Με αφορμή την παράσταση «Φαρενάιτ 451» του Θωμά Μοσχόπουλου που ανεβαίνει στο Θέατρο Πόρτα, κάνουμε ένα αφιέρωμα στο ομώνυμο βιβλίο του Ρέι Μπράντμπερι που παραμένει επίκαιρο έως σήμερα:

Κάπου μέσα στο 1981, οι Black Flag κυκλοφορούν ένα από τα πιο επιδραστικά πανκ άλμπουμ όλων των εποχών -το οποίο είναι και το πρώτο τους-, με τον τίτλο “Damaged”. Πέμπτο τραγούδι της tracklist είναι το “TV Party”, ένα καταγγελτικό τραγούδι για την ισχύ της τηλεόρασης στον αμερικανικό πληθυσμό, που φαινόταν να μην είχε μάθει τίποτα μετά τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Απάθεια, εγκέφαλος κενός σκέψεων και ένα είδος διασκέδασης μονόδρομος, ήταν τα στοιχεία της εποχής.

Σχεδόν τριάντα χρόνια πιο πριν, το 1953, ο Ρέι Μπράντμπερι κυκλοφορεί το «Φαρενάιτ 451», ένα δυστοπικό μυθιστόρημα που θεωρείται από τα πιο επιδραστικά βιβλία επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών, το οποίο και παρουσιάζει έναν κόσμοκαταστροφέα βιβλίων και σκέψης, με τη δύναμη της τηλεόρασης να έχει λάβει δυσθεώρητες διαστάσεις. Η θερμοκρασία «Φαρενάιτ 451» είναι αυτή στην οποία το χαρτί των βιβλίων πιάνει φωτιά και καίγεται, αυτή που δηλαδή χρησιμοποιούν οι πυρονόμοι του φανταστικού κόσμου του Μπράντμπερι για να εκτελέσουν την εξής οδηγία που έχουν από το Σώμα Πυρονομίας της Αμερικής:

  1. «Απαντάμε αστραπιαία στον συναγερμό.
  2. Βάζουμε αμέσως φωτιά.
  3. Καίμε τα πάντα.
  4. Επιστρέφουμε αμέσως στο τμήμα και δίνουμε αναφορά.
  5. Παραμένουμε σε κατάσταση συναγερμού για άλλα περιστατικά.»

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Γκάι Μόνταγκ, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, εργάζεται ως πυρονόμος καίγοντας βιβλία. Η σύζυγος του, Μίλντρεντ, είναι μια καρικατούρα του ανθρώπου της εποχής της: Αποξενωμένη από το μόνο άτομο που την αγαπά, δέσμια της κατακλύζουσας τηλεοπτικής εικόνας και αδρανής χαρακτήρας που δεν φαίνεται αν πραγματικά δεν θέλει να αντιδρά ή απλά φοβάται να αντιδράσει.

«Για δες», είπε, «ο άνδρας μου σκέφτεται

Κομβικό ρόλο παίζει η έφηβη Κλαρίς ΜακΚλέλλαν, που ανάβει μια άλλη σπίθα στον κόσμο του Μόνταγκ, μια σπίθα ανανεωτικής, εξαγνιστικής σαν τη φωτιά επανάστασης. Τον ταξιδεύει με τις αφηγήσεις της σε μια άλλη εποχή που δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω, όπου τα βιβλία ήταν νόμιμα και υπήρχαν μπαλκόνια στις πολυκατοικίες, στα οποία οι άνθρωποι μιλούσαν και μοιράζονταν σκέψεις. Πώς όμως ξεκίνησαν όλα αυτά; Ακολούθησαν τη λογική του Όργουελ, όπου τα βιβλία απαγορεύονται με εντολές από άτομα εξουσίας; Ή ακολούθησαν τη λογική του Χάξλεϋ, όπου οι άνθρωποι βρέθηκαν να μην επιθυμούν πια να διαβάσουν βιβλία; Ο προϊστάμενος του Μόνταγκ, Μπήτυ, δίνει μια μακροσκελή απάντηση που συνδυάζει και τις δύο εκδοχές:

«Θα έλεγα ότι το σημείο εκκίνησης ήταν ένα γεγονός που ονομάστηκε Εμφύλιος Πόλεμος – παρότι ο κανονισμός μας ισχυρίζεται ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν ιδιαίτερα καλά για μaς μέχρι να κάνει την εμφάνιση της η φωτογραφία. Και μετά ήρθε ο κινηματογράφος, στις αρχές του εικοστού αιώνα. Και το ραδιόφωνο. Και η τηλεόραση. Τότε τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν χαρακτήρα μαζικό. Κι επειδή έγιναν μαζικά, έγιναν απλούστερα. […]

Τα κλασικά έργα περικόπτονταν για να χωρέσουν σε δεκαπεντάλεπτες ραδιοφωνικές εκπομπές, περικόπτονταν ξανά για τις στήλες βιβλίου των βιβλίων που διαβάζονταν σε δύο λεπτά, για να καταλήξουν στο τέλος σε ένα λήμμα λεξικού δέκα ή δώδεκα αράδων. […]

Ο χρόνος φοίτησης στο σχολείο μειώθηκε, η πειθαρχεία χαλάρωσε, η φιλοσοφία, η ιστορία και οι ξένες γλώσσες βγήκαν από το πρόγραμμα, τα αγγλικά με τη γραμματική και την ορθογραφία τους σιγά σιγά παραμελήθηκαν και στο τέλος σχεδόν εξοστρακίστηκαν κι αυτά εντελώς. […] Κατάλαβες τώρα, Μόνταγκ; Δεν επιβλήθηκε άνωθεν από την κυβέρνηση στους αποκάτω. Όλο αυτό δεν ξεκίνησε ούτε από το προεδρικό διάταγμα, ούτε από κάποια διακήρυξη, ούτε από κάποια λογοκρισία. Όχι! Η τεχνολογία, οι χειραγωγούμενες μάζες και η πίεση των μειονοτήτων ήταν που έγειραν την πλάστιγγα, δόξα τω Θεώ. […]»

Η ανθρώπινη περιέργεια και η θέληση για αναβίωση μιας παλιάς και μακρινής εποχής, οδηγούν τον Μόνταγκ στο να μαζεύει βιβλία, ρισκάροντας τη ζωή του. Στίχοι από σκόρπια βιβλία γίνονται τα όπλα του σε έναν κόσμο που μετά τα βιβλία – μήλο της Εύας φαντάζει ολοένα και πιο σκοτεινός, ολοένα και πιο απάνθρωπος. Η τηλεόραση δεν εξανθρωπίζεται εν τέλει, αλλά ο άνθρωπος γίνεται μηχανή, γίνεται γρανάζι με ορισμένη δυναμική.

«-“Εγώ πέρασα ωραία χθες το απόγευμα” τον διέκοψε, από το μπάνιο.
-“Τι έκανες;”
-“Έβλεπα τηλεόραση”.
-“Τι είχε;”
-“Προγράμματα”.
-“Τι προγράμματα;”
-“Από τα καλύτερα που έχουν παίξει ποτέ”.
-“Ποιοί;”
-“Ξέρεις τώρα, η παλιοπαρέα”.»
(Φαρενάιτ 451 – Ρέι Μπράντμπερι, σελ. 81)

“We’ve got nothing better to do
Than watch TV and have a couple of brews

Don’t talk about anything else
We don’t wanna know
We’re dedicated
To our favorite shows.”
(“TV Party” – Black Flag)

Στην τελική αναμέτρηση ποιος νικά; Ανάλογα με το ποιος συμμετέχει και τι θέλει να καταφέρει. Αν θες να αλλάξεις την κοινωνία γύρω σου επειδή σου ήρθε η επιφοίτηση, μάλλον πρέπει να ετοιμαστείς για τις προσωπικές απώλειες. Αν θες να ξεφύγεις από την κοινωνία που σε δεσμεύει, κάνε το, απομακρύνσου και μη ζητάς τα ρέστα. Όσο ζεις, η κοινωνία δεν θα αλλάξει για να δει με τα δικά σου μάτια τον εαυτό της. Τα μάτια των πολιτών της διψούν για το έτοιμο, ζητούν την εικόνα και όχι την ιδέα. Η τηλεόραση, τα smartphones και οι υπολογιστές, πάλι καλά, έχουν πια εξαιρετική ανάλυση εικόνας.

«-“Μπορείς να κλείσεις την τηλεόραση;”
-“Μα, εκεί είναι η οικογένεια μου”.
-“Μπορείς να το κάνεις σαν χάρη σε έναν άρρωστο άνθρωπο;”
-“Θα χαμηλώσω την ένταση”.
Βγήκε από το δωμάτιο, δεν πείραξε τίποτα στις οθόνες του σαλονιού και επέστρεψε. “Τώρα είναι καλύτερα;”»