Η κάμερα του πενηνταεπτάχρονου Αλφόνσο Κουαρόν κινηματογραφεί τη ζωή μέσα σε ένα σπίτι στο Μέξικο Σίτι το 1970 και το 1971. Πρόκειται για μια αναπαράσταση του σπιτιού του τότε. H Ρόμα του τίτλου είναι η γειτονιά που μεγάλωσε και το έργο έχει εντονότατα αυτοβιογραφικά στοιχεία, με το σημαντικότατο όμως αστερίσκο ότι ο ίδιος ως παιδί μέσα σε αυτό το σπίτι δεν είναι σε καμία περίπτωση ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Η κάμερα του πενηνταεπτάχρονου καταξιωμένου σκηνοθέτη έρχεται να καταγράψει την αναπαράσταση όσων είχε πρώτα καταγράψει στον εγκέφαλό του η εσωτερική κάμερα του δεκάχρονου αγοριού. Γιατί υπάρχουν διαφόρων ειδών αναμνήσεις, όπως υπάρχουν και διαφορετικοί τρόποι λειτουργίας του μυαλού. Το μυαλό ενός σκηνοθέτη του κινηματογράφου δεν γίνεται να μην λειτουργεί με βάση τις εικόνες. Η «Ρόμα» είναι μια ταινία, η οποία θα πραγματευθεί θέματα και συγκρούσεις που μπορεί να προκαλέσουν συζήτηση σε επίπεδο θεωρητικό και σε επίπεδο ιδεών, είναι μια ταινία που θα πραγματευθεί θέματα και συγκρούσεις που μπορεί να συγκινήσουν και όντως συγκινούν, αλλά η βάση της, η πρώτη ύλη της, η κινητήρια δύναμή της δεν είναι ιδέες, αλλά εικόνες. Είναι απτά και συγκεκριμένα αντικείμενα μέσα στο σπίτι, είναι μαγαζιά και πλανόδιοι στην πόλη έξω από το σπίτι, είναι σκηνές από γιορτές σε αρχοντικά στην εξοχή, είναι βιωμένες αναμνήσεις που καταγράφηκαν και σώθηκαν στο φόλντερ «παιδική ηλικία» στο μυαλό ενός αγοριού. 

Και προφανώς το ζητούμενο δεν είναι η αναπαράσταση του κόσμου όπως τότε ήταν, αλλά η αναπαράσταση του κόσμου όπως τον θυμάται. Το ζητούμενο δεν είναι καμία άλλου τύπου ακρίβεια, από την ακρίβεια της παραμορφωτικής λειτουργίας των αναμνήσεων. Αν μπορούσαμε με μια χρονομηχανή να μεταφερθούμε στο σπίτι που όντως μεγάλωσε, στους κεντρικούς δρόμους της πόλης που όντως έκανε βόλτες, στα αρχοντικά που όντως έκανε γιορτές, θα βλέπαμε μάλλον ότι η πραγματική εικόνα ήταν πολύ διαφορετική. Αλλά πάνω στην πραγματική αυτή εικόνα η κάμερα στο μυαλό του μετέπειτα σκηνοθέτη κατέγραφε και έσωζε μανιωδώς -και ταυτόχρονα χωρίς προσπάθεια- την εντύπωση που της έκανε. Και το κύριο ζητούμενο του Κουαρόν ήταν η καταγραφή να πάψει να είναι εσωτερική, ήταν η επιστροφή της στον εξωτερικό κόσμο, αυτή τη φορά δια της κινηματογραφικής αναπαράστασης.

Ο Αλφόνσο Κουαρόν επιστρέφει λοιπόν σε ένα κρίσιμο σημείο της παιδικής του ηλικίας, καταγράφοντας ένα κατεξοχήν τραυματικό γεγονός, ωστόσο όσο κι αν προφανώς δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι επιλέγει να μιλήσει για αυτό, όπως είπαμε και παραπάνω τα φώτα στην ταινία δεν πέφτουν στα παιδιά της οικογένειας και η ταινία δεν έχει ως κέντρο της το τραύμα των παιδιών. Ο Κουαρόν κάνει δηλαδή το εξής: επιστρέφοντας στην παιδική του ηλικία και μιλώντας μας για την χρονική περίοδο που συνέβη το τραυματικό γεγονός (η φυγή του πατέρα του από το σπίτι και η εγκατάλειψη της οικογένειάς του), παύει να κοιτάει τον εαυτό του, παύει να κοιτάει τον ίδιο, χρησιμοποιώντας τις αναμνήσεις του ως παιδί προκειμένου να κτίσει εξωτερικά τον κόσμο που θα κινηματογραφήσει και στη συνέχεια ο ώριμος άντρας και δημιουργός αρχίζει να εξερευνά τον κόσμο γύρω του. Ρίχνει το βλέμμα του αφενός στη μητέρα του και κυρίως στο πιο αόρατο μέλος της οικογένειάς του: την οικιακή βοηθό του σπιτιού. Και μέσω αυτής απλώνει ακόμη περισσότερο το βλέμμα του στην κοινωνία του Μεξικού στις αρχές της δεκαετίας του ’70, καταγράφοντας περιστατικά ακραίας πολιτικής βίας, με δολοφονίες εκατοντάδων φοιτητών από παρακρατικές μιλιταριστικές ομάδες, σαν αυτές που είχαμε συναντήσει στα δυο ντοκιμαντέρ του Οπενχάιμερ για την Ινδονησία.

Η Κλίο, η οικιακή βοηθός και πραγματική πρωταγωνίστρια της «Ρόμα», είναι όχι μόνο ταξικά κατώτερη, είναι κι από φυλή ιθαγενών, δεν είναι καθόλου περίεργο που είναι αυτή η υπηρέτρια στη μεγάλη μονοκατοικία του ευκατάστατου ζευγαριού επιστημόνων και όχι το αντίθετο. Για αρκετά μεγάλο μέρος της ταινίας έχεις την αίσθηση ότι η «Ρόμα» θέλει να μιλήσει και για αυτή τη διαφορά. Ότι θέλει, αν όχι να στηλιτεύσει ευθέως, να εξετάσει πάντως παρά πολύ κριτικά το πώς μια γυναίκα που κάνει τα πάντα μέσα στο σπίτι, από το καθάρισμα των ακαθαρσιών του σκύλου μέχρι το ξύπνημα και το νανούρισμα των παιδιών, νιώθει ότι είναι οιονεί μέλος της οικογένειας, έχοντας ενσωματώσει έναν ρόλο ψευδαισθησιακό, αφού στην πραγματικότητα είναι εκεί για να υπηρετεί. Αλλά ο Κουαρόν είτε έχει ένα τυφλό σημείο εδώ εξιδανικεύοντας τις αναμνήσεις του, είτε είναι όντως δυνατόν οι ρόλοι να συμφύρονται τόσο, ώστε μια οικιακή βοηθός να λογίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις ως ένα ακόμη μέλος της οικογένειας.

Αλλά είτε έχει τυφλό σημείο ο Κουαρόν είτε όχι, πάρα πολύ μικρή σημασία έχει. Γιατί για δύο ώρες κι ένα τέταρτο μοιράζεται μαζί μας τη ματιά του, που συνολικά μόνο τυφλή δεν είναι. Μοιράζεται μαζί μας μια ματιά που χωράει μέσα της εικόνες που δίνουν έμφαση στη λεπτομέρεια της μικροκλίμακας μέσα στο σπίτι και εικόνες πλήθους, πλήθους αληθινού, πλήθους και όχι ψηφιακών εφέ. Η «Ρόμα» είναι εξίσου δυνατή τόσο στο κουκούλι των οικιακών αναμνήσεων, όσο και στις λασπωμένες παραγκουπόλεις που μάλλον ο Κουαρόν δεν επισκέφτηκε ποτέ ως παιδί.

Η «Ρόμα» χωράει μέσα της ανθρώπους σε γιορτές και ανθρώπους σε σφαγές, ανθρώπους πλούσιους κι ανθρώπους φτωχούς, ανθρώπους που τινάζονται από κανόνια και μωρά στη θερμοκοιτίδα, πωλητές μπαλονιών και μεθυσμένους μεγαλοαστούς, σκυλιά, πολλά σκυλιά, πάρα πολλά σκυλιά, άλλα κλεισμένα σε αυλή, άλλα που περιφέρονται παντού, άλλα ταριχευμένα, άπειρες κόκα κόλες, ευφορικές πυρκαγιές, επικίνδυνους σεισμούς, ακόμη πιο επικίνδυνα κύματα στη θάλασσα, παιδιά που κοιτάνε το παράθυρο του αυτοκινήτου ξέροντας πως ο μπαμπάς τους τους εγκατέλειψε για τα καλά, άντρες γελοίους κι επικίνδυνους, άντρες που φέρονται πιο σκατένια κι από τα ατελείωτα σκατά του σκύλου στην αυλή, και τέλος στο κέντρο της δυο γυναίκες που πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι μόνες, ότι «ήταν πάντοτε μόνες».

Την «Μπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς» μπορείτε να τη δείτε μόνο στο Νetflix, την «Ρόμα» μπορείτε να την δείτε είτε στο Netflix είτε στο σινεμά, είναι ταινία για σινεμά και ακόμη μεγαλύτερες οθόνες από κινηματογραφικές, είναι ταινία που θα μπορούσε να παίζεται στον ουρανό, τον κανονικό ή αυτόν που εμφανίζεται στα απόνερα μιας μπουγάδας. Εν πάση περιπτώσει, σε μικρή ή σε μεγάλη οθόνη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το τι είδους ταινία είναι η Ρόμα: μεγάλη.