Τις τελευταίες ημέρες η ανακούφιση για την ανακατάληψη της Παλμύρας υπήρξε διπλή: πρώτον είναι ένα δείγμα ότι στη φάση αυτή ο ΙSIS όχι μόνο δεν επελαύνει πια αλλά γνωρίζει και σημαντικές στρατιωτικές ήττες και δεύτερον οι αρχαιολογικοί θησαυροί της πόλης δεν είναι ολοσχερώς κατεστραμμένοι, καθώς μάλλον η εκούσια καταστροφή τους είχε μικρότερη έκταση από την εικαζόμενη. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος, αν θέλω κάτι να πω, επ’ ουδενί δεν είναι ένα εξ αντιδιαστολής επιχείρημα του τύπου, έλα μωρέ τους είχαμε αδικήσει, δεν είναι και τόσο ακραίοι σκοταδιστές. Αναρωτιέμαι μόνο φωναχτά μήπως υπάρχει μια αναντιστοιχία με την εικόνα τους ως εκπροσώπων του απόλυτα τυφλού κακού που θα θεωρούσε υποχρέωσή του να μην αφήσει απολύτως τίποτα όρθιο. Αναρωτιέμαι επίσης αν αυτός ο τρόπος πρόσληψης του εχθρού ως εκπροσώπου του απόλυτα τυφλά κακού είναι ένας τρόπος πρόσληψης βγαλμένος από το πολιτικό, ηθικό και αισθητικό σύμπαν των υπερηρώων.

Όσες πόλεις, αληθινές και φανταστικές, έχει ισοπεδώσει το Χόλιγουντ τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει ισοπεδώσει κανείς

Για να προβοκάρω λοιπόν, σκεφτόμουν πως αν ποτέ επικρατούσε ο ISIS ή οποιαδήποτε άλλη μορφή θρησκευτικού ή πολιτικού φανατισμού, δεν ξέρω πόσα θύματα τρομοκρατικών ενεργειών και πολέμων θα άφηναν πίσω τους, δεν ξέρω πόσες πόλεις θα ισοπεδώνονταν στην πραγματικότητα, πάντως όσες πόλεις, αληθινές και φανταστικές, έχει ισοπεδώσει το Χόλιγουντ τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει ισοπεδώσει κανείς. Είτε από φυσικές καταστροφές, είτε από εξωγήινους, είτε από τις πάσης φύσεως δυνάμεις του (απόλυτου) κακού, οι αμερικάνικες μεγαλουπόλεις έγιναν ξανά και ξανά και ξανά σμπαράλια. Αλλά όλη αυτήν την εμμονή, όλην αυτήν την επαναληψιμότητα, όλην αυτήν τη διαρκή προσφορά ισοπέδωσης κανείς δεν την λέει σκοταδιστική. Το επιχείρημα «μισούν τον τρόπο ζωής» των δυτικών, παραγνωρίζει ότι σε επίπεδο ποπ κουλτούρας προσφέρουμε διαρκώς ως υπερθέαμα υπερκαταστροφές. Πάρε αναψυκτικό και ποπ κορν κι απόλαυσέ τες. Η καταστροφή είναι θεαματική, αυτό είναι το θεμελιωδέστερο δόγμα του σινεμά των μπλοκμπάστερ και η διαρκής εξέλιξη των ειδικών εφέ (προκειμένου να προσφερθούν ακόμη πιο εντυπωσιακές εικόνες ισοπεδώσεων πόλεων), βαίνει παράλληλα με τη διαρκή εξέλιξη των οπλικών συστημάτων (προκειμένου να επιτευχθούν ακόμη πιο αποτελεσματικές ισοπεδώσεις πόλεων).

bat2

Στο «Βatman v Superman: η αυγή της δικαιοσύνης» λοιπόν, ο Ζακ Σνάιντερ ξεκινάει από εκεί που είχε σταματήσει στο «Man of Steel». Η ισοπέδωση μέρους της Μetropolis από την επική κλωτσοπατινάδα του Σούπερμαν με τον Στρατηγό Ζοντ είχε παράπλευρες απώλειες. Όσο οι Θεοί πλακώνονταν μεταξύ τους και γκρέμιζαν ουρανοξύστες οι άνθρωποι απο κάτω πλήρωναν το τίμημα. Ο Σνάιντερ το είχε κάνει σε μικρότερο βαθμό και στο «Man of Steel», το κάνει πολύ πιο εμφανώς τώρα: οι εικόνες των ανθρώπων που κοιτάνε τα κτίρια να πέφτουν και τη σκόνη να τους τυλίγει είναι σαν κόπια αντίστοιχων εικόνων από την 11η Σεπτεμβρίου, εικόνων που σημάδεψαν το συλλογικό ασυνείδητο. Aλλά θεωρώ ότι δεν πρόκειται τόσο για αναπαράσταση ενός τραύματος, όσο για ένα «διάλογο» και μια αλληλεπίδραση μεταξύ αυτού του είδους του σινεμά και της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους. Οι άνθρωποι που σχεδίασαν αυτές τις επιθέσεις, είτε είχαν τον Αλλάχ στο κεφάλι τους είτε όχι, πρέπει να είχαν από παιδιά καταναλώσει χιλιάδες ανθρωποώρες παρακολουθώντας αμερικάνικες εικόνες εκρήξεων και καταστροφών. Είχα γράψει στο παρελθόν ότι η εικόνα του αεροπλάνου προς το δεύτερο πύργο, η εικόνα των φλεγόμενων πύργων, η εικόνα των καταρρέοντων πύργων είναι εικόνες γέννημα θρέμμα αμερικάνικες, ότι οι εικόνες αυτές είναι υπό αυτή την έννοια το μεγάλο αμερικάνικο αριστούργημα. Και το ότι αντίστοιχες εξακολουθούν να προσφέρονται κατά κόρον έκτοτε στις κινηματογραφικές αίθουσες, δείχνει ότι δεν είναι εικόνες που απωθούν, δεν είναι εικόνες που παράγονται ως ξόρκι, είναι είτε ένας εθισμός στην προσομοίωση της καταστροφής τόσο μεγάλος, ώστε να εκλαμβάνονται πια όλα ως προσομοίωση και αναπαράσταση, είτε ένα καταπιεσμένο ένστικτο (αυτο)καταστροφής.

Ας πάρουμε όμως τον τίτλο της ταινίας στα δύο συνθετικά του. Πρώτον ο Μπάτμαν εναντίον του Σούπερμαν; Μα γιατί; Και δεύτερον η αυγή της δικαιοσύνης; Υπό ποιά έννοια; Στο πρώτο, μην ψάχνεις το γιατί. Ο Σούπερμαν «τα έχει», λέει, με τον Μπάτμαν γιατί το παραέχει ρίξει στη σκοτεινιά και δε σέβεται τα ατομικά δικαιώματα των εγκληματιών, ενώ ο Μπάτμαν τα έχει, λέει, με τον Σούπερμαν, γιατί μπορεί ανά πάσα στιγμή να μας διαλύσει όλους μόνος του και ναι μεν ως τώρα δεν ενεργεί εχθρικά, αλλά για πόσο μπορεί να μείνει καθαρός κανείς σε αυτό τον κωλότοπο, άρα δε θα ήταν συνετό να τον εξολοθρεύσουμε προληπτικά; Μήπως αυτά δεν βγάζουν και τόσο νόημα και απλά τα αγόρια με τις στολές θέλουν να δουν ποιός έχει μεγαλύτερη την υπερηρωοσύνη; Κι αν, έστω, αυτά που τους φέρνουν αντιμέτωπους δε σου φαίνονται και τόσο ό,τι να ‘ναι, όσα θα επακολουθήσουν μετά είναι ο ορισμός του ό,τι να ΄ναι. Ως προς το δεύτερο δε, ως προς την αυγή της δικαοσύνης, ο τίτλος δεν είναι ούτε κυριολεκτικός (για να είναι φορτισμένος πολιτικά έτσι ή αλλιώς και να το συζητήσουμε) ούτε ειρωνικός, είναι απλά κενός περιεχομένου: να ΄χαμε να λέγαμε. Σε δουλειά να βρισκόμαστε ή μάλλον σε χαμό να βρισκόμαστε.

Αν η μπατμανομανία ξεκίνησε από τότε που έβαλε τη στολή ο Μάικλ Κίτον, το «Βirdman» θα είναι διαρκώς επίκαιρο

Η ταινία θα έπασχε ούτως ή άλλως από μόνη της, αλλά πάσχει και πολύ περισσότερο συγκριτικά καθώς η τριλογία του Νόλαν απέδειξε ότι μπορεί να γυριστούν σημαντικές ταινίες με ήρωες υπερήρωες (sic). Ένα έξτρα πρόβλημα είναι ότι ο Νόλαν έφτιαξε έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο είχαμε τοποθετήσει τον κάθε χαρακτήρα. Να βλέπεις τώρα τον Τζέρεμι Άιρονς να παίζει τον Μάικλ Κέιν και τον Μόργκαν Φρίμαν μαζί, το κάνει διπλά ψεύτικο. Κι επίσης ο Μπάτμαν της ταινίας του Σνάιντερ δεν είναι σκοτεινός, όπως θα ήθελε ο ίδιος. Είναι ανερμάτιστος, είναι ασυνάρτητος, λειτουργεί στα όρια της τερματικής ηλιθιότητας. Πόσοι θα προλάβουν ακόμα να παίξουν τον Μπάτμαν; Ο Μάικλ Κίτον, ο Τζορτζ Κλούνει, ο Βαλ Κίλμερ, ο Κρίστιαν Μπέιλ, τώρα ο Μπεν Άφλεκ, τώρα και Μπάτμαν και σε Lego. Αν η μπατμανομανία ξεκίνησε από τότε που έβαλε τη στολή ο Μάικλ Κίτον, το «Βirdman» θα είναι διαρκώς επίκαιρο και θα σχολιάζει μέσα σε όλα τα άλλα και αυτό το είδος κινηματογράφου.

bat

Έκλεινα και το κείμενο της προηγούμενης εβδομάδας με έναν ελέφαντα στο δωμάτιο, θα το κάνω και τώρα. Υπάρχει λοιπόν ένας ελέφαντας σε αυτό το κείμενο. Που αφορά το ποιά ταινία αφορά. Δεν με ανάγκασε κανείς να δω αυτή την ταινία. Το επέλεξα. Μπορούσα να δω το «Η Εβίτα δεν κοιμάται πια εδώ», μπορούσα να δω το «Μια υπέροχη μέρα», μπορούσα κυρίως να δω το «Επόμενος σταθμός: Ουτοπία» ένα ντοκιμαντέρ για την αυτοδιαχείριση ενός εργοστασίου. Ναι μεν έχει σημασία το πώς θα αντιμετωπίσεις ένα συγκεκριμένο θέμα ή μια συγκεκριμένη ταινία, αλλά ακόμη πιο καίρια είναι η πρώτη απόφαση του τι θα επιλέξεις να ασχοληθείς, τι θα επιλέξεις να δεις, τι θα επιλέξεις να σχολιάσεις. Όσοι ασχολούνται με το ίδιο θέμα, είτε επαινετικά πολύ είτε επικριτικά πολύ, δεν παύουν να κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.

bat3

Απομένει λοιπόν το ερώτημα: γιατί πηγαίνει κανείς να τα δει αυτά τα έργα. Αν το αληθινό σινεμά είναι σαν μια ερωτική χειρονομία, αν ζητάει από τον θεατή να του αποκαλυφθεί και του αποκαλύπτεται κι αυτό με τη σειρά του, αν το αληθινό σινεμά λέει στον θεατή θα δεις γυμνό το δικό μου σώμα, το δικό μου βλέμμα, τη δική μου μυρωδιά, τη δική μου γεύση, τη δική μου αφή, είτε σου ταιριάξουν είτε όχι θα είναι πάντως τα δικά μου, θα είναι κάτι μοναδικό και ξεχωριστό, αυτού του είδους το σινεμά έχει τη λειτουργία του πορνό: τα εφέ παίρνουν εντελώς τα ηνία από οτιδήποτε άλλο, καθώς οτιδήποτε άλλο (χαρακτήρες, ιστορία κλπ) είναι απλά σαν εισαγωγικό σε τσόντα. Αλλά στην εποχή των porn sites τα εισαγωγικά είναι πια μόνο για μερακλήδες. Πας απευθείας στο ψητό. Bλέπεις αυτό που θες να δεις και καλύπτεις την ανάγκη σου. Ο θεατής, που κατασκευάζουν λοιπόν αυτού του είδους οι ταινίες, είναι ακριβώς ο θεατής που τις παρακολουθεί για να αυνανιστούν τα μάτια του. Δεν θα φύγει από το σινεμά έχοντας μια ερωτική εμπειρία. Αλλά θα έχουν τελειώσει τα μάτια του.