Ας ξεκινήσω με μια αποσαφήνιση, πριν ακολουθήσουν τα σχετικά με τους «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου. Δεν θα αναφερθώ -και δεν πιστεύω πως χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε σύγκριση μαζί τους- στους «Όρνιθες» του Θεάτρου Τέχνης. Η κληρονομιά του Κουν είναι ένα πολυτιμότατο εφόδιο, ένας φάρος που φώτισε και ενέπνευσε και καθοδήγησε και άλλοτε εγκλώβισε καλές κατά τ’ άλλα προθέσεις. Είναι, επίσης, ένα από τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε το θέατρο που απολαμβάνουμε σήμερα. Η παρουσία του Κουν στα θεατρικά μας πράγματα είναι ένας από τους κύριους λόγους που έχουμε το θέατρο που έχουμε. Κακώς, όμως, θεωρώ, χρησιμοποιείται ως βαρόμετρο ή κριτήριο αξιολόγησης άλλων παραστάσεων. (Πιστεύω, παρ’ όλα αυτά, μια που η παράσταση είχε αρχικώς εξαγγελθεί ως συμπαραγωγή της Στέγης και του Θεάτρου Τέχνης, πως χρειαζόταν από την πλευρά της πρώτης, μια δημόσια τοποθέτηση σχετικά με το ναυάγιο της συνεργασίας).

Οι «Όρνιθες» του Καραθάνου πέτυχαν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, να είναι κάτι διαφορετικό και αυτό είναι σημαντικό

Το ανέβασμα του Αριστοφάνη, ούτως ή άλλως, δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς, δίπλα στα όσα η κωμωδία του απαιτεί ως δραματουργικό είδος, έρχονται να προστεθούν και όλα όσα η σκηνική πρακτική έχει σχεδόν ορίσει ως «κανόνες» αριστοφανικού ανεβάσματος. Με μια γρήγορη νοητή αναδρομή, όσες παραστάσεις έχω παρακολουθήσει τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια αντλούν από το πρόσφορο αριστοφανικό έδαφος τις ευκαιρίες που δίνει για αισθητικούς πειραματισμούς, για πολιτικές αναφορές και επικαιρικές συνδέσεις, για λαϊκό χιούμορ και λεκτική και σωματική απελευθέρωση και ενώ προφανώς δεν τις βρίσκω όμοιες μεταξύ τους, ούτε φυσικά τις αξιολογώ το ίδιο, με κάποιο τρόπο δείχνουν όλες να αφορούν ένα συγκεκριμένο μοντέλο παραστάσεων που διέφεραν κυρίως στην αισθητική τους όψη και στη διαχείριση των ιδεολογικών ζητούμενων των έργων. Οι «Όρνιθες» του Καραθάνου πέτυχαν, λοιπόν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, να είναι κάτι διαφορετικό και αυτό είναι σημαντικό.

Ο Νίκος Καραθάνος παρέδωσε μια προσωπική εκδοχή επί του έργου, για χάρη της οποίας κάποια τμήματα -σημαντικά από μία άποψη- αφαιρέθηκαν. Αποσιωπήθηκε, για παράδειγμα, το φινάλε, όπου ο Πεισθέταιρος παντρεύεται τη Βασίλεια και γίνεται ο βασιλιάς των πουλιών· αυτός ο ικανός δημαγωγός που έπεισε τα πουλιά να τον δεχτούν στην κοινότητά τους, παίρνει στα χέρια του την απόλυτη εξουσία, κάτι που ανοίγει παράθυρα απαισιόδοξης ανάγνωσης σχετικά με το μέλλον της Νεφελοκοκκυγίας. Οι δικοί του «Όρνιθες» έκλεισαν με τη συμφιλίωση πουλιών και θεών, που, αν και προέκυψε κάπως εσπευσμένα, μας αποζημίωσε με μια πραγματικά ονειρική στιγμή με το θίασο να χορεύει γύρω από την τεράστια φωτεινή σφαίρα-πανσέληνο.

Οι «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου

Ο σκηνοθέτης πίστεψε και εστίασε ιδιαίτερα στην ουτοπία που αντιπροσωπεύει η φανταστική πολιτεία μεταξύ ουρανού και γης, την οποία θέλησε να μας παραδώσει στην πλήρη ακμή της. Και τη φαντάστηκε σαν έναν εξωτικό, τροπικό παράδεισο, τόσο καλά οχυρωμένο από τους ανθρώπους-εισβολείς, ώστε η παράσταση επέλεξε να αποσιωπήσει ακόμη και την παρουσία τους, στη σκηνή εκείνη του έργου που παραλείφθηκε, όπου τα πουλιά τρέπουν σε φυγή τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Τη φαντάστηκε επίσης, σαν έναν τόπο που, όχι μόνο αποδέχεται, αλλά υμνεί τη διαφορετικότητα, ή, σωστότερα, σαν έναν τόπο όπου δεν υφίσταται διαφορετικότητα, όπου είναι όλα «κανονικά»· στο ρόλο της Αηδόνας, του θεσπέσιου πουλιού που όλα τα υπόλοιπα θαυμάζουν και ποθούν, επιλέχθηκε μια γυναίκα, όχι ηθοποιός, που πάσχει από νανισμό (Βασιλική Δρίβα). Αυτό ήταν το πολιτικό σχόλιο του σκηνοθέτη, αν θέλουμε να εντοπίσουμε κάποιο. (Άλλωστε και στο ρόλο του Δία αργότερα θα εμφανιστεί, θυμίζοντας Κένταυρο, ο αθλητής Γιάννης Σεβδικαλής πάνω στις τεχνητές κνήμες του).

Οι «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου

Η πολύχρωμη, πολύβουη, εξωπραγματική και εξωανθρώπινη, φανταστική κοινότητα των πουλιών κυριάρχησε καθηλωτικά επί σκηνής, ειδικά στο πρώτο μισό της παράστασης. Το φτιαγμένο ώστε να δείχνει ψεύτικο σκηνικό του τροπικού δάσους και τα κοστούμια συνετέλεσαν βέβαια στην εξωτική εντύπωση, όμως το αληθινά σημαντικό υπήρξε η παρουσία των ηθοποιών, που με μόνο εργαλείο το σώμα τους και τη φωνή τους έγιναν τα πουλιά (κίνηση Amalia Bennett). Πραγματικά, χάρμα οφθαλμών και ώτων (και εδώ θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία στον Μιχάλη Σαράντη). Δίπλα τους, το εξαιρετικά καλοδουλεμένο δίδυμο του σκηνοθέτη (υποδύθηκε τον Πεισθέταιρο) και του Άρη Σερβετάλη -ο μεν σε μια λαϊκή, γήινη απεικόνιση του ρόλου του και ο δεύτερος ντύνοντας την αφέλεια του Ευελπίδη με μια στα όρια του δραματικού, αλλά ταυτόχρονα κωμική ελαφράδα- κράτησαν από την αρχή ως το τέλος την αύρα της ανθρώπινης αντίστιξης προς την κοινότητα των πουλιών, ακόμη και αφότου έγιναν μέρος της. Από την άλλη, κάποιες σκηνοθετικές επιλογές παραξένισαν ηθελημένα, όπως η σκηνική απόδοση του Έποπα (Χρήστος Λούλης) ως μαυροντυμένης σκεβρωμένης γριάς αντί ενός πλουμιστού τσαλαπετεινού, ή η παρουσία του Άγγελου Παπαδημητρίου στον αδιευκρίνιστο ρόλο του.

Οι «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου

Σε αυτό το καλοστημένο σκηνικό σύμπαν που ανέβλυζε λυρισμό, καθαρό γέλιο, απελευθερωτική ενέργεια και μια δόση «σουρεαλιστικής» τρέλας και στο οποίο είχε χώρο ακόμη και μια ανείπωτη μελαγχολία -αυτή που προκαλείται ίσως από την επίγνωση πως η ουτοπία είναι ανέγγιχτη-, δεν αποφεύχθηκαν, δυστυχώς, κάποιες παραφωνίες, ή παραχωρήσεις σε επιθεωρησιακού τύπου ευκολίες (σκηνές όπως αυτή του τουρτοπόλεμου ή η ανάγνωση της Ίριδας που κάπως «ξεχείλωσε»), ενώ άλλες επιλογές κρίνονται ως περιττές, με κυριότερη τη συμμετοχή της Νατάσας Μποφίλιου.

Το σύνολο της παράστασης, όμως, παρόλο που προς το τέλος της άρχισε να προδίδει τις παραπάνω αδυναμίες, θα μείνει περισσότερο στη μνήμη σαν ένας απενοχοποιημένος σκηνικός ύμνος στη χαρά και στην ομορφιά της ζωής – έστω φανταστικής. Ίσως, άλλωστε, το θέατρο να είναι από τους ελάχιστους διαθέσιμους δρόμους προς την ουτοπία.

Ιnfo παράστασης: Οι «Όρνιθες» πετούν στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών | 17, 18 & 21, 22 & 23 Σεπτεμβρίου, στις 20.30 | Είσοδος 5 – 40€ | Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών-Ίδρυμα Ωνάση

Σχετικά άρθρα:

Νίκος Καραθάνος: «Οι Όρνιθες είναι αυτό το φτεροκόπημα που ποτέ δε θα φτάσουμε», συνέντευξη στην Αργυρώ Μποζώνη

Οι Όρνιθες του Καραθάνου έτοιμοι να απογειωθούν για Επίδαυρο, από την Έλενα Γαλανοπούλου