Ήταν (και το φετινό) ένα πλούσιο Φεστιβάλ και είδαμε πολλά.

Είδαμε έργα σε πανελλήνια πρώτη, όλα τους με πολιτικό παλμό, «απλωμένα» στο χώρο και το χρόνο. Από τις θηριωδίες εναντίον Εβραίων από συμπολίτες τους κατά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο («Η τάξη μας» του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ [που δεν ευτύχησε να ολοκληρώσει τις δύο παραστάσεις που είχαν προγραμματιστεί]), στην εισβολή των Γάλλων στην Αλγερία («Παραβάν» του Ζαν Ζενέ), και από εκεί στο στυγνό πρόσωπο της θατσερικής Αγγλίας («Top girls» της Κάριλ Τσέρτσιλ) και στον εμφύλιο του βελγικού Κονγκό («Ruined» της Λυν Νότατζ). Παραστάσεις όχι πάντα αντάξιες της αρχικής προσδοκίας μας, όπως αυτή του Αλέξη Ρίγλη στο έργο της Τσέρτσιλ που το είδε με μια επιδερμική διάθεση καρικατούρας, ή αυτή του έργου της Νότατζ, που φάνηκε να αποτελεί ένα δείγμα δραματουργίας μάλλον παλαιάς κοπής παρά την ηλικία του (2008), και που έτυχε και μιας συμβατικής σκηνικής αντιμετώπισης από το σκηνοθετικό δίδυμο Γιούλας Μπούνταλη-Dennis Reid.

Δίπλα τους είδαμε τις σκηνικές αποκαταστάσεις παραγνωρισμένων ή και άγνωστων έργων, όπως αυτή που επεφύλαξε ο Σπύρος Ευαγγελάτος στην ποιμενική κωμωδία του 18ου αι. «Αμύντας», και η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων στην, ελισαβετιανής δραματουργίας, «Σφαγή των Παρισίων».

"Αμύντας" του Γεωργίου Μόρμορη | Φωτογραφία: Εύη Φυλακτού

“Αμύντας” του Γεωργίου Μόρμορη | Φωτογραφία: Εύη Φυλακτού

Είδαμε ελάχιστα νέα ελληνικά έργα, από τον Ευθύμη Φιλίππου («Απολογίες 4&5») και τους Ιόλη Ανδρεάδη-Άρη Ασπρούλη («Young Lear»), και κάποιες απολύτως προσωπικές καλλιτεχνικές συνθέσεις, σαν αυτή του Αργύρη Πανταζάρα, που πάτησε πάνω στον Χορό και τους Αγγελιαφόρους του αρχαίου δράματος ή, για να περάσουμε στις ξένες παραγωγές, σαν αυτή του Ρομέο Καστελούτσι και του Ροντρίγο Γκαρσία.

Είδαμε παραστάσεις που αναμετρήθηκαν με τα όρια του χρόνου, όπως η εφτάωρη παράσταση-αγρυπνία του Γιάννη Κακλέα πάνω στην «Ψύχωση 4:48» της Σάρα Κέιν, και η δεκάωρη σκηνική μεταφορά του μυθιστορήματος του Ρομπέρτο Μπολάνιο «2666» από τον Ζουλιέν Γκοσλίν.

Είδαμε, αναμενόμενα πλέον, παραστάσεις devised, από την Ειρήνη Φαναριώτη, τον Βασίλη Μαυρογεωργίου, τους ODC, τη Δανάη Θεοδωρίδου, και θέατρο ντοκουμέντο, κυρίως από τους ξένους: την Αργεντινή Lola Arias, τον Ελβετό Milo Rau και τους Φλαμανδούς Needcompany.

Είδαμε πολλές γυναίκες στο σκηνοθετικό πόστο. Δίπλα σε όσες ήδη αναφέρθηκαν,  οι: Ελένη Ευθυμίου, Σοφία Μαραθάκη, Αργυρώ Χιώτη και Έλλη Παπακωνσταντίνου.

"Φιλονικία" του Μαριβώ | Φωτογραφία; Κική Παπαδοπούλου

“Φιλονικία” του Μαριβώ | Φωτογραφία: Κική Παπαδοπούλου

Ξεχωρίσαμε -αν και όχι πάντα τις παραστάσεις στο σύνολό τους: την τελετουργική ακρίβεια και τη μουσική ατμόσφαιρα της παράστασης των Vasistas· την εντυπωσιακή σκηνική διαχείριση της επικής «Σφαγής των Παρισίων»· τη σκηνική καλαισθησία και αρτιότητα της «Φιλονικίας» από τη Σοφία Μαραθάκη (που -«δυστυχώς» κατ’ εμέ- επέλεξε να εστιάσει μονάχα στην παιγνιώδη διάθεση ενός έργου που προσφέρεται όμως και ως ένα πρώτης τάξεως σχόλιο για τη [σκοτεινή] φύση του έρωτα)· το σχόλιο πάνω στη φύση του θεατρίνου/ηθοποιού από τον Κορσουνόβας με αφορμή τον «Άμλετ»· την «χαμηλόφωνα» καθηλωτική δύναμη της προσωπικής μαρτυρίας, όσον αφορά τον πόλεμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε μια παράσταση που, κατά τ’ άλλα, δεν κατάφερε να διαχειριστεί με κάποιον επαρκή σκηνικά τρόπο  το ντοκουμενταρίστικο υλικό της («Dark ages»)· τη συνομιλία με τη σύγχρονη Ελλάδα που επεφύλαξε η «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά· τη χρήση του σκηνικού της παράστασης του «Οιδίποδα Τυράννου» (Εθνικό Θέατρο και Θέατρο Βαχτάνγκωφ Μόσχας) ως φορέα της σκηνοθετικής γραμμής και ισάξιου των ηθοποιών πρωταγωνιστή· τη μεταφορά της «Αντιγόνης» του Ανούιγ σε μια κλειστοφοβική συνθήκη ιδρυματισμού από την Ελένη Ευθυμίου (σε μια παράσταση που παραγνώρισε, πάντως, το ζήτημα της εξουσίας που θέτει το έργο, εμμένοντας περισσότερο στη σύγκρουση της σφύζουσας νεανικότητας με το νοσηρό γηρασμένο κατεστημένο).

"Αντιγόνη" του Ανούιγ | Φωτογραφία: Κική Παπαδοπούλου

“Αντιγόνη” του Ανούιγ | Φωτογραφία: Κική Παπαδοπούλου

Μείναμε με το παράπονο για όσες παραστάσεις δεν καταφέραμε να δούμε – ειδικά όταν κάποιες απ’ αυτές συγκέντρωσαν θερμότατα σχόλια.

Περιμένουμε τις δύο αριστοφανικές παραστάσεις που προμηνύουν -ελπίζουμε- ν’ ανατρέψουν την, σχεδόν παραδεδομένη πια, χοντροκομμένη αντιμετώπιση του ποιητή: «Λυσιστράτη» από τον Μαρμαρινό (Εθνικό Θέατρο), και «Όρνιθες» από τον Καραθάνο (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών).

Τι θα θέλαμε για τα επόμενα Φεστιβάλ;

Ένα «βιωσιμότερο» πρόγραμμα από άποψη χρονικού προγραμματισμού. Χωρίς βιάση και χωρίς αλληλοεπικάλυψη παραστάσεων.

Ενδεχομένως, ένα Φεστιβάλ με θεματικό άξονα, ή μικρότερες επιμέρους θεματικές. Ένα Φεστιβάλ με παράλληλες εκδηλώσεις όπως οι συζητήσεις που και φέτος οργανώθηκαν, ακόμη περισσότερο συνδεδεμένες με τις παραστάσεις.

Πρωτίστως, αυτό που θα θέλαμε είναι ένα Φεστιβάλ με στίγμα και στόχο. Που αν, φερ’ ειπείν, επιθυμεί να προωθήσει την ελληνική δημιουργία, θα προσανατολιστεί επισταμένα προς τα εκεί, με ταυτόχρονη φροντίδα προβολής της στο εξωτερικό, κατόπιν πρόσκλησης υπευθύνων προγραμματισμού ξένων φεστιβάλ. Ή αν επιθυμεί να φέρει δείγματα από την παγκόσμια σκηνική γραφή, θα προσανατολιστεί σε όσο το δυνατόν περισσότερες τέτοιες μετακλήσεις κατόπιν σοβαρής έρευνας στα διεθνή φεστιβάλ, ώστε να εμπλουτιστεί με πλουραλισμό ονομάτων, και κυρίως όσων παραμένουν «άγνωστοι» ή λιγοπαιγμένοι στην Ελλάδα.

Προς το παρόν, καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!

Σχετικά άρθρα:

Η αέναη γοητεία του ελισαβετιανού θεάτρου – Κριτική των παραστάσεων «Young Lear» των Ι. Ανδρεάδη-Ά. Ασπρούλη και «Η σφαγή των Παρισίων» του Κρ. Μάρλοου

«Ορέστεια»: τραγωδία ή δράμα; – Με αφορμή την «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά

Performance, αυτή η μάστιγα – Με αφορμή τις παραστάσεις των Ρ. Καστελούτσι, Needcompany, Ρ. Γκαρσία και Ο. Κορσουνόβας

From Greece with love – Με αφορμή τις παραστάσεις «Revolt Athens» (ODC Ensemble) και «Απολογίες 4&5» (Vasistas)

Οι ξένες συμμετοχές του Φεστιβάλ Αθηνών

Οι ελληνικές συμμετοχές του Φεστιβάλ Αθηνών