Η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στη νεοελληνική λογοτεχνία: Είναι Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ειδικευμένη στην Κλινική Ψυχολογία, και χρησιμοποιεί τις γνώσεις της για να δημιουργεί λογοτεχνικά έργα που θίγουν θέματα ψυχικής υγείας. Τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια ακούγονται γύρω μας όροι ψυχολογίας και ψυχιατρικής: «κατάθλιψη», «κρίσεις πανικού», «ψυχασθένεια», «ψυχοπάθεια», είναι λίγες μόνο από τις λέξεις που «φτύνονται» από ψευδο-ειδήμονες που αναπαράγουν στερεότυπα νομίζοντας πως ευαισθητοποιούν το κοινό, χωρίς όμως να γνωρίζουν σε τι αναφέρονται.

Με 22 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στον τομέα της λογοτεχνίας, η Φωτεινή Τσαλίκογλου επικεντρώνεται μεταξύ άλλων σε σχέσεις γονέα – παιδιού, με κύριο ενδιαφέρον στις σχέσεις μητέρας – κόρης. Οι σχέσεις αυτές είτε είναι «ανώνυμες», όπως είναι και «Η Κόρη της Ανθής Αλκαίου», είτε επώνυμες, όπως η περίπτωση της Μαργαρίτας ΚαραπάνουΜαργαρίτας Λυμπεράκη. Οι ήρωες της είναι σε διαρκή αναζήτηση της θεραπείας και της φυγής, χωρίς πάντα να τα καταφέρνουν.

Μια τέτοια φυγή αναζητά ο «Έλληνας Ασθενής», ο Θεόδωρος Κεντρωτάς μέσω της αυτοχειρίας. Ο ομφάλιος λώρος των γενεών μεταξύ τους και των πολιτών με τη χώρα καταγωγής τους είναι αδύνατον να κοπεί και ξεπερνά αυτούς που συνδέει, τους ήρωες δηλαδή της Τσαλίκογλου.

«Το στίγμα βρίσκει τρόπους και τόπους να διαιωνίζεται. Είναι παμπόνηρο και ταλαντούχο»

«Ο Έλληνας Ασθενής»: Γιατί ο «Έλληνας»; Τι τον διαφοροποιεί από τους ασθενείς άλλων χωρών;

Ο Θεόδωρος Κεντρωτάς νοσηλεύεται σε μια ψυχιατρική κλινική στην Ελβετία. Εκεί τον αποκαλούν Monsieur Doros, και κάποιες φορές «o Έλληνας ασθενής». Το κεντρικό του γνώρισμα όμως δεν είναι ούτε ότι είναι Έλληνας, ούτε ότι είναι ασθενής. Ο τίτλος είναι παραπλανητικά ακριβής. Είναι Έλληνας, η ιστορία του είναι δεμένη με την ιστορία του τόπου μας. Η ατομική του ταυτότητα διαμορφώνεται από τους συλλογικούς μύθους της χώρας μας, από το ένδοξο παρελθόν της, από τους πολέμους και τις τραγωδίες του έθνους, από τα συλλογικά τραύματα. Όμως ταυτόχρονα η ταυτότητα του τροφοδοτείται από τον τρόπο που ονειρεύτηκε από παιδί τη ζωή του, από τον πόθο του να αγαπηθεί και να αγαπήσει. Να μην εγκαταλειφθεί από τους σημαντικά άλλους στη ζωή του. Και αυτό δεν είναι μια ελληνική αλλά μια πανανθρώπινη επιδίωξη.

Ιστορία και συλλογικό τραύμα. Πότε η ιστορία μιας χώρας βαραίνει τον πολίτη; Ποιες συνθήκες τον οδηγούν στην απώλεια της ταυτότητάς του;

Ατομικά και συλλογικά τραύματα πάνε μαζί χέρι-χέρι. Αλληλοτροφοδοτούνται. Η ιστορία μιας χώρας βαραίνει τον πολίτη όταν τα τραύματα μένουν ανεπεξέργαστα, κρυμμένα μέσα σε μια κρύπτη. Η ιστορία μιας χώρας βαραίνει τον πολίτη μέσα από τον τρόπο που αυτός θα επιλέξει να την ερμηνεύσει, να την φανταστεί, να την κρατήσει ζωντανή στη μνήμη του ή να την λησμονήσει. Γιατί και η λήθη είναι μια ενεργή διαδικασία που όπως και η μνήμη απαιτεί και αυτή δράση. Η ιστορία συνεχώς και ακαταπαύστως κατασκευάζεται, επινοείται από τον καθένα μας. Όπως άλλωστε και η ίδια η ταυτότητά μας, δεν είναι ποτέ δεδομένη, παγιωμένη μια για πάντα… τελεί υπό συνεχή επαναδιαπραγμάτευση. Κινδυνεύεις όταν χάνεται η αίσθηση ενός σταθερού τόπου. Ενός σημείου αναφοράς. Όταν το έδαφος όπου πατάς θυμίζει κινούμενη άμμο. Το τραύμα, από το ρήμα «τιτρώσκω» που σημαίνει διαπερνώ, υπαινίσσεται τη βίαιη ρωγμή που υφίσταται το  σταθερό περίβλημα του ψυχισμού μας.

Φωτεινή Τσαλίκογλου Ο Έλληνας Ασθενής

Ποια η σχέση του σύγχρονου Έλληνα με την Ελλάδα;

Πολύτροπη, και αντιφατική. Κυμαίνεται ανάμεσα στο θυμό, το μίσος, τον έρωτα, την απαξίωση, την πικρία… Πάντως δεν είναι μια σχέση άνευρη και πλαδαρή. Ακολουθεί τη μοίρα των έντονων και σημαντικών σχέσεων της ζωής μας.

Πατρίδα ίσον προέλευση, όμως ο γιος του πρωταγωνιστή επιθυμούσε να γίνει «ένας γιος-πατρίδα» (σελ. 27) για τον πατέρα του, ώστε να τον κρατήσει στη ζωή. Πώς μπορεί ένας απόγονος / ένα παιδί να αποκτήσει έναν τέτοιον ρόλο;

Εύθραυστοι ψυχικά γονείς, ευάλωτοι και ψυχικά ανυπεράσπιστοι, παροτρύνουν άθελα τους ή και ηθελημένα το παιδί τους να λειτουργεί απέναντι τους σαν γονιός. Να τους προστατεύει ωσάν να ήταν το παιδί γονιός του γονιού του. Η αναφορά μου στον γιο-πατρίδα υπαινίσσεται μια τέτοια σχέση.

Πολλοί ήρωες σας κινούνται ανάμεσα στο φόβο της κληρονομικότητας και στο φόβο της μίμησης. Ποιος είναι ο πιο βάσιμος επιστημονικά φόβος;

Ο φόβος είναι μια φυλακή υψίστης ασφαλείας. Ο φόβος της κληρονομικότητας κάποιες φορές εμφανίζεται πιο ισχυρός από το φόβο της μίμησης. Στην πραγματικότητα ο φόβος της κληρονομικότητας φέρνει στο προσκήνιο το φόβο του γεννήτορα που μας στοιχειώνει, όχι με το γονιδιακό του εξοπλισμό, αλλά με το φαντασιακό του υπόβαθρο. Με τη ζωή που εκείνος, ο πρόγονος, δεν κατάφερε να ζήσει. Λειψή ζωή που, πέρα από τα γονίδια, μολύνει τη ζωή του επιγόνου. Οι αδικαίωτες επιθυμίες του, οι εμμονές του, οι πόθοι του, το μη ειπωμένο των συναισθημάτων του κατακλύζουν τον ψυχισμό του επιγόνου.

Στον «Έλληνα Ασθενή» αλλά και στο σύνολο του λογοτεχνικού σας έργου παρατηρεί κανείς την παρουσία της μητέρας μέσω της απουσίας της. Γιατί είναι τόσο ασύμμετρη η επιρροή της στο παιδί σε σχέση με αυτήν του πατέρα;

Έχετε δίκιο. Η μητρική φιγούρα στο έργο μου είναι πάντα εκεί. Ακόμα πιο δυνατή μέσα από την απουσία της. Κραταιά ως θάνατος. Η νεκρή μητέρα με καταδιώκει. Ένα στοίχημα για μένα είναι να την κάνω ζωντανή μέσα από τη γραφή. Μέσα από τη γλώσσα της γραφής. Αυτή είναι η Ουτοπία μου. Μια μη νεκρή μητέρα. Ζωντανή. Δοτική. Εμπεριέχουσα των ματαιώσεων, των πληγών, και των αναστεναγμών του μωρού της.

Σήμερα παρατηρείτε μεγαλύτερη εξοικείωση των Ελλήνων σε θέματα ψυχικής υγείας ή μιλάμε ακόμα για ένα taboo; Ο φόβος του στίγματος έχει μειωθεί;

Το στίγμα βρίσκει τρόπους και τόπους να διαιωνίζεται. Είναι παμπόνηρο και ταλαντούχο. Η πολιτική ορθότητα μπορεί να μας προφυλάσσει από ακρότητες του παρελθόντος. Να μας κάνει π.χ. προσεκτικούς στις εκφράσεις, στην ορολογία μας. Όμως ο φόβος, ακόμα και ο τρόμος, η ανησυχία που η παρουσία του ψυχικά άρρωστου γεννά, δεν φεύγουν, ακόμα κι αν τον αποκαλούμε τώρα επί το κομψότερο και το πολιτικώς ορθότερο, «άτομο με ψύχωση», ή «με συναισθηματική διαταραχή», και όχι «μουρλό», ή «αλαφροΐσκιωτο». Ο φόβος καμουφλαρισμένος διαιωνίζεται. Είναι ο πανάρχαιος φόβος για το άλογο, παράλογο, ανορθολογικό στοιχείο που μας κατοικεί.

«Δεν υπάρχει σωτήρια, θεραπεία εκτός γλώσσας»

Στο συνολικό σας έργο δεν παραλείπεται η έμφαση στην αναγκαιότητα έκφρασης συναισθημάτων μέσω της συζήτησης με σκοπό τη θεραπεία ενός ασθενούς. Ο «Έλληνας Ασθενής» στρέφεται γύρω από το αίτημα της ομιλίας. Κατά πόσο είναι κατά τη γνώμη σας καταλυτικός ο ρόλος της συζήτησης στην επιτυχία της ψυχοθεραπείας, σε σχέση με κάποια φαρμακευτική αγωγή;

Μα ναι, έχετε δίκιο. Την άνοιξη του 1820 ο προγονός του Έλληνα ασθενή μαγεμένος μπροστά στο αναπάντεχο εύρημά του, το γυναικείο άγαλμα, ικετεύει «Μίλησε μου». Λίγα χρόνια πριν ο ίδιος είχε απευθύνει στο εικόνισμα της Παναγιάς. Στο ίδιο νησί, έναν αιώνα μετά, ο δισέγγονός του απευθύνει το ίδιο σπαραχτικό αίτημα στη 12χρονη πεθαμένη μαθήτρια του, «Μίλησε μου». Εισπράττουν κι οι δυο σιωπή. Πώς να κάνεις ένα μάρμαρο ή μια εικόνα ή έναν πεθαμένο κορίτσι να μιλήσει; Ακούγεται σαν μαγεία ή τρέλα, ή ιεροσυλία. Ο Έλληνας ασθενής όμως επιμένει στην ουτοπία: «Μίλησε μου». Ίσως σε αυτήν την εμμονή να κρύβεται και η δυνατότητα σωτηρίας του. Ναι, δεν υπάρχει σωτήρια, θεραπεία εκτός γλώσσας, εκτός ομιλίας, εκτός συν ομιλίας. Η ψυχοθεραπεία είναι μια σχέση μεταξύ δυο ομιλούντων όντων. Με ένα χάπι ή με ένα χάδι βουλώνεται η τρύπα. Αλλά προφανώς δεν λογαριάζεται αυτό ως επιτυχία της θεραπείας, έτσι δεν είναι;

Μια προσωπική παρατήρηση από το σύνολο του λογοτεχνικού σας έργου είναι η παρουσίαση των ιατρικών όρων ως ανεπαρκών για να καταφέρουν να περιγράψουν όχι μόνο το βίωμα του ασθενή αλλά και των οικείων του. Πέρα από ορολογία και συμπτώματα, τι άλλο βρίσκετε αναγκαίο να γνωρίζει κανείς για να κατανοήσει καλύτερα θέματα ψυχικής υγείας;

Τι άλλο να γνωρίζει; Mα δεν είναι θέμα γνώσης. Η έστω δεν είναι θέμα μόνο γνώσης. Αντιγράφω ένα απόσπασμα από το πρώτο μου μυθιστόρημα «Η κόρη της Ανθής Αλκαίου». Η μικρή κόρη που μεγαλώνει το 1960 με μια καταθλιπτική μητέρα αναρωτιέται και απορεί για το πως θα μπορέσει ο γιατρός να  κάνει καλά τη μαμά της.

«Μα πως μπορεί να γίνει αυτό; Ο γιατρός δίνει φάρμακα, γράφει συνταγές με γράμματα που δεν διαβάζονται, και σου δίνει το γιατρικό. ‘Ομως εδώ ο γιατρός πως θα κάνει καλά τη μαμά; Μέσα σε ένα μπουκαλάκι θα της βάλει το φάρμακο για το καλά; Μέσα σε ένα μπουκαλάκι  μπορεί και  χωράει το καλά; Υπάρχει τέτοιο γιατρικό; Και γιατί αν υπάρχει, και αν ο γιατρός της το δίνει, γιατί δεν γιατρεύεται; Γιατί εδώ και τόσο καιρό τίποτα δεν αλλάζει; Ήξερα το φάρμακο για τη γρίπη, το φάρμακο για τις μαγουλάδες, για την ιλαρά. Το φάρμακο όμως για το καλά; Εκείνο που παίρνεις όταν δεν είσαι άρρωστη, κι όμως χρειάζεται να γιατρευτείς, και να είσαι σαν καλά. Να μιλάς. Ακόμη και να γελάς,  να κάνεις αστεία με τον πατέρα, και να χορεύεις. Να τραγουδάς την Κομπαρσίτα, το αγαπημένο σου τραγούδι με τη Σαρίτα Μοντιέλ. Χωράνε μέσα σε φάρμακο όλα αυτά;»

Στον «Έλληνα Ασθενή» πατέρας και γιος μοιράζονται το ίδιο όνομα: Θεόδωρος. Συνωνυμία-φόρος τιμής στη σχέση Μαργαρίτας Καραπάνου και Μαργαρίτας Λυμπεράκη, μια σχέση που σας έχει απασχολήσει όσο καμία άλλη;

Μα ναι. Δεν είχα κάνει την σύνδεση… Αλλά να που η σύνδεση ήταν εκεί και με περίμενε μέσα από την ερώτησή σας! Η Μαργαρίτα είχε το ίδιο όνομα με τη μαμά της. Θυμάμαι τα λόγια της «Είναι εγκληματικό αυτό, να μην έχω ένα δικό μου όνομα». Στο μυθιστόρημα μου δεν είναι βέβαια τυχαίο που όλοι έχουν το ίδιο όνομα. Πόσο σαγηνευτικό, πόσο ιαματικό και ταυτόχρονα τρομαχτικό είναι κάτι τέτοιο; To ίδιο όνομα,  η συγχώνευση με τον άλλον που εμποδίζει τη διαφοροποίηση, που εμποδίζει να πεις «είμαι εγώ», «εγώ δεν είμαι εσύ». Πόσες ιστορίες οικογενειών ταράζονται μέσα από τέτοιες συνθήκες; Κι αυτό το τόσο γνώριμο στο ερωτικό κάλεσμα «Έλα να γίνουμε ένα», πόσο ανακουφιστικό και ταυτόχρονα πόσο υπονομευτικό δεν είναι της ταυτότητάς μας; Πόσο αίμα χρειάζεται να χυθεί για να γίνει η ατομικότητα, συνθήκη ύπαρξης που δεν πληγώνει και δεν παγώνει; Κατάκτηση που δεν ταυτίζεται με την ερημία της μοναξιάς, ούτε με το αδιαφοροποίητο της συγχώνευσης;

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Vasso Maragoudaki

Info

Το βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου «Ο Έλληνας Ασθενής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.