Επιμέλεια: Ελ.Γ.

Από σήμερα, Δευτέρα 25 Ιουλίου, βρίσκεται σε περίλαμπρη θέση, καλοφωτισμένος, μέσα στην ειδική προθήκη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και θα κερδίζει τα βλέμματα θαυμασμού των επισκεπτών. «Μετακόμισε» εκεί από το Εργαστήριο Συντήρησης Μετάλλων του Μουσείου, όμως η διαδρομή του χάνεται στους αιώνες και η ιστορία που έχει να αφηγηθεί είναι ιδιαίτερη. Ο λόγος για τον κρατήρα μάχης και ένα από τα χρυσά κύπελλα που διέθετε στο εσωτερικό του που εκτίθενται από σήμερα, για πρώτη φορά από την ανακάλυψή του.

Πέρασαν περισσότερα από 140 χρόνια από την μέρα που ο Ερρίκος και η Σοφία Σλήμαν ανέσκαπταν, τον Νοέμβριο του 1876, τον έναν μετά τον άλλον τους πέντε πρώτους βασιλικούς τάφους του περίφημου ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών. Στους τάφους αυτούς εντόπισαν για πρώτη φορά αντικείμενα και ταφικά έθιμα απολύτως άγνωστα ως τότε στην αρχαιολογική έρευνα, που χρονολογούνταν στο 16ο αι. π.Χ., δηλαδή σε μια περίοδο του παρελθόντος που ήταν έως τότε παντελώς αχαρτογράφητη.

Τα περισσότερα και τα πολυτιμότερα κτερίσματα όλης της Μυκηναϊκής περιόδου (1600 – 1075 π.Χ.) βρέθηκαν στο μέσον του τάφου IV που ανήκε σε έναν πρίγκιπα μόλις 18 ετών. Πολλά μακρά ξίφη, χρυσελεφάντινα μικροτεχνήματα, καθώς και ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά χρυσά και αργυρά κύπελλα του κρητομυκηναϊκού κόσμου ήταν τα δώρα που συνόδευαν το ταξίδι του νεαρού πρίγκιπα στο ταξίδι του προς την αιωνιότητα. Ένα από αυτά είναι και ο εντυπωσιακός κρατήρας, πιθανότατα δώρο τον συμπολεμιστών του και προερχόμενος ενδεχομένως από το πρώτο συμποσιακό σύνολο του ελληνόφωνου κόσμου των πρώτων αριστοκρατών.

l_18583

Το νέο έκθεμα θα εκτίθεται έως τις 25 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο της δράσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με τίτλο «Αθέατο Μουσείο», που αναδεικνύει κάθε δυο μήνες ένα αριστούργημα από τις αποθήκες του μουσείου, δηλαδή από τον άγνωστο κόσμο των αρχαιοτήτων που βλέπουν μόνον οι ειδικοί ερευνητές. Αναμένεται να προσελκύσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών, αλλά και του επιστημονικού κοινού, μιας και ο κρατήρας δεν έχει ποτέ στο παρελθόν παρουσιαστεί και η ανασύσταση της προέλευσής του με τη μελέτη και παρουσίαση του ταφικού του περιβάλλοντος, θα συμβάλουν στην ολοκληρωμένη αφήγηση της άγνωστης ιστορίας ενός νέου και πολλά υποσχόμενου μέλους της πολεμικής ελίτ, ενός πρίγκιπα της πρώτης δυναστείας του Μυκηναϊκού κόσμου, που έζησε βίο βραχύ με μεγάλες προσδοκίες.

l_18586

Το ιστορικό

Τη δεκαετία του 1960 ο Διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Χρήστος Καρούζος, εμπιστεύθηκε στην αρχαιολόγο, Αγνή Ξενάκη-Σακελλαρίου να μελετήσει εκ νέου τα ευρήματα του ταφικού Κύκλου Α που ήταν στις αποθήκες. Εκείνη εντόπισε την τεράστια σημασία των συγκεκριμένων ελασμάτων και με τη βοήθεια των εξαιρετικών συντηρητών του Μουσείου και ενός καλλιτέχνη, ανέστησε το μεγαλύτερο αργυρό αντικείμενο της Μυκηναϊκής αρχαιότητας: τον αργυρό κρατήρα του πολέμου.

Το 1974 η Αγνή Ξενάκη-Σακελλαρίου δημοσίευσε την αποκατάσταση του αγγείου σε διεθνές αρχαιολογικό περιοδικό. Ωστόσο, το αγγείο, λόγω της κακής κατάστασης διατήρησής του δεν εκτέθηκε ποτέ και παρέμεινε στις αποθήκες, γνωστό μόνον στους ειδικούς επιστήμονες της πολεμικής εικονογραφίας του προϊστορικού Αιγαίου.

Η ανασύσταση του αγγείου από τα θραύσματα απέδωσε τον περίτεχνο διάκοσμό του, που είχε γίνει με την έκτυπη τεχνική. Η μεγάλη ανάγλυφη ζώνη στο κύριο σώμα του κρατήρα παρουσιάζει δύο ομάδες αντιμέτωπων πολεμιστών, που τους διακρίνει το διαφορετικό είδος των ασπίδων τους, εν είδει διακριτικών δύο διαφορετικών «στρατών». Τέσσερις πολεμιστές με οκτώσχημες ασπίδες από τη μια μεριά, εναντίον τεσσάρων με πυργοειδείς ασπίδες από την άλλη, και ενός μαχητή, που έχει πέσει ηρωικά στο έδαφος, ανάμεσα στους αντιμαχόμενους.

Το 2003 ανακαλύφθηκε στα Αρχεία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου το περίφημο «χειρόγραφο του Παναγή Σταματάκη», του Έλληνα αρχαιολόγου που συμμετείχε στις ανασκαφές των Σλήμαν και κατέγραφε κάθε ώρα και στιγμή και με λεπτομέρεια, κάθε εύρημα και τον τόπο της εύρεσής του, την ώρα που ερχόταν στο φως. Κάτι που δεν είχε φροντίσει να κάνει ο Ερρίκος Σλήμαν, στερώντας μας τη γνώση των ταφικών συνόλων (δηλαδή, σε ποιον νεκρό ανήκε τι). Έτσι, σήμερα είμαστε σε θέση να αποδώσουμε τον μεγάλο κρατήρα στην ταφή του πρίγκιπα και να γνωρίζουμε ότι μέσα του είχαν τοποθετηθεί ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά χρυσά και αργυρά κύπελλα, συνιστώντας το εύρημα, το πρώτο συμποσιακό σύνολο του ελληνόφωνου κόσμου των πρώτων αριστοκρατών. Σαν να επρόκειτο δηλαδή, για τις ταφικές προσφορές των ίδιων των συμπολεμιστών του πρίγκιπα. Μια ερμηνεία γοητευτική, αλλά όχι βεβαίως τεκμηριωμένη.