Το θέατρο ντοκουμέντο, που χρησιμοποιεί τις τεχνικές του θεάτρου της επινόησης για να ανεβάσει στη σκηνή τις μαρτυρίες «καθημερινών» ανθρώπων ή/και ειδικών πάνω σε ένα θέμα, απασχολεί την ελληνική θεατρική πραγματικότητα όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική στόχευση και η εστίαση σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα ως ζητούμενα της καλλιτεχνικής πράξης είναι απολύτως αιτιολογημένα, εφόσον αναγνωρίζουμε πως οι καλλιτέχνες είναι -και οφείλουν να είναι- ένας από τους πιο ευαίσθητους δέκτες των ερεθισμάτων της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Η δημιουργία θεατρικών γεγονότων που εκκινούν από την εκάστοτε πραγματικότητα -τουλάχιστον στην ιδανική τους μορφή- ανακινούν συζητήσεις, προκαλούν το δημόσιο διάλογο, δεν αφήνουν σημαντικά θέματα να ξεχαστούν. Γι’ αυτό το λόγο, αν και έχω και με άλλη ευκαιρία επισημάνει την πεποίθησή μου πως, εντέλει, και το θέατρο ντοκουμέντο πρέπει να αποτιμάται με θεατρικά κριτήρια -κατά πόσο στέκεται στη σκηνή ή όχι από δραματουργικής, σκηνοθετικής, «υποκριτικής» άποψης-, δε θα πρέπει να παραβλέπουμε ως παράγοντα σπουδαιότητας και το θέμα του, αυτό που κάθε φορά επιθυμεί να φέρει στη δημοσιότητα/επιφάνεια. Για παράδειγμα, η τελευταία παράσταση του Ανέστη Αζά το καλοκαίρι που μας πέρασε με θέμα το προσφυγικό ναυάγιο στο Φαρμακονήσι δεν του πέτυχε και τόσο, καλλιτεχνικά μιλώντας. Ήταν όμως τόσο σημαντικά τα δεδομένα και οι πληροφορίες που έφερε στο φως η έρευνά του για μια τραγική υπόθεση που κουκουλώθηκε κακήν κακώς από την ελληνική πολιτεία, ώστε δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς τη σπουδαιότητα της παρουσίας της στο θεατρικό μας γίγνεσθαι, μόνο και μόνο επειδή δεν έτυχε μιας πιο εμπνευσμένης σκηνικής παρουσίασης.

Πάντως, η τελευταία δουλειά του Αζά και του -έτερου πόλου του «διδύμου»- Πρόδρομου Τσινικόρη, «Καθαρή πόλη», αναμετριέται επιτυχημένα και με το ζήτημα της καλλιτεχνικής ταυτότητας· παράλληλα ανοίγει το θέμα πέρα από τα ιδιωτικά όρια στα οποία κινούνται οι προσωπικές ιστορίες των γυναικών που ανεβαίνουν στη σκηνή. Οι δυο σκηνοθέτες, που εξασκούνται συστηματικά στο είδος του θεάτρου ντοκουμέντο, ξεκίνησαν από την κλισέ ατάκα της ακροδεξιάς ρητορικής «να ξεβρωμίσουμε την πόλη (από τους ξένους που τη μολύνουν)», για να καταθέσουν μια παράσταση-μαρτυρία των γυναικών που έχουν αναλάβει χρόνια τώρα την καθαριότητα των σπιτιών και των κτηρίων μας. Έτσι, ανέβασαν στη σκηνή πέντε καθαρίστριες διαφορετικής καταγωγής (από τη Νότια Αφρική, χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, τις Φιλιππίνες και την Αλβανία) που ζουν στην Ελλάδα, για να μας πουν τις ιστορίες τους.

Οι πέντε γυναίκες διηγούνται τους λόγους που τις οδήγησαν στη φυγή, εξιστορούν τις δυσκολίες που συνάντησαν στην Ελλάδα, από τις γραφειοκρατικές διαδικασίες ή/και από τα αφεντικά τους, τον ρατσισμό που βίωσαν, το φόβο που ένιωσαν όταν είδαν τη Χρυσή Αυγή να γιγαντώνεται και να «αναλαμβάνει δράση». Η σπουδαιότητα της παράστασης, όμως, έγκειται σε ό,τι συμβαίνει πέραν αυτών των προσωπικών ιστοριών, όσο ενδιαφέρουσες κι αν είναι. Κατ’ αρχήν, στο ότι υψώνει έναν καθρέφτη απέναντί μας για να κάνουμε την αυτοκριτική μας, να καταρρίψουμε τις βολικές μας πεποιθήσεις -π.χ. πως πρόκειται για αμόρφωτες γυναίκες που δεν είχαν άλλη επαγγελματική επιλογή, τη στιγμή που πληροφορούμαστε πως κάποιες από αυτές πίσω στις χώρες τους ήταν αρχιτεκτόνισσες ή καθηγήτριες πανεπιστημίου- ή τις όποιες στερεοτυπικές απόψεις μπορεί να έχουμε για τις χώρες καταγωγής τους. Και είναι σημαντικό να σημειωθεί παρενθετικά πως ως ρατσισμός δε λογίζεται μόνο η ακραιφνής εκδήλωσή του, η συμπόρευση δηλαδή με την ακροδεξιά ιδεολογία. Ρατσισμός, ή έστω κακός κοινωνικός αυτοματισμός, είναι και το χαιρέκακο «αχά» που πιθανό να σκεφτείς -όπως ακούστηκε και από μερίδα του κοινού τη μέρα που παρακολούθησα την παράσταση-, μόλις ακούσεις πως μία εκ των γυναικών κατάφερε να αγοράσει με το κομπόδεμά της ένα μικρό διαμέρισμα με θέα το Λυκαβηττό. Απέναντι σε όλα αυτά μας τοποθετεί η παράσταση, και αυτές τις συμπεριφορές επιχειρεί να καταδείξει.

Η επιλογή των Αζά-Τσινικόρη να ανεβάσουν στη σκηνή ακριβώς αυτές τις γυναίκες, που είχαν μια καλοστημένη ζωή πριν οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες φέρουν τα πάνω κάτω, καταργεί το διαχωρισμό «εμείς» και «εκείνες». Είμαστε πια «όλοι εμείς», καθώς ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση τους. Κι εδώ βρίσκεται το δεύτερο σπουδαίο της παράστασης: εισάγοντας ως ένα από τα θέματά της τις εργασιακές συνθήκες, τα εργασιακά δικαιώματα και την καταπάτησή τους, ειδικά σε αυτή τη χρονική συγκυρία που η συζήτηση γύρω από το ασφαλιστικό έχει ανάψει, σε μια χώρα όπου ο μέσος εργαζόμενος βλέπει τα εισοδήματά του να μειώνονται σταθερά και όπου η σημαντικότερη μερίδα των νέων το έχουν πάρει απόφαση πως δε θα δουν σύνταξη ούτε έχουν καλά-καλά ιατροφαρμακευτική ασφάλιση, σε κάνει ολοκάθαρα να δεις πως ό,τι ακούς επί σκηνής αφορά και εσένα. Όχι επειδή συμπάσχεις ανθρωπιστικά με τον «άλλο», αλλά επειδή βλέπεις πως τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα τείνουν να μας δέσουν όλους στην ίδια μοίρα. (Η μόνη μου ένσταση όσον αφορά το ιδεολογικό σκέλος της παράστασης έγκειται στο εξής: όταν ό,τι έχει προηγηθεί καταδεικνύει τόσο εύγλωττα, αν και έμμεσα, πως η κατάσταση «εκεί έξω» σε αφορά και σένα και είναι κρίσιμη, δε χρειάζεται να το πεις και επί λέξει. Με άλλα λόγια, δε χρειαζόταν κατ’ εμέ να διατυπωθούν φωναχτά οι διαπιστώσεις -ακόμη κι αν προέκυψαν στις πρόβες- για τους πολιτικούς που «αποδεικνύονται όλοι ίδιοι» ή για την αριστερά που απέτυχε να δείξει κοινωνικό προφίλ. Έχει ήδη φανεί, χωρίς να χρειάζεται να γίνει από σκηνής ρητορεία.)

Το τρίτο σημαντικό της παράστασης είναι το ύφος της – και η στάση που διατηρούν οι ηθοποιοί απέναντι στο θέμα τους. Η παράσταση δίνεται σαν ένα γλέντι μεταξύ μιας παρέας γυναικών με κοινό κώδικα και αναφορές, με τον τρόπο της αποθεώνει την πολυπολιτισμική ταυτότητα που έχει πάρει η Αθήνα τα τελευταία χρόνια, χρησιμοποιεί το σαρκασμό και το χιούμορ, όπως και την ειρωνεία -όταν, για παράδειγμα, προβάλλονται στην οθόνη, ταυτόχρονα με τα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την ακροδεξιά ρητορεία περί «καθαρότητας», οι απαστράπτουσες διαφημίσεις για απορρυπαντικά των 80’s-, φυσικά επισημαίνει τα κακώς κείμενα και διατυπώνει διόλου κολακευτικές αλήθειες, χωρίς όμως να κραυγάζει (πλην της μικρής ένστασης που διατυπώθηκε παραπάνω) ή να γίνεται «μίζερη». Οι πέντε γυναίκες έχουν τη στάση εκείνη, την ηθική ανωτερότητα και το χιούμορ, των ανθρώπων που αντιμετώπισαν πολύ δύσκολα αλλά τα κατάφεραν, που δίπλα στα στραβά αναγνωρίζουν και επισημαίνουν και τα καλά. Ο τελικός τους χορός τραγουδώντας -όχι τυχαία- «δεν πάω πουθενά, πουθενά, εδώ θα μείνω» ήταν ταυτόχρονα μια στιγμή λύτρωσης και ένα κλείσιμο του ματιού. Εμείς έχουμε το πείσμα να μείνουμε εδώ και να τα καταφέρουμε;

Info παράστασης: Καθαρή Πόλη | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή | 22 Δεκεμβρίου 2016 – 8 Ιανουαρίου 2017

Η παράσταση ανέβηκε πρώτη φορά στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από 3 έως 14 Φεβρουαρίου 2016


Διαβάστε επίσης: «Ο Ανέστης και ο Πρόδρομος έχουν λύση για την οικονομική κρίση*», από την Τώνια Καράογλου.