Στο φετινό Frieze Fair του Λονδίνου η δυναμική της ανάδειξης της γυναικείας τέχνης ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Τόσο μέσα από το project Social Work του Frieze London μια μίνι παρουσίαση καλλιτέχνιδων των ’70-’80 που σχολίασαν τους κοινωνικούς αγώνες της εποχής τους και τη θέση της γυναίκας μέσα σε αυτούς, όσο όμως και μέσα από το Spotlights του Frieze Masters, ένα αφιέρωμα σε παραγνωρισμένους καλλιτέχνες όπου και πάλι η πλειοψηφία -χωρίς έκπληξη ομολογουμένως- ήταν γυναίκες.

Η δυναμική θα μπορούσαμε να πούμε ότι διατηρείται στους εκθεσιακούς χώρους της βρετανικής πρωτεύουσας. Ταυτόχρονα όμως, ίσως και λόγω των εορτών που ευνοεί πάσης φύσεως νοσταλγίες, επικρατεί μια ρετρό -θα έλεγα- ατμόσφαιρα που φέρνει στην πόλη μια σειρά από Αμερικανούς καλλιτέχνες ιδιαίτερα επιδραστικούς στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όπως οι John Cage και Raushenberg στην Thadeus Ropac, ο Gordon Matta Clark στη David Zwirner, ο Bruce McLean στην School Gallery και ο Richard Long στην Alan Cristea.

Μεταξύ άλλων λοιπόν αυτή τη στιγμή –και αφού έχει τελειώσει μια εξαιρετική έκθεση της Doris Salcedo στην White Cube πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κακοποίηση των γυναικών- συναντά κανείς πολύ σημαντικά σύγχρονα ή παλαιότερα γυναικεία ονόματα όπως την Anni Albers με τα μοναδικά της μοτίβα, την προκλητική φεμινιστική τέχνη της Rachel McLean, που είδαμε και στην εδώ Bienalle και την Fiona Tan με την υποβλητική video art δουλειά της Elsewhere.

Την ίδια στιγμή στην αυλή της Royal Academy η Cornelia Parker έχει αναλάβει να μας στοιχειώσει με μια παράξενη αναπαράσταση του σπιτιού του (Ψυχώ) Norman Bates ενώ στο σταθμό του St Pagreas μπορεί κανείς ακόμα να δει την απεγνωσμένη φωτεινή μετα- Brexit επιγραφή-μήνυμα της Tracy Emin προς την Ευρώπη που απομακρύνεται:

I want my time with you.

Η δουλειά της Tania Bruguera 10,148,193, από τις αναθέσεις της Hyundai στην είσοδο της Tate Modern, είναι από τα πιο αφυπνιστικά και φρέσκα πράγματα που μπορεί κανείς να ζήσει σε μια χριστουγεννιάτικη βόλτα στην πόλη. Η ακτιβίστρια Κουβανέζα καλλιτέχνης φτιάχνει μια εγκατάσταση-πεδίο συμμετοχής, φόρο τιμής στις δράσεις αλληλεγγύης, στις κοινότητες που βοήθησαν όλο αυτό τον καιρό τα θύματα της προσφυγικής κρίσης και καλεί τον κόσμο να συνειδητοποιήσει πέρα από την αδιανόητη τραγωδία των πολυάριθμων θανάτων τη δυσκολία της ένταξης των επιζώντων, ακόμα και αυτών που βρήκαν βοήθεια, στις δυτικές κοινωνίες.

H περιήγηση στην Tate μετά τη Bruguera και τη μεγάλη έκθεση της Anni Albers μπορεί να συνεχίσει με το συναρπαστικό The Clock του Christian Marclay, ένα εξαιρετικό κινηματογραφικό κολάζ στιγμών από τον παγκόσμιο κινηματογράφο που εμπεριέχουν ρολόι, μονταρισμένων έτσι ώστε κάθε στιγμή η ώρα που βλέπει ο θεατής να είναι η πραγματική ώρα. Το ευφάνταστο αυτό έργο-σχόλιο του Marclay πάνω στη σημασία του χρόνου, την υποκειμενικότητα της αίσθησης της διάρκειας, τη διαφορά πραγματικού και κινηματογραφικού χρόνου, τη συγχρονικότητα και το αίσθημα του επείγοντος είναι τόσο εθιστικό που πραγματικά πρέπει να έχει κανείς το χρόνο του για να το απολαύσει.

Christian Marclay The Clock 2010. Single channel video, duration: 24 hours © the artist. Courtesy White Cube, London and Paula Cooper Gallery, New York

Christian Marclay The Clock 2010. Single channel video, duration: 24 hours © the artist. Courtesy White Cube, London and Paula Cooper Gallery, New York

Από τις γκαλερί του κεντρικού Λονδίνου μετά από το απαραίτητο πέρασμα από την στολισμένη με στίχους Mamma Mia Carnaby Street μην χάσετε την υπέροχη ατομική της Chiharu Shiota στην Blain/ Southern. Το Me Somewhere Else από τη μία θα μπορούσε να είναι μια μικρή περιήγηση μέσα στο σκηνικό εφιάλτη ή γιαπωνέζικο θρίλερ από την άλλη μια τρυφερή επιθυμία εξαύλωσης/ ένωσης με το Όλον. Το χαρακτηριστικό κόκκινο νήμα της καλλιτέχνιδος απλώνεται στην πρώτη αίθουσα της γκαλερί σαν αρτηριακό πλέγμα ξεκινώντας από ένα ζευγάρι πόδια φτιάχνοντας ένα τερατώδες πλάσμα, μια βουδιστική παραβολή ή ένα φεμινιστικό μανιφέστο. Τα νήματα της Shiota –λευκά, κόκκινα ή μεταλλικά- λειτουργούν πολυδιάστατα. Άλλοτε μοιάζουν με αίμα λίγο πριν κυλήσει, άλλοτε με απειλητικό και κολλώδη ιστό αράχνης, άλλοτε με κουκούλι έτοιμο να ανοίξει σε κάτι νέο, φτιάχνοντας έτσι πολυ-συνειρμικές αφηγήσεις για τη φύση, το χρόνο, την ομορφιά και την αλλαγή. Η έκθεση αποτελείται από μια μεγάλη εγκατάσταση και μια σειρά από γλυπτά και σχέδια της καλλιτέχνιδος όπου επικρατεί στα όρια της ομορφιάς και της απειλής το λευκό, το μαύρο και το κόκκινο. Μετά τo Hanover Square όπου βρίσκεται η Blain/ Southern μόνο ένα δεκάλεπτο περπάτημα στο γιορτινό Λονδίνο φτάνει για να θαυμάσει κανείς τη δουλειά άλλων τριών μεγάλων καλλιτεχνών.

Gordon Matta-Clark Walls, 1972 Gelatin silver print 18 7/8 x 23 7/8 inches (47.9 x 60.6 cm) Framed: 22 x 28 inches (55.9 x 71.1 cm)

Gordon Matta-Clark | Walls, 1972

Στη γκαλερί Andrea Zwirner γίνεται μια περιεκτική παρουσίαση της δουλειάς του Gordon Matta Clark, αυτού του παραγνωρισμένου αιρετικού και εντελώς ιδιοσυγκρασιακού μαθητή του Robert Smithson, που στα ’70s και μέσα από την αναρχιτεκτονική του εισήγαγε με τον πιο ευφάνταστο τρόπο την αρχιτεκτονική στην τέχνη (ή την τέχνη στην αρχιτεκτονική). Αν και το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του αποτελείτο από in situ εγκαταστάσεις-δράσεις-παρεμβάσεις σε κτήρια, η έκθεση καταφέρνει να αποδώσει το πνεύμα του καλλιτέχνη μέσα από άφθονα ντοκουμέντα. Εκτός από τρία φιλμ που παρουσιάζουν την διαδικασία κάποιων από τις πιο εμβληματικές δουλειές του, όπως το Day’s end, στους τρεις ορόφους της γκαλερί παρουσιάζονται άφθονες φωτογραφίες από πρότζεκτς, σχέδια, προτάσεις εγκαταστάσεων-παρεμβάσεων καθώς και η εφήμερη εγκατάσταση Garbage Wall που επανακατασκευάζεται σε κάθε πόλη όπου μεταφέρεται με υλικά που μαζεύονται από τους δρόμους της.

Τελειώνοντας τη βόλτα και συνεχίζοντας την νοσταλγική διάθεση, λίγο πιο πέρα φιλοξενούνται δύο ακόμα πολύ μεγάλα ονόματα της αμερικάνικης μεταπολεμικής τέχνης στα οποία αξίζει να σταθούμε.

Ο John Cage και ο Robert Rauschenberg υπήρξαν δάσκαλος και μαθητής, φίλοι, συνεργάτες, σε διαρκή διάδραση και αλληλοσεβασμό σε όλη τους την καλλιτεχνική πορεία. Αποτελούν δύο ονόματα που πραγματικά διαμόρφωσαν όλη την ιστορία της τέχνης μετά από αυτούς, κινούμενοι σε χώρους άλλοτε παράλληλους (ο ένας στη μουσική ο άλλος στις εικαστικές τέχνες) άλλοτε τεμνόμενους και διευρυμένους μέσα από τους πειραματισμούς τους.

Galerie Thaddaeus Ropac Archive

Robert Rauschenberg, Spreads 1975-83 | ©Galerie Thaddaeus Ropac Archive

Στο υπέροχο κτήριο της γκαλερί Thaddaeus Ropac αυτή τη στιγμή παρουσιάζεται μια μικρή έκθεση από σχέδια και συνθέσεις του John Cage με τίτλο Ryoanji (που σημαίνει στα Ιαπωνικά Ο ναός του ήρεμου δράκου και είναι το όνομα ενός πέτρινου κήπου έξω από ένα μοναστήρι Βουδισμού Ζεν που είχε επισκεφτεί ο καλλιτέχνης). Πρόκειται για μια πολύ ιδιότυπη δουλειά με αφετηρία ένα σύνολο από πέτρες που ο καλλιτέχνης είχε μαζέψει από τον συγκεκριμένο κήπο. Στη συνέχεια με τις χαρακτηριστικές του διαδικασίες τυχαιότητας επέλεξε κάποιες από αυτές, μολύβια για να τις σχεδιάσει και τις θέσεις τους στο χαρτί. Το πότε οι ομώνυμες συνθέσεις του θα ακούγονται στο χώρο προέκυψε μέσα από αντίστοιχες διαδικασίες. Στον ίδιο χώρο μπορεί κανείς να θαυμάσει και 12 από τα Spreads του Robert Rauschenberg, μια σειρά από μεγάλα χαρακτηριστικά έργα του πρωτοπόρου καλλιτέχνη όπου συνυπάρχουν πολλαπλά ετερογενή και απρόσμενα υλικά. Στους μοναδικούς αυτούς πίνακες-γλυπτά του μπορεί κανείς να συναντήσει αντικείμενα -από ομπρέλες μέχρι κουπιά, αποκόμματα από εφημερίδες και φωτογραφίες περιοδικών και κομμάτια από ύφασμα, όλα μαζί να συνομιλούν σαν μικρά σύμπαντα εικόνων, φαινομένων και σημασιών.

Ταυτόχρονα η γκαλερί παρουσιάζει και κάποια κολάζ σε χαρτί του καλλιτέχνη που συγγενεύουν σε υλικά και τεχνοτροπία με τα Spreads.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Robert Rauschenberg, Palladian Xmas (Spread), 1980 | © Robert Rauschenberg/DACS, Courtesy Galerie Thaddaeus Ropac London/Paris/Salzburg