Το 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ξεκίνησε την Παρασκευή 1η Μαρτίου ενώ συνεχίζεται και ολοκληρώνεται την Κυριακή 10 Μαρτίου, έχοντας για δεύτερη φορά φέτος διεθνές διαγωνιστικό τμήμα. Αν ζείτε στη Θεσσαλονίκη ή κάπου κοντά, ή ακόμη καλύτερα αν μπορείτε και θέλετε να το συνδυάσετε με ένα μικρό ταξίδι, το πρόγραμμα είναι πολύ πλούσιο και συμπεριλαμβάνει 14 συνολικά τμήματα, υπάρχουν ενδιαφέρουσες παράλληλες εκδηλώσεις, δεν θα το μετανιώσετε, δεν θα το μετανιώσετε ακόμα κι αν δεν συναντήσετε τόσο λαμπερά ανοιξιάτικες μέρες σαν αυτές που είχα την τύχη να πέσω εγώ το διήμερο που ανέβηκα. Ακολουθούν εδώ λίγα λόγια για τέσσερις απ΄τις ταινίες που είδα όσο ήμουν στο φεστιβάλ. 

Στο «Πέρα από την Mπόλεξ», η Αλίσα Μπόλσεϊ, δισέγγονη του Ζακ Μπόλσεϊ, εφευρέτη της κάμερας Bolex, κάμερας που επηρέασε βαθιά κινηματογραφιστές από την underground σκηνή της Νέας Υόρκης ως τον Βιμ Βέντερς, όντας εξαιρετικά φιλική προς τον χρήστη και καθιστώντας την κινηματογράφηση εύκολη τεχνικά και προσιτή οικονομικά, διηγείται την ιστορία και της κάμερας και του προγόνου της, συνδυάζοντας επιτυχώς και τα δύο, χωρίς ποτέ η μια ιστορία να καπελώνει την άλλη ή να μοιάζει λιγότερο σημαντική από την άλλη.

Ρωσοεβραϊκής καταγωγής μετανάστης στην Ευρώπη αρχικά, αναγκάζεται να πάει στις ΗΠΑ, όταν βρίσκεται να μην έχει καμία ιθαγένεια και ο πόλεμος πλησιάζει. Η ήδη επί χρόνια σύντροφός του, παρέμεινε μακριά του τα χρόνια του πολέμου, και η σκηνοθέτις μας λέει ότι, όταν εγκαθίσταται στις ΗΠΑ, σταματά ξαφνικά να γράφει στο ημερολόγιό του και να τραβά με την κάμερά του σκηνές που σωρηδόν τραβούσε τα προηγούμενα χρόνια. Είχε φτιάξει στις ΗΠΑ ένα σπίτι όπως το ήθελε, αλλά δεν είχε δίπλα του τον άνθρωπο που θα τον ενέπνεε να τραβήξει.  Σε μια από τις τελευταίες καταγραφές του Μπόλσεϊ στο ημερολόγιό του, λίγο πριν πεθάνει, τον πιάνει το παράπονο που δεν έχει το χρόνο να τελειοποιήσει πλευρές των εφευρέσεων που δούλευε. Ο αληθινά δημιουργικός άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτός που αξιοποιεί τον χρόνο του αλλιώς, δεν είναι μόνο αυτός για τον οποίο ο χρόνος έχει άλλη βαρύτητα και άλλη σημασία, είναι κι αυτός που ο χρόνος που έχει δεν του επαρκεί τελικά ποτέ, είναι αυτός για τον οποίο ο χρόνος είναι πάντα μέγεθος πεπερασμένο και ανεπαρκές για το έργο του. Στα 95′ του ντοκιμαντέρ οι πληροφορίες πέφτουν συνεχώς σαν βροχή και αν μη τι άλλο ο χρόνος του δικού της ντοκιμαντέρ αξιοποιήθηκε πλήρως.

Στο «Love Express – H εξαφάνιση του Βαλέριαν Μπορόβτζικ», του Κούμπα Μικούρντα, παρακολουθούμε την πορεία του έργου του Πολωνού σκηνοθέτη που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και γύρισε τις ταινίες του στη Γαλλία. Από ζωγράφος που ήταν στην Καλών Τεχνών της Βαρσοβίας, πέρασε στη συνέχεια στο χώρο του animation, με έργο που έκανε αίσθηση επηρεάζοντας πολύ τον Τέρι Γκίλιαμ, ο οποίος και μιλά στο ντοκιμαντέρ, μαζί με άλλους εντυπωσιασμένους συναδέλφους του σκηνοθέτες, όπως ο Νιλ Τζόρνταν. Όταν ο Μπορόβτζικ πέρασε από το animation στο φιλμ με ηθοποιούς, γνώρισε αποθεωτική υποδοχή από την κριτική. Μετά το σινεμά του άρχισε να γυρνά πολύ στο ερωτικό, ακόμη κι εκεί οι κριτικοί ήταν στην αρχή πολύ θετικοί, μέχρι που θεώρησαν ότι πρόκειται για σχεδόν πορνογραφική ματιά και έκοψαν τα τσανάκια του μαζί τους. Ο Μπορόβτζικ εξακολούθησε να γυρνά μόνο τέτοιου τύπου ταινίες, φτάνοντας να σκηνοθετήσει μέχρι και κάποιο σίκουελ της «Εμμανουέλας». Ενώ το ντοκιμαντέρ ξεκινά με τρόπο που σε ψήνει πάρα πολύ, προσωπικά με άφησε με την αίσθηση ότι έμεινε στην περιγραφική επιφάνεια. Ενώ δηλαδή περιγράφει αυτήν την εξέλιξη, τόσο του ίδιου όσο και της κριτικής του πρόσληψης (γεγονός από μόνο του αναμφίβολα ενδιαφέρον), δεν κάνει κάποια προσπάθεια να πάει πιο πέρα από την περιγραφή, ενώ οπτικοποιείται με μάλλον λίγα παραδείγματα αυτή η διαφοροποίηση ανάμεσα στο θεωρούμενο ως αριστουργηματικό και στο θεωρούμενο ως ευτελές. Μας παρουσιάζει εν τέλει ένα μυστήριο, χωρίς να προσεγγίζει κάποια απόπειρα ερμηνείας του.

Στο «Η Μπάρμπαρα Ρούμπιν και η Εκρηκτική Underground Σκηνή της ΝΥ» του Τσακ Σμιθ, έχουμε την αντίστροφη πορεία. Ο Μπορόβτζικ ξεκίνησε από το πιο καθώς πρέπει και το πιο αποδεκτό για να οδηγηθεί στο πιο ερωτικό σινεμά και να καταντήσει να θεωρείται πορνογράφος, η Μπάρμπαρα Ρούμπιν έκανε μόλις στα 18 της (με μια κάμερα Mπόλεξ) με το “Christmas on Earth” ένα εντελώς ερωτικό και εντελώς πειραματικό σινεμά, η Μπάρμπαρα Ρούμπιν έζησε στα νιάτα της μια ζωή μέσα στην καλλιτεχνική πρωτοπορία, έχοντας από επαφές ως σημαντική επιρροή στην καριέρα καλλιτεχνών όπως ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Λου Ριντ, Άντι Γουόρχολ, ο Μπομπ Ντίλαν, ο Τζόνας Μέκας, για να καταλήξει να παντρευτεί έναν ορθόδοξο Εβραίο ραβίνο, από αυτούς με τα κοτσιδάκια και να ζήσει μια ζωή μητέρας και νοικοκυράς, κάνοντας πέντε παιδιά, πριν πεθάνει από επιπλοκές στην πέμπτη γέννα, σε ηλικία μόλις 35 χρονών. Η Ρούμπιν αρεσκόταν να φέρνει κοντά ανθρώπους που θεωρούσε σημαντικούς (και που τους θεωρούσε σημαντικούς πριν ο υπόλοιπος πλανήτης ανακαλύψει την εμβέλειά τους). Σε μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη Τσακ Σμιθ, μας έλεγε ότι αν βρισκόμασταν σε κάποιο πάρτι εκείνη την περίοδο, η Ρούμπιν θα ήταν αυτή που θα κοιτούσαν με δέος κι ο Λου Ριντ κι ο Ντίλαν, η Ρούμπιν θα έμοιαζε ως η πιο σημαντική της ομήγυρης. Το έργο που αφήνει κανείς πίσω βέβαια και η πορεία που διανύει είναι άλλο πράγμα, αλλά η Ρούμπιν ήταν από έφηβη ακόμη εκεί. Στην πρωτοπορία της πρωτοπορίας. Μιας πρωτοπορίας που άφησε εποχή. Έζησε απόλυτα έτσι. Μετά έζησε απόλυτα αλλιώς. Δυο ζωές σε μία.

Το “California Dreaming” του Φαμπρίτσιο Μαλτέζε, μιλά για την California City, την τρίτη μεγαλύτερη σε έκταση πόλη της Καλιφόρνια, αλλά μια πόλη άγνωστη ακόμη και σε Καλιφορνέζους, αφού είναι εντελώς αραιοκατοικημένη, αριθμώντας μόλις 14.000 κατοίκους. Η πόλη αρχικά σχεδιάστηκε από έναν οραματιστή αρχιτέκτονα για να γίνει μητρόπολη, ένα δεύτερο Λος Άντζελες, μέσα στην έρημο Μοχάμπι, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Ενώ το πολιτικό υπόβαθρο της ταινίας είναι μάλλον ξεκάθαρο, η μεγαλύτερη αξία της είναι ότι αντί να χρησιμοποιήσει ανθρώπους της πόλης ως οχήματα για να περάσει το όποιο μήνυμα περί πίσω πλευράς του αμερικάνικου ονείρου, κάνει κάτι πολύ ουσιαστικότερο: καταγράφει αυτούς τους ανθρώπους και θραύσματα των ιστοριών τους, χωρίς να προσπαθεί να τους χωρέσει ντε και καλά σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό δια ταύτα. Και κάπως έτσι το τελικό αποτέλεσμα δεν χωρά απαραίτητα σε κάποιο πολιτικό σύνθημα, οσοδήποτε δικαιολογημένο κι αν ήταν. Καταγράφεται μια πραγματικότητα όχι σκέτα ζοφερή, μια πραγματικότητα γλυκόπικρη, καταγράφεται η ζωή όπως είναι όταν παύουμε να κοιτάμε μόνο την υλική της πλευρά. Μπορεί κανείς να δει εκεί ανθρώπους ξεχασμένους, ανθρώπους που ζουν σε ένα σχεδόν παράλληλο σύμπαν, σε μια επαρχία στην έρημο που είχε χτιστεί για να γίνει μητρόπολη και τώρα είναι σχεδόν πόλη φάντασμα, ανθρώπους όμως που δεν παύουν να ζουν τη ζωή τους εκεί, την όποια ζωή τους. Κάπως έτσι ακόμη κι αν η ταινία θα ήταν ίσως πιο αβανταδόρικη αν χειραγωγούσε συνειδητά το υλικό της (άρα τους ανθρώπους που θα επέλεγε να δείξει, τι από τις ιστορίες τους θα επέλεγε να πει και πως να το συνδέσει) για να μας πει για την πίσω πλευρά του αμερικάνικου ονείου, είναι εν τέλει πολύ πιο αληθινή δείχνοντάς μας ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να είναι πρώτοι σε καμία πόλη, μερικοί δε από αυτούς είναι δεύτεροι ακόμη και στο χωριό τους. Αλλά και οι δεύτεροι μια ζωή ζουν, αλλά και το να είναι κανείς δεύτερος δεν συνεπάγεται ότι είναι και η ζωή του δεύτερη.

Info:

21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης | 1 – 10 Μαρτίου 2019