Ένας άντρας σε μια μπανιέρα, με το σώμα του σε στάση εσταυρωμένου, απολαμβάνει ένα ποτό. Στο φόντο μια πύλη-έξοδος σχηματίζει το γράμμα Τ. Δεξιά, μια σειρά από κρεμάστρες αιωρούνται σε ακανόνιστα ύψη. Μια πλατφόρμα-πασαρέλα εφάπτεται στο προσκήνιο και σαν ανεστραμμένο είδωλο της πύλης, διεμβολίζει την πλατεία (οι θεατές κάθονται σε διαγώνιο Π γύρω από αυτήν). Τ, όπως Τίμων. Τ, όπως σταυρός. Η υψηλής αισθητικής εναρκτήρια εικόνα του Τίμωνα του Αθηναίου σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού στο Εθνικό Θέατρο προετοιμάζει για τον Γολγοθά του κεντρικού ήρωα σε μια κοινωνία που δεν το ‘χει σε τίποτα να σταυρώνει.

Ποιο είναι, ωστόσο, αυτό το ελάχιστα γνωστό ελισαβετιανό κείμενο, που ήταν το έργο που επέλεξε και σκηνοθέτησε ο Πήτερ Μπρουκ το 1974 για να ανοίξει το θρυλικό Bouffes du Nord στο Παρίσι; Το κείμενο, το οποίο, έχει καταγοητεύσει προσωπικότητες όπως ο Ναμπόκοφ ή ο Μαρξ, που μάλιστα χρησιμοποίησε το έργο ως παράδειγμα στο Κεφάλαιο για να μιλήσει για τη διαβρωτική επίδραση του χρήματος;

Το έργο, που φαίνεται να έγραψαν μαζί ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ με τον Τόμας Μίντλτον, αφηγείται την ιστορία του Τίμωνα, ενός πλούσιου ανθρώπου, χωρίς οικογένεια, που σπαταλούσε γενναιόδωρα τα χρήματά του, βοηθώντας συνανθρώπους του. Κάποια στιγμή, μετά από αλλεπάλληλες δωρεές, χάνει την περιουσία του και αναγκάζεται να ζητήσει δανεικά από όσους ευεργέτησε. Εκείνοι, όμως, τον αρνούνται. Η διεφθαρμένη πόλη του Τίμωνα, η Αθήνα, δεν γνωρίζει τι σημαίνει δικαιοσύνη, τι σημαίνει ανθρωπιά. Ο Τίμων γίνεται μισάνθρωπος και αυτοεξορίζεται στην ερημιά της φύσης, κοντά στη θάλασσα. Εκσφενδονίζει κατάρες κατά της ανθρωπότητας, αρνιέται τον χρυσό, τον «κίτρινο απατεώνα» όταν τον ξαναβρίσκει τυχαία στη γη της εξορίας του, και χάνεται σε έναν θάνατο μοναχικό. Το τέλος του έργου βρίσκει τη πόλη του Τίμωνα να έχει αλωθεί από τον Αλκιβιάδη, έναν στρατηγό που είχε εξορίσει άδικα η Αθήνα της αυθαιρεσίας.

Το έργο έχει σαφείς συγγένειες με τον Βασιλιά Ληρ, μοιάζει για την ακρίβεια σαν πρώτο σκίτσο του (δεν είναι τυχαίο ότι ο Λιβαθινός έχει σκηνοθετήσει τον Ληρ στο ΚΘΒΕ το 2009). Ωστόσο, έχει και αδυναμίες -θεωρείται από τους μελετητές «προβληματικό» έργο- που αποτελούν πρόκληση για κάθε σκηνοθέτη. Η διαμόρφωση της εκάστοτε σκηνοθετικής ανάγνωσης εξαρτάται καθοριστικά από τη ματιά για τα κίνητρα του Τίμωνα. Στην παραστασιολογική ιστορία του έργου ανιχνεύονται, σε αδρές γραμμές, δύο ερμηνευτικές διαδρομές: ο Τίμων που είναι απολύτως αγαθός, ακέραιος, ιδεαλιστής, ο Τίμων που πιστεύει σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και προσφοράς. Και ο νάρκισσος Τίμων, που η γενναιοδωρία του είναι εξωτερίκευση της ματαιοδοξίας του, ο Τίμων που κλείνει τα μάτια στην κολακεία που, ίσως στερημένος από τη θαλπωρή της οικογενειακής ζωής, εξαγοράζει την ανθρώπινη παρουσία, ονομάζοντάς την φιλία.

Στην πρώτη περίπτωση, παρακολουθούμε την τραγική πτώση ενός ανθρώπου αγαθού, που το λάθος του είναι ότι υπήρξε απλώς εύπιστος, καλοκάγαθος και αφελής. Ενώ στη δεύτερη, η τραγική πτώση του Τίμωνα είναι αυτή ενός νάρκισσου, που μπερδεύει ηθελημένα τη γενναιοδωρία με τη συναλλαγή. Η σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδοχές είναι ότι στη δεύτερη ο Τίμων, λόγω πρόθεσης, είναι στην πραγματικότητα αναπόσπαστο κομμάτι ενός κόσμου άσχημου και για την πτώση του έχει σημαντικότατη ευθύνη.

Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού ακολουθεί σαφέστατα τη δεύτερη ερμηνευτική γραμμή. Ο Βασίλης Ανδρέου (Τίμων) περιφέρεται στην αρχή της παράστασης με μια υψηλού στάτους επιτηδευμένη ανάγκη ναρκισσιστικής επιβολής, με ένα πρόσωπο που υποψιάζεσαι ότι κρύβει ένα άλλο προσωπείο. Σε καμία στιγμή δεν πιστεύουμε στ’ αλήθεια ότι δεν υπάρχουν και άλλα κίνητρα για τη γενναιοδωρία του. Καθώς συναναστρέφεται με τους εκπροσώπους της αθηναϊκής κοινωνίας, που ζωντανεύει σκηνικά με τη μορφή του ανσάμπλ, σαν Χορός αρχαίας τραγωδίας, η ηθική σήψη όλων είναι εμφανής.

Ο Λιβαθινός μοιάζει βέβαια να διαβάζει τον Τίμωνα σαν θύμα της εθελοτυφλίας του, σαν έρμαιο μιας ζωτικής αυταπάτης. Έτσι, η έμφαση τοποθετείται στην υπαρξιακή διάσταση του προσωπικού δράματος ενός ανόητου νάρκισσου. Στο β’ μέρος, ο Τίμων καταλήγει μια γκροτέσκα εκδοχή ενός ήρωα (ο Ανδρέου εδώ αποδεικνύεται λίγος για το μέγεθος του ρόλου), που δεν μας κάνει να συμπάσχουμε με το δράμα του. Ένας μισάνθρωπος με έναν μανδύα που στα υλικά του θυμίζει υπνόσακο -ευθεία παραπομπή στους σημερινούς άστεγους- γεμάτος οργή και μίσος. Και αναρωτιέται κανείς: ποιο είναι ακριβώς το σχόλιο της σκηνοθεσίας για τους …Τίμωνες στη σημερινή Αθήνα; Πρόκειται για ανθρώπους που κουκούλωσαν τα σημάδια μιας κοινωνίας ανήθικης, έγιναν συνεργοί της διαφθοράς και βρέθηκαν μετά ανέστιοι και πένητες μπροστά σε μια κυνική κοινωνία και εποχή;

Η θαμπή σκηνοθετική γραφή δεν εμποδίζει, ωστόσο, την παρακολούθηση της ιστορίας αυτού του, άγνωστου στους περισσότερους, έργου. Οι μεστές ερμηνείες της Μαρίας Σαββίδου (Φλάβιος) και του Χρήστου Σουγάρη (Αλκιβιάδης) ξεχωρίζουν και ανανεώνουν, στις σκηνές όπου εμφανίζονται, το ενδιαφέρον του θεατή για τη δράση. Η έξοχη μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, κοφτερή, ποιητική, ευθύβολη, χαρίζει στιγμές διανοητικής απόλαυσης. Οι ευφάνταστες σκηνικές ιδέες (Ελένη Μανωλοπούλου), προκύπτουν μέσα από το ίδιο το κείμενο και σταδιακά αποκρυπτογραφούνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κεντρικό στοιχείο του σκηνικού χώρου στο α μέρος, όπου οι άδειες αιωρούμενες κρεμάστρες παραπέμπουν στους ανθρώπους που βοήθησε ο Τίμων, κρεμάστρες που μοιάζουν με χελιδόνια (τέτοια πουλιά είναι οι άνθρωποι: για καλοκαίρια μόνο λέει ο Τίμων όταν πια είναι αυτοεξόριστος), αλλά και σε ανθρώπους που θα μπορούσαν και να …κρεμαστούν.

Το στοιχείο, ωστόσο, που δίνει μια αληθινή ανάταση και την αίσθηση του τραγικού στην παράσταση είναι η άψογα φωνητικά εκτελεσμένη μουσική που διασκεύασε ο Λύσανδρος Φαληρέας (ακούγονται διασκευασμένα αποσπάσματα έργων των Bach, Verdelot, Carlton και Poulenc). Η χορική εκφορά του τελευταίου κομματιού, «Μόνος του/ Μόνος του/Ικέτης βασιλιάς», αντηχεί πολύ μετά το τέλος της παράστασης και προσφέρει κάθαρση σε ένα έργο που τη στερείται.

Info παράστασης:

Τίμων ο Αθηναίος | 27 Σεπτεμβρίου – 18 Νοεμβρίου 2018 | Εθνικό Θέατρο – Θέατρο Rex-Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη