται σε αντιδιαστολή με τη λυρικότητα του θεάματος, παράλληλα, όμως, καταδεικνύει την «κύκνεια» διάθεση του έργου και την ανθρωπιστική προσέγγιση που επιχείρησαν οι δημιουργοί.

Και κάπως έτσι, μέσα από την ανοιχτή ανάγνωση και την ιδιότυπη αρμονικότητα, ενισχύεται η έντονη ταυτότητα των C de la B. Μια ομάδα πάντα πιστή στις αρχές της, που επιτρέπει σε καλλιτέχνες από διαφορετικούς τομείς και υπόβαθρο να γίνουν μέρος της δυναμικής της εξέλιξης. Το αποτέλεσμα αυτού του καλλιτεχνικού μείγματος μπορεί να μην είναι εύκολο να ταξινομηθεί σε μια συμπαγή κατηγορία, ωστόσο διαθέτει ένα ισχυρό προσωπικό ύφος: τόσο λαϊκό και αναρχικό, όσο εκλεκτικό και αφοσιωμένο. Άλλωστε, το μότο της είναι «αυτός ο χορός είναι για τον κόσμο και ο κόσμος είναι για τον καθένα».

Τριάντα χρόνια μετά τη δημιουργία της ομάδας από τον Platel, ο θεατής μπορεί να μην ξέρει τι θα συναντήσει επί σκηνής, αλλά σίγουρα περιμένει να έρθει αντιμέτωπος με μια διαφορετικότητα που έχει σημείο αναφοράς. Ακροβάτες, ηθοποιοί, χορευτές και τενόροι καλούνται να αναπαραστήσουν ετερόκλητες σκηνές μέσα από την αυθόρμητη συνθετική διάθεση του Platel, που «διασκεδάζει» μέσα από το ρόλο της δημιουργίας. Καταρρίπτοντας την ιεραρχία που έχουμε συνηθίσει σε δυτικά θιασικά πρότυπα, ο Platel ανανεώνει τα μέλη της ομάδας του και διατηρεί μια ελευθερία ανταλλαγής που κρατά τελικά συμπαγές το καλλιτεχνικό του έργο. Έτσι, οι παραστάσεις του εμπερικλείουν μια μορφή αμεσότητας που διαπερνά καθοριστικά τους performers, αφήνοντας τους προβολείς να αιχμαλωτίζουν -τίποτα παραπάνω από- τις διαστάσεις τις ανθρώπινης ζωής.

Τα κλασικά σκορ του Μπαχ, του Μοντεβέρντι και τώρα του Μότσαρτ συνέδεσαν το σκηνοθετικό ένστικτο του Platel με το συνθετικό έργο του Cassol και μαζί δημιούργησαν τα τελευταία χρόνια μια καλλιτεχνική ανταλλαγή με τη μουσική να αποτελεί το πιο κρίσιμο υλικό τους. Η διασκευή του Ρέκβιεμ εντείνει το κοινό έδαφος των δύο καλλιτεχνών σε μια πολυεθνική γιορτή που συνοδεύει, αλλά ταυτόχρονα αντιφάσκει με τις παραδόσεις της νεκρώσιμης ακολουθίας, με μια υμνητική μορφή που τελικά αφήνει στο θεατή την επίγευση της «δίψας για ζωή».