Δεν ξέρω τι προσλαμβάνουσες έχουν οι νεότερες γενιές απ’ τον «Χοντρό και τον Λιγνό», έχω πάντως την αίσθηση – που μπορεί κάλλιστα να είναι λανθασμένη- ότι το συγκεκριμένο κωμικό δίδυμο λέει για αυτές αρκετά λιγότερα πράγματα από ό,τι έλεγε στη δική μου (τη γενιά ανθρώπων που ήταν παιδιά κάπου ανάμεσα στη δεκαετία του εβδομήντα και του ογδόντα), στην οποία με τη σειρά της είπε πολύ λιγότερα πράγματα απ΄ ό,τι έλεγε στη γενιά των γονιών μας.

To «Χοντρός και Λιγνός» του Τζον Σ. Μπερντ εστιάζει με τη σειρά του στη μείωση της απήχησής τους που πρόλαβαν να βιώσουν και οι ίδιοι στη διάρκεια της καριέρας τους. Η ταινία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο στο 1953, όταν ο Σταν Λόρελ (ο λιγνός) και ο Όλιβερ Χάρντι (ο χοντρός) κάνουν την τελευταία, όπως θα αποδειχθεί κοινή περιοδεία τους σε θέατρα της Μεγάλης Βρετανίας. Το έτος αυτό αντιδιαστέλλεται με το 1937, όταν βρίσκονταν στον κολοφώνα της δόξας τους. Σε αντίθεση όμως με άλλους κωμικούς γίγαντες της εποχής, δεν μπορούσαν να εκμεταλλεύονται πλήρως τους καρπούς της επιτυχίας τους, όντας δέσμιοι του συμβολαίου τους, το οποίο τους επεφύλασσε μικρό συγκριτικά ποσοστό των τεράστιων κερδών. Ένα συμβόλαιο που έφτανε στο τέλος του και που ο Λόρελ έλεγε στον Χάρντι ότι είναι ευκαιρία, είτε να επαναδιαπραγματευτούν, ώστε να βελτιωθούν ουσιωδώς οι όροι του, είτε, αν ο παραγωγός Χαλ Ρόουτς (που τους είχε ενώσει μαζί ως κωμικό δίδυμο) δεν υποκύψει στις απαιτήσεις του, να πάνε σε άλλο στούντιο.

Ο Χάρντι όμως όχι μόνο δεν ακολούθησε τον Λόρελ στη σκληρή του γραμμή, αλλά έχοντας λίγο ακόμη χρόνο στο συμβόλαιό του δέχτηκε να συμπρωταγωνιστήσει με άλλον ηθοποιό σε μια ταινία, γεγονός που ο Λόρελ δεν έπαψε να φέρει βαρέως και να θεωρεί σχεδόν προδοσία. Ακόμα χειρότερα δεν έπαψε να το θεωρεί ένα μοιραίο λάθος, στο οποίο οφείλεται και η αρχή της πτώσης τους από την κορυφή. Όταν στο 1953 ο Χάρντι καταλαβαίνει πόσο μεγάλη διάσταση είχε πάρει στο μυαλό του συνεργάτη του εκείνη η μία ταινία που έκανε χωρίς αυτόν, απορεί ειλικρινά και κατά πάσα πιθανότητα έχοντας και δίκιο: «Μα είναι δυνατόν να θεωρείς ότι αυτό έπαιξε τόσο ρόλο;».

 Τι μπορεί όντως να παίζει τον καθοριστικό ρόλο λοιπόν, ώστε κάποιος ή κάποιοι που είναι εντελώς επιτυχημένοι κι αγαπητοί να αρχίσουν σιγά σιγά να αφορούν ολοένα και λιγότερο; Για να μην παρεξηγηθώ με βάση όσα λέω παραπάνω, προφανώς και το αποτύπωμα του «Χοντρού και του Λιγνού» ακόμη κι αν εξασθένησε κάθε άλλο παρά εξαϋλώθηκε με το χρόνο, προφανώς και παραμένουν κοντά έναν αιώνα μετά σημείο αναφοράς και σταθερά της ποπ κουλτούρας για τον τομέα τους. Ωστόσο το γεγονός παραμένει ότι το 1937 τους ανήκε ο κόσμος όλος και το 1953 δεν μπορούσαν να κλείσουν συμβόλαιο για μια ταινία, καθώς οι παραγωγοί έκριναν ότι η μπογιά τους είχε περάσει. Ο απόλυτος συντονισμός με τη συχνότητα μιας εποχής δεν εξασφαλίζει τη διατήρησή σου στην πρώτη γραμμή, όταν η εποχή αλλάξει. Και όταν η επιτυχία και η αποδοχή είναι τόσο μεγάλη είναι ίσως σχεδόν αδύνατο να σκεφτείς ότι δεν θα κρατήσει για πάντα, είναι ίσως σχεδόν αδύνατο να διανοηθείς πως μπορεί να αρχίσεις να αφοράς λιγότερο. Απεξαρτάς την αποδοχή από στοιχεία της εποχής και θεωρείς ότι αυτή αντανακλά το πόσο αυτονόητα επιδραστικό είναι αυτό που κάνεις.

Αν έχει ένα αδιαπραγμάτευτο και πασιφανές γοητευτικό στοιχείο η ταινία του Τζον Σ. Μπερντ, είναι η εντελώς επιτυχημένη ενσάρκωση του Σταν Λόρελ από τον Στιβ Κούγκαν και του Όλιβερ Χάρντι απ’ τον Τζον Σι Ράιλι. Μεταμορφώνονται πλήρως, κουμπώνουν πλήρως, είναι σαν να βλέπεις τον αυθεντικό «Χοντρό» και τον αυθεντικό «Λιγνό». Και αποκτώντας την εξωτερική εικόνα τους, φορώντας τρόπον τινά τις στολές του Χοντρού και του Λιγνού, φροντίζουν να ζωντανέψουν στη συνέχεια τους ήρωές τους εμφυσώντας τους ψυχή. Μια ψυχή που δυστυχώς απουσιάζει θεαματικά από την ίδια την ταινία, μια ψυχή και μια πνοή που όσο κι αν αναζητάς στο σενάριο ή στη σκηνοθεσία δεν μπορείς να την βρεις. Ενώ ο Κούγκαν και ο Ράιλι ντύνονται την εξωτερική εικόνα των ηρώων τους έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν αυτή την εικόνα ως αφετηρία για να πάνε κάπου βαθιά κι αληθινά, τόσο η σκηνοθεσία του Μπερντ όσο και το σενάριο του Tζεφ Πόουπ, αρκούνται στην αναπαράσταση της εξωτερικής εικόνας, θεωρούν ότι αρκεί να δείχνεις στην οθόνη τον «Χοντρό και τον Λιγνό» στην τελευταία περιοδεία τους για να έχεις κάνει ικανοποιητικά τη δουλειά σου, θεωρούν ότι το δίδυμο αυτό κουβαλά από μόνο του τόση φόρτιση και τόση νοσταλγική συγκίνηση, ώστε δεν χρειάζεται να κινηματογραφηθεί μια ιστορία με αυτοτελή δύναμη. Κι αν κρίνω από τις κριτικές παγκοσμίως που φέρονται στην ταινία ιδιαίτερα επιεικώς, μάλλον δίκιο είχαν.

Και κάπως έτσι θα δεις τον Κούγκαν και τον Ράιλι να έχουν γίνει ο «Χοντρός και ο Λιγνός», θα δεις δίπλα τους την υπέροχη Νίνα Αριάντα που ξέρει να κλέβει την παράσταση (όπως είχε κάνει και στο “Horace and Pete” και στο “Goliath”), θα δεις επίσης τον Ρούφους Γουίλσον να παίζει με χάρη τον γλοιώδη παραγωγό της περιοδείας, έχοντας τουλάχιστον έναν ρόλο που του επιτρέπει να έχει ερμηνευτικές αποχρώσεις, θα δεις τους ηθοποιούς τοποθετημένους σωστά κι έτοιμους να μας πάνε κάπου πέραν του πάρτι μασκέ, χωρίς όμως να τους δοθούν ποτέ στα αλήθεια τα εργαλεία για να το κάνουν.

Είναι εντελώς απογοητευτικό να παρακολουθείς ταινίες από τις οποίες απουσιάζει ένα όραμα και μια αγωνία να πουν κάτι δικό τους. Στο «Χοντρό και τον Λιγνό» σκηνοθέτης και σεναριογράφος παρέδωσαν μια ταινία, όπου οι μόνοι που αγωνιούσαν για κάτι άλλο πέραν από τη μεταμφίεση ήταν οι ηθοποιοί. Η μεταμφίεση πέτυχε απόλυτα όμως, οπότε η ταινία δραπετεύει από αρνητικές κριτικές. Εμένα πάντως με χάλασε αυτή η σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη σεναριακών αιχμών και σκηνοθετικής ζωντάνιας, αυτή η σχεδόν ολοκληρωτική παραίτηση από οποιαδήποτε άλλη φιλοδοξία πέραν του να δείξουμε τον Χοντρό και τον Λιγνό. Μας τους έδειξαν. Ωραίοι ήταν. Αν είχαν και μια ιστορία να μας δείξουν, θα ήταν καλύτερα για όλους.