«Η μόνη γνώση είναι πως τίποτα δεν μπορούμε να γνωρίσουμε πραγματικά», είναι από τα πρώτα λόγια του Φάουστ, μια σωκρατικού ύφους παραδοχή, την ώρα που μονολογεί στο εργαστήριό του. Κάτι τέτοιο ισχύει για το ίδιο το έργο του Γκαίτε· ο «Φάουστ» είναι ένα από αυτά τα μεγάλα κείμενα που θέτουν όλες τις νοητικές και αισθητικές λειτουργίες σου σε εγρήγορση, καθώς προσπαθείς να αναμετρηθείς με το μνημειώδες μέγεθός τους – και που, όσον αφορά στη σκηνική τους πραγμάτωση, μπορούν πολύ εύκολα να καταπιούν το σκηνοθέτη τους, αν δεν καταφέρει να τιθασεύσει το περιεχόμενό τους. (Θυμίζω τι σημείωνα στο κείμενο για την παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δυο χρόνια πριν: Μέσα από τον γοητευτικό μύθο του ώριμου αλλά στερημένου από ζωή επιστήμονα που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο προκειμένου να γευτεί τις ηδονές που έχει στερηθεί, ο «Φάουστ» συμπυκνώνει πλήθος προβληματισμών και θεμάτων, φιλοσοφικά, υπαρξιακά, θεολογικά, και θέτει ζητήματα επιστήμης, τέχνης, θεάτρου. Γι’ αυτό το δαιδαλώδες κείμενο ο μεταφραστής του Πέτρος Μάρκαρης σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τι είναι ο “Φάουστ”; Είναι ό,τι βλέπεις». Ή, για να το προεκτείνουμε, ό,τι επιλέξει ο σκηνοθέτης να (σου) δείξει. Πράγματι, περισσότερο από άλλα θεατρικά κείμενα, έργα σαν τον «Φάουστ» απαιτούν επιτακτικά το σκηνοθετικό ταλέντο, που θα κληθεί να χειριστεί ένα πολύμορφο υλικό και να το φωτίσει από κάποια -ή κάποιες- οπτική γωνία. Ο «Φάουστ» δεν μπορεί -δεν έχει νόημα- να ανέβει χωρίς σαφή σκηνοθετική και δραματουργική παρουσία.)

IMG_1646

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου στη δική της αναμέτρηση με αυτόν τον πνευματικό ογκόλιθο επέδειξε μια, χειρουργικής ακρίβειας, σκηνοθετική ικανότητα. Η διαδικασία που ακολούθησε ήταν ολοφάνερα αφαιρετική, όχι μόνο στα δραματουργικά σημεία -τα πρόσωπα μειώθηκαν τουλάχιστον στα μισά (εξαιρούνται βέβαια αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για τις δύο σκηνές πλήθους), και παραλήφθηκαν σκηνές, όπως ο «Πρόλογος», όπου τίθεται το στοίχημα μεταξύ Θεού και Μεφιστοφελή, και το «Πρελούδιο στο Θέατρο», όπου ο Γκαίτε εκθέτει τους αισθητικής φύσεως προβληματισμούς του για την τέχνη-, αλλά και στη συνολική σκηνική αισθητική, όπου επικράτησε η αρμονία της λιτότητας, χωρίς βαρίδια ή περιττά στολίδια. Φυσικά, η αφαίρεση είναι επιβεβλημένη σε τέτοιου μεγέθους έργα -και μόνο για λόγους σκηνικής οικονομίας-, αλλά, όπως με αφορμή τον Σαίξπηρ έχει πει ο Γιαν Κοττ, σκηνοθετική πρόθεση δεν συνιστά μόνο το τι -και πώς- δείχνεται επί σκηνής, αλλά και το τι συνειδητά επιλέγεται να παραληφθεί. Το ενδιαφέρον της Ευαγγελάτου εστιάστηκε στον βασικό πυρήνα του μύθου, τη συνάντηση Φάουστ και Μεφιστοφελή και τις αλλαγές που αυτή πυροδοτεί, τον οποίο αναπαρέστησε με σχηματική καθαρότητα· δηλαδή, με ολιγοπρόσωπες σκηνές, που ευνόησαν την πρόσληψη της υπόθεσης, αλλά και με άψογο, σαφή χειρισμό των σκηνών πλήθους, τις οποίες μετέτρεψε σε πεδίο απαραίτητων συγκρούσεων· με ευδιάκριτο σκιτσάρισμα στην απόδοση των προσώπων, σε σημείο να υπενθυμίζουν τη λαϊκή προέλευση του μύθου και όχι μόνο τη διανοητική του πραγμάτευση από τον Γκαίτε· με γεωμετρικότητα και καθαρές γραμμές στην όψη – ειδικά χάρη στο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, που με ένα πατάρι όλο κι όλο σηματοδότησε στην κυριολεξία τα επίπεδα του έργου, από το χαμηλοτάβανο υπόγειο εργαστήρι του Φάουστ μέχρι το υπερυψωμένο (ως τον ουρανό) δωμάτιο της Μαργαρίτας. Η μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε (του Σπύρου Ευαγγελάτου*) εξυπηρέτησε κι αυτή τη σκηνοθετική απλότητα, καθώς διαβάζει το έργο περισσότερο από τη λαϊκή παρά τη διανοητική πλευρά του (αν και θα πρέπει να επισημανθεί πως σε κάποια σημεία ακούστηκε κάπως απλοϊκή).

IMG_9950

Χάρη στα παραπάνω αναδείχτηκαν με σαφήνεια οι αντιθέσεις που εκφράζει το κυρίως δραματουργικό δίδυμο (Φάουστ-Μεφιστοφελής), η μάχη δηλαδή μεταξύ ύλης/σάρκας και πνεύματος, γείωσης και απο-γείωσης, φυσικού και μεταφυσικού, ενστίκτου και λογικής, όπως και οι αντιθέσεις που εκφράζονται στους υπόλοιπους (μικρο)κόσμους του έργου (π.χ. μεταξύ αθωότητας και λαγνείας, πουριτανισμού και ερωτικής επιθυμίας), και στις οποίες εστίασε κατά βάση η σκηνοθετική οπτική. Θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς την αντίρρηση πως η σχηματικότητα λειτούργησε περισσότερο οριζοντίως παρά καθέτως, δεν βοήθησε, δηλαδή, την πλήρη εμβάθυνση σε αυτά τα θέματα. Όμως κάτι τέτοιο θα άφηνε αδίκως απ’ έξω την εξαιρετική φροντίδα με την οποία στήθηκε το συνολικό δραματικό σύμπαν επί σκηνής, ενώ, ούτως ή άλλως, το δεύτερο μέρος της παράστασης ήρθε για να αναιρέσει αποφασιστικά τέτοιες επιφυλάξεις, καθώς συμπύκνωσε με άκρως δραματικό και επιδραστικό τρόπο τη σκηνοθετική άποψη.

st

Στη ματιά της Ευαγγελάτου, κυριάρχησε η ανάγνωση της συνάντησης Φάουστ και Μεφιστοφελή ως μια ευκαιρία βιωματικής κατάβασης στις σκοτεινότερες εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης, τις οποίες δεν μπορεί να συλλάβει όλη η θεωρητική γνώση του κόσμου. Το γεγονός, μάλιστα, πως ο Νίκος Κουρής δεν είναι ούτε υποδύθηκε τον γέρο ενδυναμώνει τη σκηνοθετική επιθυμία να διαβαστεί το έργο με άξονα την εσωτερική πάλη ενός ανθρώπου που δεν τον βαραίνει τόσο η επίγνωση πως η ζωή του τελειώνει όσο η συνειδητοποίηση της ματαιότητας της έως τώρα διαδρομής του. Οι δύο ήρωες θα συμπράξουν επί σκηνής, πότε με τον Μεφιστοφελή στον ρόλο του οδηγού-ηγέτη σε αυτό το ταξίδι και πότε μέσω της ταύτισής τους, όπου ο καθένας λειτουργεί ως alter ego του άλλου. Ως αισθητική και ιδεολογική αποκορύφωση, έρχεται η σκηνή της Βαλπούργιας Νύχτας -της γιορτής των μαγισσών που ταυτίζεται με υπερφυσικές δυνάμεις, παγανιστικές τελετές και οργιώδεις συνευρέσεις-, που αποτέλεσε, με τη συνδρομή της μουσικής σύνθεσης (Γιώργος Πούλιος), της χορογραφίας (Πατρίσια Απέργη) και των σπουδαστών του Πειραϊκού Συνδέσμου, μια από τις σπάνιες θεατρικές εμπειρίες που, ακριβώς όπως το «δίδαγμα» του Μεφιστοφελή, μιλάει κατευθείαν στις αισθήσεις και όχι στη λογική.

IMG_1886 cropped (2)

Ο τρόπος που μεταχειρίστηκε η Ευαγγελάτου το υλικό της είναι αξιέπαινος, καθώς κατάφερε να ξεμπλέξει ένα κουβάρι νοημάτων και να το παραδώσει με σαφήνεια στον θεατή. Ο «Φάουστ» της διαθέτει το χάρισμα της καθαρής ματιάς, της υψηλής σκηνικής ενέργειας και της εικαστικής αρτιότητας. Ελαττώματα; Ίσως η υπερβολική σχηματοποίηση των δραματικών προσώπων -και, άρα, των νοημάτων που κουβαλούν- που πλαισιώνουν τον Φάουστ και τον Μεφιστοφελή. Ή ο κίνδυνος να τυποποιηθεί αυτός ο σπουδαίος ηθοποιός, ο Αργύρης Πανταζάρας (ο οποίος, κατά τ’ άλλα, κατέκτησε τη σκηνή με την παρουσία του). Αμελητέα, όμως, μπροστά στο σύνολο της θεατρικής εμπειρίας που προσφέρει η παράσταση, και η οποία, νομίζω, πως θα αποτιμηθεί στο μέλλον ως ένα από τα ορόσημα στη διαδρομή της Κατερίνας Ευαγγελάτου.

* Ανέβασε το έργο δύο φορές, το 1970 στο ΚΘΒΕ και το 2000 στο Αμφι-Θέατρο, τη δεύτερη στη δική του μετάφραση.

Info παράστασης: Ο «Φάουστ» επιστρέφει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά | Τετάρτη έως Σάββατο στις 20:30 και Κυριακή 19:00, Το Σάββατο 15/10 θα πραγματοποιηθεί διπλή παράσταση, στις 17.00 & στις 21.00 | Είσοδος 10 – 25€

Η παράσταση δεν θα πραγματοποιηθεί στις 8/10.