Ο Ματ Ντίλον είναι ο Τζακ, ένας σίριαλ κίλερ με το ψευδώνυμο “Μr. Sophistication” (σινεφίλ αναφορά στον Κασσαβέτη του “The Killing of a Chinese Bookie”;). Θα αφηγηθεί στον συνομιλητή του και μαζί με εκείνον σε μας, πέντε περιστατικά σπαρμένα σε μια δράση δώδεκα ετών. Στην πραγματικότητα θα αφηγηθεί περισσότερα δηλαδή, αλλά για λόγους όχι ακριβώς ευκρινείς, πέντε είναι εκείνα τα οποία θα αξιωθούν ειδικής αναφοράς και ταξινόμησης. Έχει σκοτώσει δεκάδες άτομα, σε ένα περιστατικό τον έχουμε αφήσει στα εξήντα πλας, οπότε αφού η χρονική ακολουθία είναι συγκεχυμένη, μπορεί κάλλιστα να έχει φτάσει και σε τριψήφιο αριθμό.

Στο πρώτο παίρνει με οτοστόπ την Ούμα Θέρμαν, που έχει πρόβλημα με το αυτοκίνητό της. Εκείνη αρχίζει και κάνει αμέσως ένα σωρό αστεία για το ότι ο Τζακ μοιάζει με σίριαλ κίλερ και για το ότι το βανάκι που οδηγεί μοιάζει με αυτά με το οποία μεταφέρουν οι σίριαλ κίλερ τα πτώματα των ανθρώπων που δολοφονούν. Εκείνος δεν αντιδρά περίεργα, την αφήνει όντως στο συνεργείο κι ετοιμάζεται όντως να φύγει. Εκείνη τον θερμοπαρακαλεί να περιμένει και να την γυρίσει πίσω στο αυτοκίνητο. Την περιμένει και όντως την γυρνάει. Μετά, επειδή το συνεργείο δεν έκανε καλή δουλειά, του ζητάει να την ξαναπάει. Εξακολουθεί να τον πειράζει για το αν είναι σίριαλ κίλερ. Εκείνος εξακολουθεί να μένει απαθής. Μέχρι που φτάνει να του πει, ότι εντάξει μωρέ, αποκλείεται να είναι σίριαλ κίλερ, παραείναι κότα για να μπορούσε να σκοτώσει.

Με το καλημέρα της ταινίας λοιπόν, με την αρχή του πρώτου περιστατικού, είναι τόσο κραυγαλέα όσα συμβαίνουν, ώστε δύο ερμηνευτικές εκδοχές ανοίγουν για τους θεατές. Η μία είναι να πούμε ότι μέχρι τώρα ξέραμε για την «κουλτούρα του βιασμού» και τις γυναίκες που από θύματα του βιασμού μετατρέπονται σε τουλάχιστον συνένοχοι του θύτη, αφού τις κατηγορούν ότι προκάλεσαν, κουνήθηκαν, τα ήθελαν κλπ.

Με «Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ» έφτιαξε το πιο περίεργο χάπι εντ όλων των εποχών

Ότι σαν να μην μας έφτανε αυτή, ο Τρίερ μοιάζει να εικονογραφεί δίπλα της μια «κουλτούρα της γυναικοκτονίας», καθώς έχουμε μια τύπισσα που προκαλεί τον άλλο με κάθε τρόπο να την σκοτώσει, προσβάλλοντας μέχρι και τον ανδρισμό του. Η δεύτερη εκδοχή -την οποία και προσωπικά θα υιοθετήσω– είναι ότι ο Τρίερ εξαρχής μας λέει να μην πάρουμε και πολύ σοβαρά όσα θα δούμε να κάνει ο Τζακ. Ή μάλλον πολύ λάθος διατύπωση: ο Τρίερ θέλει να πάρουμε εντελώς σοβαρά όσα θα μας δείξει, αλλά όχι στο πλαίσιο μιας κανονικής μυθοπλασίας. Δεν θέλει να πάρουμε σοβαρά τη δράση, τους φόνους, τα περιστατικά, αλλά τις ιδέες που θέλει να αναπτύξει, τις ιδέες που θα μπαίνουν διαρκώς εμβόλιμες στο πλαίσιο της συνομιλίας του Τζακ με τον άντρα που δεν βλέπουμε αλλά μόνο ακούμε και που στην πορεία θα αποκαλυφθεί πλήρως και η δική του ταυτότητα. Και είναι ιδέες εντελώς αυτοαναφορικές, καθώς ο Λαρς φον Τρίερ χρησιμοποιεί έναν κατά συρροή δολοφόνο ως όχημα για να μιλήσει για τον ίδιο ως καλλιτέχνη, για την τέχνη του, για την τέχνη γενικά, για το τι αυτή εγκιβωτίζει και τι αποτρέπει, για τη σχέση της με τις σκοτεινές επιθυμίες,  για τη σχέση της με το καλό και το κακό, για την υπεροχή της έναντι οποιασδήποτε άλλης αξίας, για το αρνητικό των φωτογραφιών, για την πίσω όψη των πραγμάτων, για την αισθητική ομορφιά της σήψης και της παρακμής και της κτηνωδίας, για την απενοχοποίηση, για την ενοχή, για την τιμωρία, για την αιώνια τιμωρία.

Από τα πέντε περιστατικά της αποτρόπαιας δράσης του Τζακ, τα πρώτα τέσσερα αφορούν γυναίκες και μόνο το πέμπτο άντρες. Και η κατάληξη του πέμπτου είναι ένα ακόμα ιδιοφυές κλείσιμο του ματιού, καθώς ο Τρίερ παίζει με τα ανομολόγητα σαδιστικά ένστικτα του κοινού που έχει δύο πάγιες αλληλοαντικρουόμενες ιδιότητες: του ηθικολόγου και του ηδονοβλεψία. Αλλά επειδή δεν υπάρχει τρόπος να το σχολιάσει κανείς χωρίς σπόιλερ, ας πούμε για τις τέσσερις γυναίκες. Η πρώτη, όπως είπαμε, υποπίπτει στο θανάσιμο αμάρτημα της πρόκλησης, του τσιγκλίσματος και της αμφισβήτησης του ανδρισμού. Η δεύτερη στο θανάσιμο αμάρτημα της εξαιρετικής ευήθειας και ευπιστίας, σε ένα κεφάλαιο, όπου μια σειρά από ατάκες δείχνουν ότι ο Τρίερ κάνει με έναν τρόπο πλάκα. Κάνει πλάκα βέβαια με έναν τρόπο που δεν είναι αστείος, που είναι χοντροκομμένος κι επιτηδευμένος, πάντως το σημαντικό είναι ότι, όπως και στο πρώτο περιστατικό, η αληθοφάνεια έχει πάει περίπατο και οι ηρωίδες δεν είναι θύματα ενός θρίλερ που περιγράφει τη δράση ενός σίριαλ κίλερ, αλλά κάποιου άλλου genre. Στο τρίτο κεφάλαιο έχουμε την συγκριτικά λιγότερο ένοχη γυναίκα, καθώς δεν μπορεί να πάει ο νους σου (ως μητέρας – όχι ως θεατή) ότι θα γίνουν όσα θα κάνει ο Τζακ, αν πρέπει πάντως να της καταλογίσουμε αμάρτημα είναι αυτό της υπερβολικής εμπιστοσύνης. Η τέταρτη υποπίπτει στο αμάρτημα της «γυναικείας» ευαισθησίας και συναισθηματισμού και μητρικού τύπου λυγίσματος μπροστά σε έναν άντρα που κλαίει και ζητάει συγγνώμη.

Οι γυναίκες συναγωνίζονται η μία την άλλη σε ένα διαγωνισμό τερματικής ηλιθιότητας, αλλά τις συναγωνίζονται επάξια, σπάζοντας το ηλιθιόμετρο, οι διάφοροι αστυνομικοί πάνω στους οποίους θα πέσει ο Τζακ. Και για να είμαστε δίκαιοι όταν επιτέλους εμφανιστούν και άλλοι άντρες στην ταινία κι αυτοί βλακωδώς θα δράσουν. Κι ενώ η ηλιθιότητα δίνει και παίρνει κι ενώ ούτε ο ίδιος ο Τζακ παρουσιάζεται σε αντιδιαστολή ως κάποιος τετραπέρατος δολοφόνος, ακόμη κι αν αργήσεις να καταλάβεις πώς γίνεται να μην παίρνει ποτέ κανείς χαμπάρι έναν άνθρωπο που εκτελεί δεκάδες ανθρώπους χωρίς ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης, έρχεται ο ίδιος ο Τρίερ να σου εξηγήσει ρητά και ξεκάθαρα τι θέλει να πει: ο Τζακ σκοτώνει ανενόχλητος όχι γιατί είναι πανούργος και ξέρει να κρύβεται, ούτε γιατί τα θύματά του και οι αστυνομικοί είναι ηλίθιοι. Ο Τζακ σκοτώνει ανενόχλητος γιατί κανείς δεν νοιάζεται. Κανείς δεν θα έρθει να βοηθήσει ακόμη κι αν ουρλιάξεις δυνατά βοήθεια.

Το ομολογεί με κατάπληξη και ο ίδιος: είναι εντυπωσιακό ότι μπορείς να ζεις μια ζωή στην οποία έχεις κάνει τόσο πολύ κακό χωρίς να υποστείς την παραμικρή τιμωρία. Ο Τρίερ δεν μας παρουσιάζει μια κακά στημένη μυθοπλασία, μας παρουσιάζει μια παραβολή: Τιμωρία δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο. Ενδιαφέρον και ανθρωπιά δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο. Σε παίρνει να κάνεις κακό. Δεν θα τιμωρηθείς. Αν θες να το κάνεις, μπορείς να το κάνεις. Καλώς ή κακώς σε ένα έργο τέχνης περιμένουμε να υπάρχει η κάθαρση. Στο σινεμά απαιτούμε να αποδοθεί μια δικαιοσύνη. Και όχι μόνο στο σινεμά. Όσο κι αν στη ζωή δεχόμαστε με κυνισμό ή με παραίτηση ότι υπάρχει αδικία, ότι υπάρχει ατιμωρησία, ότι τα πράγματα κάθε άλλο παρά ιδεατά είναι, κατά βάθος παραμένει μια από τις πιο σκανδαλώδεις ιδέες ότι μπορεί πράγματι να υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν τα μύρια όσα και μένουν ατιμώρητοι.

Ένα από τα μεγάλα ταμπού του σινεμά είναι τα παιδιά. Δεν δείχνεις παιδιά να παθαίνουν κακό. Αν πάθουν κακό, το έχουν πάθει εκτός οθόνης, εκτός αναπαράστασης. Η στιγμή που ο Τρίερ σπάει αυτόν τον κανόνα είναι μια στιγμή κινηματογραφικής βαρβαρότητας ή μια στιγμή καλλιτεχνικής ελευθερίας; Θα επιλέξω τη δεύτερη εκδοχή, αλλά μπορώ να ακούσω και κάθε επιχείρημα υπέρ της πρώτης. Αν όμως παίρνω τη δεύτερη εκδοχή γιατί μιλάμε για πράγματα που δεν γίνονται στα αλήθεια, ο Τρίερ φτάνει να αμφισβητεί ακόμη και αυτήν τη διάκριση, φτάνει να βάλει τον εαυτό του δίπλα σε τέρατα της Ιστορίας, για να πει ότι μεγάλη τέχνη ήταν αυτό που έκανε ο Χίτλερ, μεγάλη τέχνη είναι κι αυτό που κάνει ο ίδιος. Τα πιστεύει στα αλήθεια; Τα λέει για να προκαλέσει και να σοκάρει σαν άτακτο κωλόπαιδο; Όπως και να είναι, η καλλιτεχνική ελευθερία μπορεί να μην έχει όρια, η μαλακία όμως θα έπρεπε να έχει.

Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το κίνητρό του. Προσωπικά μπορώ να απορρίψω  τις θεωρίες που υποστηρίζει (όσες τουλάχιστον κατάλαβα), αλλά την ίδια ώρα να πω ότι ακριβώς αυτά τα ιντερμέδια, όπου σολάρει και σχεδόν παραληρεί φιλοσοφικά, είναι τα καλύτερα κομμάτια του «Σπιτιού που Έχτισε ο Τζακ», καθώς εντάξει όσο να’ ναι δεν είναι και κάτι που βλέπεις κάθε μέρα στο σινεμά. Ή και κάθε μήνα. Ή και κάθε χρόνο. Και μπορούμε να το τραβήξουμε και αρκετά πέρα από τον χρόνο. Τελικά δηλαδή μπορεί σε επίπεδο ιδεών και να μην καταλαβαίνω εντελώς, και στον βαθμό που καταλαβαίνω να απορρίπτω σχεδόν εντελώς το συνονθύλευμα ιδεών του Τρίερ, αλλά σε επίπεδο κινηματογραφικής πρότασης του βγάζω ξανά το καπέλο.

Κι ύστερα έρχεται και ο εικαστικά λαμπρός επίλογος. Αν μη τι άλλο ο Τρίερ μπορεί να ισχυρίζεται ότι με «Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ» έφτιαξε το πιο περίεργο χάπι εντ όλων των εποχών.